Το διεθνές σύστημα κατά τη γνώμη μου έχει χαρακτηριστικά που διαπλέκονται μεταξύ τους και θα επηρεάσουν το μέλλον. Το πρώτο στοιχείο είναι η κυριαρχική θέση του πόλου που κατέχουν σε αυτό οι ΗΠΑ με τάση περιορισμού των δυνατοτήτων τους.

Μετά το 1989 υπήρξε μια ολόκληρη περίοδος της μίας και μοναδικής υπερδύναμης των ΗΠΑ που έζησαν για μια 15ετία την στιγμή της μοναδικότητάς τους στην ιστορία, ενός είδους μονοπωλίου. Στη συνέχεια πολλοί θεώρησαν ότι ακολούθησε ένας πολυπολικός κόσμος.

Η αλήθεια είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο με πολλούς περισσότερους παίκτες από ότι στο παρελθόν, ενώ το διεθνές σύστημα γνωρίζει μια μεγαλύτερη διάχυση ισχύος. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι αυτή η διάχυση δεν δημιούργησε (ακόμα;) έναν δεύτερο σταθερά ηγεμονικό πόλο στο σύστημα. Οι ΗΠΑ ναι μεν διαθέτουν σχετικά μικρότερη ισχύ από ότι πριν 35 χρόνια, όμως, εξακολουθούν να είναι αυτή τη στιγμή η μόνη χώρα που μπορεί να επιφέρει κομβικές αλλαγές στις ρυθμίσεις και στους κανόνες του συστήματος.

Όταν κάναμε επίσημη επίσκεψη στην Ουάσιγκτον τον Οκτώβρη του 2017, παίρνοντας τον λόγο ο Τραμπ έβγαλε δύο φακέλους, ο πρώτος έγραφε Ιράν, ο δεύτερος Ρωσία. Ήταν ολοφάνερο ότι ήθελε να μας κάνει κριτική για τις σχέσεις που διατηρούσαμε με αυτές τις δύο χώρες.

Από τότε, ως όλοι μας γνωρίζουμε, πήγε ως προς τον Πούτιν στο άλλο άκρο. Αλλά εκείνη την ημέρα έμεινε τελικά μόνο στο Ιράν. Αφού είπε ότι είπε, ανέλαβα να του απαντήσω ευγενικά και όπως πάντα χαμογελαστά. Του είπα: «κύριε Πρόεδρε ξέρετε τι είναι ο μαραθώνιος; Η ναυμαχία της Σαλαμίνας;». Έγνεψε καταφατικά. Ξαναπήρα το λόγο, του εξήγησα ότι πριν 2500 χρόνια και επί δύο αιώνες κάναμε εκατοντάδες διαπραγματεύσεις με το Ιράν-τους Πέρσες βασιλείς. Δεκάδες συνθήκες ειρήνευσης και άλλους τόσους πολέμους. Προασπιστήκαμε όλον τον πολιτισμό μας, την δημοκρατία μας και ως λένε Αμερικάνοι ιστορικοί την μελλοντικά αναδυόμενη δύση. Κατά συνέπεια του είπα: πρόεδρε enough is enough. Εμείς ότι είχαμε να κάνουμε με το Ιράν-Περσία το κάναμε και θα διατηρήσουμε τις επαφές μαζί τους. Γέλασε. Είπε ότι του άρεσε το επιχείρημα διότι έχει μια ιστορική διάσταση, μια σχέση που δεν διαθέτουν οι ΗΠΑ. Έκλεισε τους φακέλους κριτικής. Αποδέχτηκε αναγκαστικά την ευθύτητα και την ειλικρίνεια.

Το δίδαγμα: Δεν χρειάζονται με τους μεγάλους ούτε υποκλίσεις, ούτε φόβος. Εκείνο που απαιτείται είναι στρατηγική σκέψη, πειστικότητα στα επιχειρήματα, αυτά να έχουν στέρεο έδαφος και να λέγονται με παρρησία.

Κατόπιν σε ένα τετ-α-τετ του είπα για τον διάλογο που είχα με τον Κέρυ, τον ΥΠΕΞ προηγούμενης κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Ο Κέρυ είχε έρθει στην Αθήνα αρχές του Νοέμβρη του 2015 την επομένη που είχα επιστρέψει από την Τεχεράνη και μου έκανε παράπονα. Όταν πηγαίναμε για το γεύμα που του παρέθετα με πήρε αγκαζέ και μου λέει: «Νίκο το Ιράν κρατά τέσσερις Αμερικάνους αεροπόρους αιχμαλώτους. Εσύ που μιλάς μαζί τους, σε παρακαλώ, αν μπορείς να κάνεις κάτι κάνε». Και το έκανα χωρίς δημοσιότητα.

Στη συνέχεια του παραδείγματος εξήγησα στον Τραμπ ότι ο ρόλος της Ελλάδας δεν είναι να κάνει τον σερίφη της περιοχής. Εξάλλου υπάρχουν αρκετές δυνάμεις που επιδιώκουν έναν τέτοιο ρόλο. Αντίθετα, αυτό που κάνουμε εμείς είναι να Διαμεσολαβούμε ανάμεσα σε κράτη, να οδηγούμε αντίπαλους στην Διαπραγμάτευση και συγκρουόμενα μέρη στην Διαιτησία (τα τρία «Δ»). Και αυτός είναι ένας ρόλος απαραίτητος στο διεθνές σύστημα και αρμόζει στις δικές μας αντιλήψεις, ενώ υπηρετεί την Ειρήνη στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πρώτο 25 χρόνια του 21ου αιώνα από τις τρεις δεκάδες μεγάλων προβλημάτων που προέκυψαν, όλα λύθηκαν, αν λύθηκαν, με στρατιωτική επέμβαση ή εμφυλίους και μόνο το ένα με διπλωματία, εκείνο της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η νευρικότητα της Τουρκίας

Ως Ελλάδα διακρίνουμε στοιχεία από τον «ληστρικό ηγεμόνα», μιας νευρικής δύναμης, στην συμπεριφορά της ηγεσίας της Τουρκίας. Νευρικότητα που θυμίζει την Γερμανία του μεσοπολέμου. Η Τουρκία επιθυμεί την διατήρηση της παράνομης κατοχής εδαφών στην βόρεια Κύπρο, στην Συρία, στο Ιράκ. Παραβιάζει καθημερινά τα σύνορα αυτών των χωρών και τις θαλάσσιες ζώνες τους. Νιώθει ότι δεν πρέπει να υπόκειται στο διεθνές δίκαιο, παρόλο που το επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει τις παρανομίες της.

Η Τουρκία, όταν καταγράφει αδύναμες κυβερνήσεις και αξιολογεί ότι το διεθνές σκηνικό δεν είναι σε θέση, ή δεν έχει την πρόθεση να παρέμβει, όπως έκανε το 1974, εκδηλώνεται με επιθετικότητα. Ονειρεύεται την διχοτόμηση του Αιγαίου με τις ίδιες μεθόδους με τις οποίες προώθησε την παράνομη κατοχή της Κύπρου.

Είμαι της γνώμης, ότι η Τουρκία, όπως και ο Τραμπ υπερεκτιμούν τα βραχυπρόθεσμα κέρδη και υποτιμούν εν δυνάμει μακρόχρονες απώλειες. Και αυτό πρέπει να το πάρει υπόψη της η ελληνική διπλωματία.

Οι «λογικές» Τραμπ

Η «λογική» Τραμπ, είναι ιδιαίτερη και σύνθετη. Αρνείται τη σημασία των διεθνών οργανισμών και την ανάγκη συνεννόησης εντός τους. Γιατί; Διότι δεν τους θεωρεί ότι είναι ο κύριος τόπος και τρόπος λύσης των σημερινών παγκόσμιων πολύπλοκων και σύνθετων προβλημάτων και πολύ λιγότερο λύσεων προς ίδιον όφελος. Δηλαδή, η σημερινή πολιτική των ΗΠΑ δεν στηρίζεται μόνο στην κατά τη γνώμη μου ορθή ανάδειξη της σημασίας στο εθνικό κράτος και των εταιρειών που διαπλέκονται με αυτό.

Αφετηρία του Τραμπ είναι το τρίπτυχο ότι τα κράτη δημιουργούν τα διεθνή και παγκόσμια προβλήματα, υφίστανται τις συνέπειες και κατά προέκταση σύμφωνα με την σημερινή αμερικάνικη διπλωματία μόνο με την συνεργασία τους μπορούν να δώσουν αποτελεσματικές λύσεις. Στηρίζεται, δηλαδή, στο δικό του concept στις διεθνείς συνεργασίες και σε κοινές δράσεις με άλλα κράτη.

Ποια είναι, όμως, η διαφορά με προηγούμενα; Στο ότι εισάγει μια άλλη αρχή και κριτήριο με στόχο όπως οι ΗΠΑ διατηρήσουν την ιδιαίτερη θέση στο πρώτο επίπεδο και εμποδιστεί η παρουσία της Κίνας σε αυτό. Και δίνει μάχη για αυτό, ακόμα και στο Ιράν.

Όποιος νομίζει ότι οι υπερδυνάμεις και οι μεγάλες δυνάμεις των τριών «άνω» επιπέδων μετακινούνται αυτόβουλα στην συνταξιοδότηση δεν έχει καταλάβει τίποτα από την φιλοσοφία της ιστορίας. Ίσως να είναι και αυτός ένας λόγος που πολλοί δεν κατανοούν τις επιλογές του Τραμπ, καθώς και την επανάκαμψη της Ρωσίας του Πούτιν που και οι δύο διεξάγουν άδικους και παράνομους πολέμους.

«Ληστρική ηγεμονία» – «θυμωμένη ηγεμονία»

Συνολικά, λοιπόν, η καινούργια γραμμή του Τραμπ είναι η παράκαμψη του υφιστάμενου διεθνούς και διακρατικού θεσμικού συστήματος, άρα η μη συνεχής φροντίδα συνεννόησης με τους κάθε φορά απέναντι και ο προσανατολισμός στην ένταση. Ταυτόχρονα, μια γραμμή συλλογικής δράσης με τους συμφωνούντες στον σκοπό και στις μεθόδους, στους στόχους.

Σύμφωνα με την νέα στρατηγική των ΗΠΑ, όπως εκφράζεται μέσα από την νέα «αμερικάνικη εθνική στρατηγική ασφάλειας» και την αντίστοιχη «εθνική στρατηγική άμυνας» τέτοιες συνεργασίες των κάθε φορά προθύμων και ομοϊδεατών είναι πιο γρήγορες στη δράση, πιο ευέλικτες στη πρακτική τους από τις όποιες παγκόσμιες δομές οργάνωσης και θεσμούς.

Είναι μια πρακτική που ήδη είχαν εφαρμόσει και προηγούμενες κυβερνήσεις των ΗΠΑ, όπως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν καθώς και στην Γιουγκοσλαβία, όχι, όμως, συστηματικά, αλλά ως μια κατά εξαίρεση επιλογή. Είναι μια πρακτική που ο Τραμπ της πρώτης θητείας την προώθησε στην ΝΑ Ασία και στην περιοχή του Ινδικού με την τετράγωνη συνεννόηση ασφάλειας (Quadrinteral Security Dialogue / Quad). Καθώς και με τις συμφωνίες ασφάλειας με Ιαπωνία, Ν. Κορέα και Φιλιππίνες. Σήμερα, όμως, για τις ΗΠΑ η συνεργασία των προθύμων και όμοιων αντιλήψεων κυβερνήσεων συγκεκριμένων κρατών είναι πια ο κανόνας, μια πολιτική που κατά τη γνώμη τους είναι πιο αποτελεσματική από την μακρόσυρτη και συχνά πολύχρονη πρακτική οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, ακόμα και το ΝΑΤΟ.

Με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίζει τους Ευρωπαίους και Ασιάτες που δεν του «Συμπαραστέκονται». Με αυτή τη λογική, εξάλλου αποσύρθηκαν οι ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και από την συμφωνία για την προστασία του περιβάλλοντος του Παρισιού.

Είναι, επίσης, μια γραμμή επικάθισης επί των υπερεθνικών μηχανισμών και θεσμών προκειμένου να λειτουργήσει πιο ισχυρά και «ελεύθερα» η όποια «ληστρική ηγεμονία» η οποία εκδηλώνεται και ως μία «θυμωμένη ηγεμονία» σε κάθοδο. Η άρνηση διαλόγου με τους έχοντες διαφορετική γνώμη εντός του «Δυτικού Συστήματος». (…)

Προκλήσεις για την Ελλάδα

Σε αυτές τις συνθήκες οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις και η ακαδημαϊκή κοινότητα της πατρίδας μας οφείλουν να σκεφτούν πολύ περισσότερο πάνω σε σειρά ερωτημάτων όπως:

-Βρίσκονται οι ΗΠΑ σε πορεία παρακμής, πορεία την οποία ο Τραμπ αντιμετωπίζει επιθετικά προκειμένου να την καθυστερήσει, ακόμα και να την αναβάλει, αν όχι κατ’ αυτόν και να την αντιστρέψει διασφαλίζοντας όσα περισσότερα κέρδη μπορεί, ή «απλά» επιδιώκουν μια νέα αναδιάταξη του υπάρχοντος συστήματος αμερικανικής ηγεμονίας;

Η δική μου απάντηση είναι ότι στοχεύουν και τα δύο. Το τι θα υπερισχύσει θα εξαρτηθεί από τις ικανότητες των παικτών και τις μεταξύ τους ισορροπίες και ασυμμετρίες.

-Κατά προέκταση, η αναπτυσσόμενη αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ εκφράζει μακρόχρονες ανάγκες τους ή είναι συγκυριακή;

Προσωπικά τείνω στην πρώτη απάντηση λαμβάνοντας βέβαια υπόψη ότι μακρόχρονα θα γνωρίσει διορθώσεις και προσαρμογές.

-Η Ελλάδα θα πρέπει να έχει μια έντιμη σχέση με τις ΗΠΑ διατηρώντας τις σχέσεις της με τον άλλο αναδυόμενο πόλο, την Κίνα και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις και να μην ξεκόψει από αυτές όπως κινδυνεύει αυτή την περίοδο ή όχι;

Κατά τη γνώμη μου οφείλει να κάνει και τα δύο. Να ακολουθήσει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να μην είναι δοσμένη για τον οποιονδήποτε.

-Θα επιμείνει η ελληνική εξωτερική πολιτική στη σημασία του Διεθνούς Δικαίου, ή λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεγάλες δυνάμεις και ο Πόλος δεν ενδιαφέρονται πολύ για αυτό παρά μόνο αν και κατά πόσο εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους;

Προσωπικά εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει να αξιοποιούμε το Διεθνές Δίκαιο, αλλά είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε, ταυτόχρονα, ρεαλιστικά, ότι η σκακιέρα σήμερα δεν είναι δίκαιη, στηρίζεται στην ισχύ των παικτών. Οφείλουμε, επίσης, να θυμόμαστε ότι η ιστορία δεν οδηγεί πάντα στην πρόοδο, ούτε στέκεται δίκαιη με χώρες όπως εμείς. Αρα, ναι, στηρίζουμε το Διεθνές Δίκαιο, δεν έχουμε αυταπάτες για τον τρόπο εφαρμογής και επιλογής του, είμαστε ρεαλιστές ότι σε ώρες κρίσης στην διεθνή πολιτική σημαντικότερη είναι η ισχύς που συχνά, μάλιστα, εμφανίζεται ωμή και «γυμνή».Ώρα για αναπροσαρμογή στην ελληνική στρατηγική

Γνώμη μου συνολικά: σίγουρα χρειάζεται μια αναπροσαρμογή στην ελληνική υψηλή στρατηγική. Προκύπτει με βάση τα πιο πάνω το ερώτημα του τι θα κάνει η ελληνική εξωτερική πολιτική στο πεδίο της άμυνας και της διπλωματίας με την Τουρκία, ιδιαίτερα ως προς τον συνδυασμό των αξιών και των συμφερόντων. Θα επιμείνει στο δίδυμο «αξίες και συμφέροντα», ή θα τονίσει ως οφείλει πιο άμεσα το δεύτερο; Και ποια θα είναι η στάση της στις επιλογές των ΗΠΑ σε συνδυασμό με την στάση που κρατά η τουρκική διπλωματία; Μπορεί να ξεκοπεί από τις ΗΠΑ και να αφήσει ανοικτό τον δρόμο μιας επιθετικής Τουρκίας; Ή θα πρέπει να εγκαταλείψει τις αξίες της; Η απάντηση είναι και στα δύο ερωτήματα όχι: Ασφαλώς τίποτα από τα δύο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να υπερασπιστούμε τις αξίες μας και να προτάξουμε τα συμφέροντά μας. Αυτή η διαλεκτική άσκηση λύνεται με το ότι οφείλουμε να προσδιορίζουμε τα συμφέροντά μας και με τις αξίες μας, να εισέρχονται αυτές στον ορισμό των συμφερόντων μας.

Οφείλουμε, όμως, να σκεφτούμε πολύ πώς αξία και συμφέροντα, θα συνδυαστούν αποτελεσματικά και ενεργητικά στα πλαίσια της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ του Τραμπ.