Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επιβεβαίωσε χθες όλες τις πληροφορίες οικονομολόγων και αναλυτών, προχωρώντας στην πρώτη αύξηση επιτοκίου μετά από περίπου μία διετία, σε μια προσπάθεια να ελέγξει ξανά τον ανοδικό πληθωρισμό που προκαλούν οι γεωπολιτικές αναταράξεις.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει, έστω σε περιορισμένο βαθμό για την ώρα, μια σημαντική μερίδα δανειοληπτών, αλλά επηρεάζει -θετικά- και τις τράπεζες, υπό την ιδιότητά τους ως καταθέτες στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η πολιτική μείωσης των επιτοκίων από την ΕΚΤ, που εφαρμόστηκε από το 2025, έκανε λιγότερο ελκυστική για τις τράπεζες τη διατήρηση πλεονάζουσας ρευστότητας -ύψους €17,5 δισ.- στην ΕΚΤ (από €18,5 δισ. στο τέλος του 2024), καθώς περιορίστηκαν οι αποδόσεις τους από τα καταθετικά επιτόκια.
Ως αποτέλεσμα, αναζήτησαν εναλλακτικούς τρόπους επενδύσεων, όπως είναι η κατοχή ομολόγων και οι πιστωτικές χορηγήσεις, κάτι που οδήγησε σε σταδιακή συρρίκνωση των υπολοίπων τους στην ΕΚΤ.
Στην έκθεση νομισματικής πολιτικής που δημοσίευσε χθες η Κεντρική Τράπεζα σημειώνεται ότι κατά το 2025 το δ.σ. της ΕΚΤ προχώρησε σε σειρά μειώσεων του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, μειώνοντάς το από 3.00% στο τέλος του 2024 σε 2.00% τον Ιούνιο του 2025. Οι προσαρμογές αυτές υλοποιήθηκαν μέσω τεσσάρων διαδοχικών μειώσεων (τον Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Ιούνιο του 2025), σε συνάρτηση με την εκτίμηση του ΔΣ της ΕΚΤ ότι απαιτείτο μία πιο επεκτατική νομισματική πολιτική, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις αποκλιμακώνονταν και οι συνθήκες χρηματοδότησης ομαλοποιούνταν. Λόγω των διαδοχικών μειώσεων του επιτοκίου, η τοποθέτηση πλεονάζουσας ρευστότητας (€17.4 δισ. στο τέλος του 2025) στη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων της ΚΤΚ κατέστη λιγότερο ελκυστική για τα πιστωτικά ιδρύματα.
Χθες, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν θετικά για την πλεονάζουσα ρευστότητα των τραπεζών και αρνητικά για τους πελάτες τους. Η ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης (0,25%) στο 2,25%, η πρώτη αύξηση από το 2023. Αυτό το γεγονός δίνει πάλι ένα σημαντικό πλεονέκτημα στις τράπεζες, γιατί μπορούν να «παρκάρουν» την πλεονάζουσα ρευστότητα με ψηλότερο επιτόκιο κατά 0,25% στην ΕΚΤ και να αποκομίσουν περισσότερο κέρδος αλλά και να δανείσουν με ψηλότερο κόστος. Αντίθετα, οι αυξήσεις στις καταθέσεις των πελατών τους έρχονται πάντα με πολύ αργούς ρυθμούς.
Οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν καταθέσεις στην ΕΚΤ για λόγους ρευστότητας, κανονιστικών απαιτήσεων και διαχείρισης κινδύνου, ακόμη και όταν τα επιτόκια μειώνονται. Δεν παύουν δηλαδή να καταθέτουν χρήματα στην ΕΚΤ, είτε τα επιτόκια είναι χαμηλά, είτε ψηλά.
Η Κεντρική Τράπεζα στην έκθεση νομισματικής πολιτικής για το 2025 διαπιστώνει ότι η συνολική ρευστότητα στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα μειώθηκε στα €18,6 δισ. στο τέλος του 2025 από €19,2 δισ. ένα χρόνο νωρίτερα, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αναφέρει ότι, εντός του τραπεζικού τομέα της Κύπρου, οι σημαντικότερες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού για το 2025 ήταν τα δάνεια, οι χρεωστικοί τίτλοι, οι καταθέσεις και λοιπές ισοδύναμες κατηγορίες ταμειακών διαθεσίμων.
Τα δάνεια αυξήθηκαν από €27.6 δισ. στο τέλος του 2024 σε €31.7 δισ. στο τέλος του 2025, ενώ οι καταθέσεις και λοιπές ισοδύναμες κατηγορίες ταμειακών διαθεσίμων μειώθηκαν από €20.4 δισ. σε €19.8 δισ. Οι συνολικές υποχρεώσεις του τραπεζικού τομέα αυξήθηκαν από €59.4 δισ. σε €63.1 δισ. το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην άνοδο των καταθέσεων από νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις.
Όσον αφορά τις υποχρεώσεις, οι καταθέσεις αντιστοιχούσαν στο 95% του συνόλου των υποχρεώσεων κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025 και, σε συνέχεια των προηγούμενων ετών, παρέμειναν η κύρια πηγή χρηματοδότησης του τραπεζικού τομέα. Οι χρεωστικοί τίτλοι αντιπροσώπευαν το 3%, ενώ οι λοιπές υποχρεώσεις αντιστοιχούσαν στο 2%. Το σύνολο του παθητικού αυξήθηκε από €59.4 δισ. σε €63.1 δισ. κατά το 2025, αντανακλώντας κυρίως την αύξηση των καταθέσεων.