Όσο πιο κοντά πλησιάζουμε στο χρονικό ορόσημο που έθεσε η κυβέρνηση αναφορικά με την κατάθεση του νομοσχεδίου που αφορά στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, τόσο περισσότερο διαφαίνεται ότι αυτό δεν πρόκειται να κατατεθεί με την ομόφωνη τοποθέτηση των κοινωνικών εταίρων που απαρτίζουν το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα.
Αυτό φαίνεται να προκύπτει μετά και τη χθεσινή συνεδρία του Σώματος, όπου ο υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούττας εμφανίστηκε αποφασισμένος να καταθέσει στη Βουλή το νομοσχέδιο που αφορά στη μεταρρύθμιση του πρώτου πυλώνα του συνταξιοδοτικού πριν από τις 15 Ιουλίου, ώστε να δοθεί χρόνος για διαβουλεύσεις με τα κόμματα και να μπορέσει να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί η μεταρρύθμιση από την πρώτη μέρα του 2027. Κάτι με το οποίο διαφώνησαν οι συντεχνίες, σημειώνοντας μάλιστα ότι είναι προτιμότερο να υπάρξει καθυστέρηση μερικών μηνών και να κατατεθούν στη Βουλή τα νομοσχέδια για μια ολοκληρωμένη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που θα περιλαμβάνει και τους τρεις πυλώνες, αφού ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, όπως αναφέρθηκε. Βασικότερο επιχείρημα των συντεχνιών, είναι ότι με τα υφιστάμενα δεδομένα, δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της επάρκειας των συντάξεων, καθότι θα εξακολουθούν να υπάρχουν συντάξεις κάτω από το όριο της φτώχειας, επομένως καθίσταται αναγκαία η κοινή προώθηση με τον δεύτερο πυλώνα που αφορά στα ταμεία προνοίας.
Αναλυτικότερα, οι πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι από τη χθεσινή συνεδρία, προέκυψαν ορισμένα βασικά στοιχεία, όσον αφορά στη συνέχεια της συζήτησης. Πρώτο, έγινε αντιληπτό σε όλους τους κοινωνικούς εταίρους, ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην κατάθεση του νομοσχεδίου, ακόμα και αν δεν εξασφαλίσει ομόφωνη, η πλειοψηφική θετική άποψη. Δεύτερο, το Υπουργείο Οικονομικών έχει καθορίσει τις παραδοχές στη βάση των οποίων θα διεξάγονται οι επενδύσεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τρίτο, σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ» με βάση τα σημερινά στοιχεία, ακόμα και με την αύξηση των συντάξεων, θα υπάρχουν αυξήσεις οι οποίες θα βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Τέταρτο, η πλευρά των εργοδοτών επιμένει ότι δεν διαπραγματεύεται τρία σημεία, τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση. (α) Δεν θα προκύψει αύξηση των εισφορών. (β) Το ΤΚΑ θα παραμείνει βιώσιμο (να υπάρχει απόθεμα για παροχή συντάξεων). (γ) Δεν θα διακινδυνεύσουν τα δημόσια οικονομικά.
Κάτω από το όριο της φτώχειας
Ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες του «Φ», μια μεγάλη συζήτηση που γίνεται στα πλαίσια του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, αφορά στην λεπτομερή ενημέρωση των κοινωνικών εταίρων σε σχέση με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου Εργασίας και γενικότερα της κυβέρνησης, όσον αφορά στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, ώστε να γίνει η καλύτερη δυνατή μελέτη και να κατατεθούν εισηγήσεις για βελτίωση των κυβερνητικών προτάσεων. Σε αυτά τα πλαίσια συζητείται και το ζήτημα των κατώτατων συντάξεων. Όπως έκανε γνωστό η κυβέρνηση, στις προθέσεις της, είναι να καταργηθεί το «μικρό τσεκούδι» και αυτό να συμπεριληφθεί στη βασική σύνταξη – με την αύξηση που θα παραχωρηθεί – ώστε οι δικαιούχοι να λαμβάνουν ένα μόνο έμβασμα. Ωστόσο, με βάση υπολογισμούς που έγιναν, ακόμα και με αυτές τις αλλαγές, θα υπάρχουν ακόμη συντάξεις, οι οποίες θα βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Ειδικότερα, με βάση τα σενάρια που παρουσιάστηκαν, η βασική σύνταξη για μονήρη, χαμηλοσυνταξιούχο άτομο, μετά την αύξηση και την ενσωμάτωση με το «μικρό τσεκούδι» θα έχει ταβάνι τα 794 ευρώ. Με στοιχεία 2025, το όριο της φτώχειας βρίσκεται στα 110 ευρώ. Κάτι που σημαίνει ότι και μετά τη μεταρρύθμιση θα υπάρχουν άτομα με σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας.
Ο αντίλογος σε αυτό το σενάριο, είναι πως το ΤΚΑ δεν αποτελεί το μοναδικό εργαλείο άσκησης κοινωνικής και επιδοματικής πολιτικής. Άλλωστε, προστίθεται, εάν το Ταμείο είχε ανταποδοτικό και όχι αναλογικό χαρακτήρα, τότε θα μιλούσαμε για μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία όσον αφορά στη λειτουργία ολόκληρου του συνταξιοδοτικού συστήματος. Γι αυτό λοιπόν, υπάρχει το ανεργιακό επίδομα, το επίδομα χηρείας ή ανικανότητας, το ΕΕΕ και άλλα εργαλεία που παραχωρούνται σε κοινωνικές ομάδες, οι οποίες χρήζουν οικονομικής βοήθειας. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να δούμε το ΤΚΑ ως ένα αποκλειστικό εργαλείο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, σημειώνεται.
Οι παραδοχές για τις επενδύσεις
Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, Διονύσης Διονυσίου, προχώρησε σε ανάλυση της επενδυτικής πολιτικής και του τρόπου αποπληρωμής του χρέους του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι ο εκπρόσωπος του ΥΠΟΙΚ ανέλυσε μεταξύ άλλων ορισμένες από τις παραδοχές στις οποίες θα βασιστούν οι αρμόδιοι, ώστε να καθορίσουν το πλαίσιο στη βάση του οποίου θα γίνονται οι επενδύσεις από το ΤΚΑ. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί, δεν πρόκειται στο παρόν στάδιο να γίνουν γνωστές όλες οι παραδοχές, αφού δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η ετοιμασία όλων των σεναρίων και των δεδομένων. Όπως αναφέρουν οι πληροφορίες μας, μεταξύ των παραδοχών που δόθηκαν χθες ήταν: (1) Να υπάρχει ανάπτυξη του ΑΕΠ της τάξης του 2-3%. (2) Ο πληθωρισμός να μην ξεπερνά το 2%. (3) Η απόδοση της επένδυσης να κυμαίνεται μεταξύ 3,5-5%. (4) Το δανειστικό επιτόκιο να μην ξεπερνά ένα συγκεκριμένο ποσοστό, το οποίο θα καθοριστεί. Πέραν των τεσσάρων αυτών παραδοχών, σημειώθηκε επίσης ότι στις τελικές αποφάσεις θα ληφθούν ακόμα στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τη φορολογική μεταρρύθμιση, το SAFE και στο γεγονός ότι μέχρι το 2039 θα υπάρξουν ακόμη τρεις αυξήσεις στις εισφορές στο ΤΚΑ. Ο χρονικός ορίζοντας για των σεναρίων για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του Ταμείου είναι το 2060.
Μείωση στο πέναλτι του 12%
Ο υπουργός Εργασίας, ο οποίος μιλούσε χθες μετά τη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, σημείωσε ότι με την αύξηση των συντάξεων και τη μείωση της αναλογιστικής μείωσης του 12%, τα ποσά που δίδονται ως κρατική ενίσχυση στους χαμηλοσυνταξιούχους αναμένεται σταδιακά να μειώνονται. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το θέμα της αναλογιστικής μείωσης του 12%, ανέφερε ότι «υπάρχει θέση της κυβερνητικής πλευράς για μείωση του συγκεκριμένου ποσοστού». Απαντώντας σε ερώτηση για την επενδυτική κατεύθυνση των αποθεματικών του Ταμείου, ο Υπουργός Εργασίας εξήγησε ότι η νέα Αρχή αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία της την 1η Ιανουαρίου 2028.
Επενδυτική πολιτική
Αναφορικά με την επενδυτική πολιτική και τον τρόπο αποπληρωμής του χρέους του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο κ. Μουσιούττας εξήγησε ότι η ανάλυση που έγινε συνοψίζεται σε πέντε βασικά σημεία: Αυτά περιλαμβάνουν τον τερματισμό της διαχρονικής πρακτικής δανεισμού του κράτους από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ως εκ τούτου, «όλα τα μελλοντικά πλεονάσματα θα μπαίνουν στον λογαριασμό του ταμείου για σκοπούς επενδύσεων». Ο Υπουργός Εργασίας πρόσθεσε ότι για σκοπούς χρηστής διαχείρισης των επενδύσεων του Ταμείου θα δημιουργηθεί ξεχωριστή ανεξάρτητη οντότητα, στη βάση διεθνών προτύπων διακυβέρνησης, εξηγώντας ότι προσανατολίζονται στη δημιουργία ενός ταμείου «κατ’ αναλογία του νόμου που ψήφισε η Βουλή για το ταμείο των υδρογονανθράκων». Σε σχέση με το υφιστάμενο χρέος του κράτους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύψους περίπου 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο κ. Μουσιούττας σημείωσε ότι αυτό θα ρυθμιστεί μέσω σταδιακής αποπληρωμής, λαμβάνοντας υπόψη τα δημόσια οικονομικά. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι δόσεις του κράτους προς το Ταμείο θα μεταφέρονται ετησίως στον ίδιο λογαριασμό επενδύσεων, με τα χρήματα να επενδύονται «μέσα στα πλαίσια χαμηλού και επιμετρημένου κινδύνου». Όπως είπε, η αρχή που θα δημιουργηθεί θα μπορεί να επενδύει, αλλά θα υπάρχουν αυστηροί κανόνες στην επενδυτική πολιτική.