Επτά μήνες μετά την πλήρη εφαρμογή του «μοντέλου στόχος» στην αγορά ηλεκτρισμού της Κύπρου (1η Οκτωβρίου 2025), τα αποτελέσματα απέχουν αισθητά από τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί στον κόσμο.
Αντί για περισσότερες επιλογές, ενίσχυση του ανταγωνισμού και σταδιακή μείωση των τιμών, οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αγορά που παράγει ακριβότερο ρεύμα και εντείνει τις στρεβλώσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία της «Eurostat» για το δεύτερο εξάμηνο 2025, η Κύπρος παραμένει στη δεύτερη πιο ακριβή θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις τιμές ηλεκτρισμού σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η επανεξέταση της λειτουργίας της ανταγωνιστικής αγοράς δεν αποτελεί πλέον θεωρητική συζήτηση. Είναι ζήτημα οικονομικής και κοινωνικής αναγκαιότητας.
Οι αδυναμίες της αγοράς της Κύπρου
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το ευρωπαϊκό «μοντέλο στόχος» εφαρμόστηκε χωρίς ουσιαστική προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες της κυπριακής αγοράς ηλεκτρισμού: μιας μικρής, απομονωμένης και ενεργειακά ανώριμης αγοράς, χωρίς συστήματα αποθήκευσης και ηλεκτρική διασύνδεση με γειτονικά κράτη.
Στην πράξη, η χονδρική τιμή ηλεκτρισμού καθορίζεται σχεδόν όλο το 24ωρο από την ακριβότερη συμβατική μονάδα παραγωγής της ΑΗΚ, η οποία εξακολουθεί να ελέγχει πέραν του 90% της παραγωγής.
Την ίδια ώρα, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) καλύπτουν περίπου το 26% της ετήσιας ζήτησης, η συμμετοχή τους στη χονδρική αγορά παραμένει περιορισμένη, μεταξύ 4% και 7% της ημερήσιας ζήτησης. Επιπλέον, οι παραγωγοί ΑΠΕ αποζημιώνονται συχνά με τις υψηλές τιμές που διαμορφώνουν οι ακριβές συμβατικές μονάδες στο πλαίσιο της εφαρμογής του «μοντέλου στόχος». Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά ηλεκτρισμού που λειτουργεί εικονικά ως «ανταγωνιστική», χωρίς όμως να παράγει ουσιαστικό ανταγωνισμό προς όφελος του καταναλωτή.
Οι χονδρικές τιμές σε ανοδική πορεία
Τα στοιχεία της πλατφόρμας «CyprusGrid» για την αγορά, καταγράφουν μια ανησυχητική τάση αύξησης στις χονδρικές τιμές (MCP Price -DAM-) του ηλεκτρισμού.
∙ Οκτώβριος 2025: 162,7 €/MWh
∙ Φεβρουάριος 2026: 180,2 €/MWh (+11% από την έναρξη)
∙ Απρίλιος 2026: 224,6 €/MWh (+38% από την έναρξη)
Μέρος της αύξησης του Απριλίου συνδέεται ασφαλώς με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την άνοδο των τιμών των καυσίμων. Ωστόσο, η σταθερή ανοδική πορεία των τιμών καταδεικνύει και ένα βαθύτερο πρόβλημα: η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί στρεβλωμένη, χωρίς τα αναγκαία διορθωτικά εργαλεία που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοιες προκλήσεις.
Ποιοι ωφελούνται και ποιοι πληρώνουν το κόστος
Η σημερινή λειτουργία της αγοράς δημιουργεί ουσιαστικά δύο κατηγορίες καταναλωτών. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι οικιακοί καταναλωτές που διαθέτουν φωτοβολταϊκά συστήματα και μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το ενεργειακό τους κόστος.
Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που παραμένουν στην ΑΗΚ και επωμίζονται το βάρος των αυξήσεων.
Στην πράξη, το κόστος της «μετάβασης στον ανταγωνισμό» μεταφέρεται κυρίως σε όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν σε φωτοβολταϊκά ή να εξασφαλίσουν ειδικές εμπορικές συμφωνίες προμήθειας ηλεκτρισμού.
Τι μπορεί να αλλάξει
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι υπάρχουν παρεμβάσεις που μπορούν να περιορίσουν τις στρεβλώσεις και να μειώσουν το κόστος για τους καταναλωτές.
1. Πλαφόν στη χονδρική τιμή: Το παράδειγμα του «Iberian Exception» σε Ισπανία και Πορτογαλία απέδειξε ότι ένα προσωρινό πλαφόν στη χονδρική τιμή μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό εργαλείο συγκράτησης του κόστους ηλεκτρισμού. Για μια μικρή και απομονωμένη αγορά όπως η κυπριακή, ένα αντίστοιχο μέτρο θα μπορούσενα λειτουργήσει ως άμεσο «φρένο» στις ακραίες διακυμάνσεις των τιμών.
2. Συμβόλαια επί διαφοράς (CfDs) για τις ΑΠΕ: Οι νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ θα μπορούσαν να ενταχθούν σε καθεστώς συμβολαίων επί διαφοράς μέσω ανταγωνιστικών διαγωνισμών. Με αυτό το μοντέλο, οι παραγωγοί συμφωνούν σε σταθερή τιμή με το κράτος για μακρά περίοδο.
Αν η χονδρική τιμή, στο πλαίσιο τα λειτουργίας της ΑΑΗ, είναι χαμηλότερη από αυτή τη σταθερή τιμή, το κράτος πληρώνει τη διαφορά· αν είναι υψηλότερη, ο παραγωγός επιστρέφει τη διαφορά που μεταφέρεται στον καταναλωτή. Το μοντέλο εφαρμόζεται ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες με θετικά αποτελέσματα τόσο για τη σταθερότητα των τιμών όσο και για την επενδυτική ασφάλεια.
3. Εξορθολογισμός του κόστους ρύπων: Σήμερα, το υψηλό κόστος δικαιωμάτων εκπομπών των ρύπων μεταφέρεται άμεσα στη χονδρική τιμή ηλεκτρισμού, επηρεάζοντας ολόκληρη την αγορά. Η μεταφορά του κόστους ρύπων σε ξεχωριστή ρυθμιζόμενη χρέωση στη λιανική αγορά -όπως εφαρμόζεται στην Ιταλία- θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τη χονδρική τιμή και να δημιουργήσει δικαιότερους όρους αποζημίωσης για τις ΑΠΕ.
Η αγορά ηλεκτρισμού χρειάζεται μεταρρύθμιση τώρα
Το «μοντέλο στόχος» δεν είναι λανθασμένο ως φιλοσοφία. Όμως, η εφαρμογή του χωρίς ουσιαστική προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες της κυπριακής αγοράς δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Η προσδοκία ότι η αγορά θα «ωριμάσει» από μόνη της τα επόμενα χρόνια, δύσκολα μπορεί να δικαιολογήσει το αυξανόμενο κόστος που επωμίζονται σήμερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η Κύπρος δεν αντέχει άλλη χαμένη πενταετία. Η λήψη άμεσων μέτρων, όπως η επιβολή πλαφόν, τα συμβόλαια επί διαφοράς και η δίκαιη διαχείριση του κόστους των ρύπων αποτελούν το μοναδικό δρόμο για μια πραγματικά δίκαιη, ανταγωνιστική και βιώσιμη αγορά ηλεκτρισμού που θα υπηρετεί τον πολίτη.
* Ηλεκτρολόγος μηχανικός, με πολυετή πείρα στη λειτουργία του Ηλεκτρικού Συστήματος