Καθώς οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες την Κυριακή, 24 Μαΐου, το κομματικό σύστημα της χώρας παρουσιάζει μια εικόνα αισθητά διαφορετική από κάθε προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Νέα κόμματα αμφισβητούν την παλιά πολιτική τάξη, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν πάρει τη θέση των νεολαιών ως δίοδος εισόδου στην πολιτική, και το αντισυστημικό αίσθημα επανακαθορίζει τον ιδεολογικό χάρτη.

Ο δρ Γιώργος Χαραλάμπους, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας αναλύει την κατάσταση του πολιτικού τοπίου στο philenews:

Φαίνεται να υπάρχει σύγχυση ως προς τις ιδεολογίες των κομμάτων. Κάποιοι, για παράδειγμα, μιλούν για μια «αριστερή συμμαχία» μεταξύ ΑΛΜΑ, Άμεσης Δημοκρατίας, ΑΚΕΛ και Volt. Πού θα τοποθετούσατε τα κόμματα (ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΕΛΑΜ, ΕΔΕΚ, Volt, ΔΗΠΑ, Άμεση Δημοκρατία, ΑΛΜΑ, Οικολόγοι, Κυνηγοί) στο ιδεολογικό φάσμα;

Η σύγχυση οφείλεται στο ότι σήμερα, στο κυπριακό κομματικό σύστημα, η κλασική ευρωπαϊκή διάκριση αριστεράς-δεξιάς τέμνεται από νέες κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις. Από τη μια, το συστημικό απέναντι στο αντισυστημικό· από την άλλη, παγκοσμιοποίηση έναντι εθνικισμού, τεχνοκρατία έναντι λαϊκισμού, θεσμική λογική έναντι αντιπολιτικής στάσης, και γενεακές διαιρέσεις. Η ομαδοποίηση ΑΛΜΑ, Άμεσης Δημοκρατίας, ΑΚΕΛ και Volt ως «αριστερού συνασπισμού» είναι αναλυτικά ανεπαρκής. Τα κόμματα αυτά μοιράζονται ορισμένα αντισυστημικά ή μεταρρυθμιστικά χαρακτηριστικά, αλλά ιδεολογικά είναι αρκετά διαφορετικά.

Ας δούμε κάθε κόμμα ξεχωριστά. Το ΑΚΕΛ παραμένει το πιο σαφώς ιδεολογικό κόμμα στην Κύπρο. Είναι αριστερό, με κομμουνιστικές ρίζες και σοσιαλδημοκρατική πολιτική κατεύθυνση, υπέρ του κράτους πρόνοιας, εργατικό και αντίθετο στη λιτότητα. Ο ΔΗΣΥ ανήκει στη Δεξιά: είναι οικονομικά φιλελεύθερος, φιλικός προς το επιχειρείν και επιστρατεύει συχνά εθνικιστικά και συντηρητικά αφηγήματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού από δυνάμεις στα δεξιά του, όπως το ΕΛΑΜ, αλλά και διαχρονικά, καθώς παραδοσιακά έχει στηριχτεί σε μια ευρεία λαϊκή βάση δεξιών συντηρητικών και εθνικιστών.

Το ΔΗΚΟ είναι δύσκολο να τοποθετηθεί σε έναν κλασικό άξονα αριστεράς-δεξιάς. Ιστορικά, είναι εθνικιστικό-κεντρώο, κρατιστικό και ευέλικτο στη διαχείριση συμμαχιών. Συνδυάζει κοινωνική πολιτική, συντηρητισμό και διατηρεί μια έντονη εστίαση στο Κυπριακό. Τόσο στις θέσεις του όσο και στη στάση του στη Βουλή όσον αφορά στην οικονομία και τον τραπεζικό τομέα, κινείται πιο κοντά στη Δεξιά. Η ΕΔΕΚ είναι ιστορικά σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική, ωστόσο ανέπτυξε έντονες εθνικιστικές τάσεις, σκληρότερες θέσεις για το Κυπριακό και κοινωνικά συντηρητικά αντανακλαστικά. Αυτό δημιουργεί μια υβριδική ταυτότητα που συνδυάζει ένα οικονομικά κεντροαριστερό προφίλ με πολιτισμικά και εθνικά συντηρητικούς προσανατολισμούς.

Το ΕΛΑΜ είναι σαφώς ακροδεξιό, υπερεθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό και κοινωνικά συντηρητικό κόμμα. Έχει μετριάσει ορισμένες θέσεις του, επαναπροσδιορίστηκε ως κάτι διαφορετικό από το αρχικό του αδελφό κόμμα στην Ελλάδα, τη Χρυσή Αυγή, και τα μέσα ενημέρωσης το έχουν αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη ανοχή. Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί μια βαθύτερη ιδεολογία που παραμένει ακραία και έντονα αντικομμουνιστική. Τέτοιες ιδέες ήρθαν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια αυτής της εκλογικής εκστρατείας.

Το Volt είναι κοινωνικά προοδευτικό, έντονα φιλοευρωπαϊκό, φιλελεύθερο και τεχνοκρατικό. Οικονομικά, ανήκει στον χώρο του κεντροαριστερού φιλελευθερισμού και της κοινωνικοφιλελεύθερης πολιτικής.

Το ΑΛΜΑ παραμένει ιδεολογικά ρευστό. Ο πυρήνας της ταυτότητάς του δεν είναι αριστερός ή δεξιός — έχει ως πυρήνα την καταπολέμηση της διαφθοράς, τη θεσμική μεταρρύθμιση και τη λογοδοσία, με στόχο να βάλει τέλος στο πελατειακό κράτος. Οικονομικά, φαίνεται σχετικά κεντρώο, ωστόσο πρόσφατες δηλώσεις του Οδυσσέα Μιχαηλίδη ενδέχεται να υποδηλώνουν μια γενικότερη κεντροδεξιά κατεύθυνση.

Η Άμεση Δημοκρατία είναι κατά βάση αντιπολιτική, λαϊκιστική, γεννημένη στο ψηφιακό περιβάλλον, προσωποκεντρική και αντισυστημική. Η στάση της συνδυάζει φιλελεύθερα αντανακλαστικά, ρητορική συμμετοχικής δημοκρατίας, αντιελιτικό αίσθημα και μετα-ιδεολογικά μηνύματα.

Η ΔΗΠΑ είναι ουσιαστικά ένα κεντροδεξιό και πραγματιστικό κόμμα, λιγότερο ιδεολογικό και πιο διαχειριστικό. Οι Οικολόγοι είναι περιβαλλοντικά προσανατολισμένοι, προοδευτικοί σε πολλά κοινωνικά ζητήματα και συνήθως κεντροαριστεροί με ευρωπαϊκά κριτήρια, αλλά με έντονο εθνικιστικό αίσθημα. Το Κίνημα Κυνηγών συνδυάζει κλαδικό λαϊκισμό και αγροτικό συντηρητισμό, εκφράζοντας την αγανάκτηση της υπαίθρου και διεκδικώντας τα δικαιώματα των κυνηγών· είναι σαφώς δεξιός σχηματισμός.

Συνολικά, το κέντρο και η δεξιά πτέρυγα του πολιτικού φάσματος είναι έντονα κατακερματισμένα, ενώ μόνο το ΑΚΕΛ μπορεί να χαρακτηριστεί σαφώς αριστερό κόμμα, αν λάβουμε υπόψη και τις δύο κύριες διαστάσεις πολιτικού ανταγωνισμού — την κοινωνικοοικονομική και την κοινωνικοπολιτισμική.

Πώς έχουν διαμορφώσει το TikTok και τα σύντομα  βίντεο (reels) τη φετινή εκλογική εκστρατεία;

Το TikTok και τα σύντομα reels έχουν πλέον εδραιωθεί σε όλο το κομματικό σύστημα καθώς αποτελούν έναν απολύτως αποδεκτό, μάλιστα αναγκαίο, τρόπο πολιτικής κινητοποίησης και προεκλογικής εκστρατείας. Αυτό διαμορφώνει και τον τρόπο που οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική, τους πολιτικούς χώρους και τα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν. Σύντομα, συχνά ασαφή μηνύματα ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτονται και ψηφίζουν οι πολίτες. Σε τελική ανάλυση, έχουν υποκαταστήσει την πιο συνεκτική διατύπωση πολιτικής — όπως τα πολιτικά προγράμματα — και έχουν εντείνει την εστίαση των κομμάτων στην κινητοποίηση μέσω κοινωνικών δικτύων, τόσο κατά την προεκλογική περίοδο όσο και ανάμεσα στις εκλογές.

Το TikTok αλλάζει τα πράγματα σε δομικό επίπεδο: επιβραβεύει την προσωπικότητα έναντι των θεσμών, συμπιέζει την πολιτική επικοινωνία, αφήνει εκτός τα παραδοσιακά μέσα και τροφοδοτεί την αντισυστημική πολιτική. Γενικότερα, τα αλγοριθμικά συστήματα τείνουν να επιβραβεύουν τη συναισθηματική ένταση, τις αντιπαραθέσεις που αναδεικνύουν τον «εξωτερικό», και τα αντιελιτικά μηνύματα. Αυτό που καθιστά τις φετινές εκλογές ιδιαίτερα σημαντικές δεν είναι απλώς το ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα — αυτό υπάρχει εδώ και χρόνια — αλλά ότι η ίδια η πολιτική νομιμοποίηση καθορίζεται πλέον ολοένα και περισσότερο από τους αλγόριθμους παρά από τις κομματικές δομές.

Πρόκειται πράγματι για μια ιστορική αλλαγή στον τρόπο εισόδου στην πολιτική. Σήμερα, αντί για νεολαίες, συνδικάτα, δήμους και κομματικές ιεραρχίες, κάποιος μπορεί να κάνει το άλμα στην εθνική πολιτική σκηνή χτίζοντας κοινό στο YouTube, στο TikTok, μέσα από podcast και livestream.

Πώς εξηγείτε την άνοδο νέων κομμάτων όπως το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία; Ανήλθαν για τους ίδιους λόγους;

Τα εκλογικά τους σώματα διαφέρουν, οπότε ανήλθαν για διαφορετικούς λόγους — σε μια συγκυρία όμως βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα και κενού στο πολιτικό σκηνικό. Η άνοδος του ΑΛΜΑ συνδέεται στενά με την προσωπική αξιοπιστία του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, του πρώην Γενικού Ελεγκτή. Η δημόσια εικόνα του οικοδομήθηκε γύρω από την αποκάλυψη διαφθοράς, κατάχρησης δημόσιου χρήματος και ατιμωρησίας των ελίτ — ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια και μετά τα σκάνδαλα των «χρυσών διαβατηρίων». Οι υποστηρικτές του ΑΛΜΑ συχνά περιλαμβάνουν πρώην ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΑΚΕΛ και αποχόντες.

Η άνοδος της Άμεσης Δημοκρατίας σχετίζεται λιγότερο με τη θεσμική μεταρρύθμιση και περισσότερο με την απόρριψη της συμβατικής πολιτικής καθεαυτής. Αντανακλά τη δυσπιστία προς τους επαγγελματίες πολιτικούς, την κουλτούρα συμμετοχής στο διαδίκτυο, την εξατομίκευση μέσω κοινωνικών δικτύων και την έλξη της αυθεντικότητας έναντι της εξειδίκευσης. Ο Φειδίας έχτισε την επιρροή του εντελώς εκτός πολιτικής, μέσω YouTube και κοινωνικών δικτύων. Το πολιτικό του κεφάλαιο στηρίζεται στην εικόνα του ανθρώπου που μιλά χωρίς φίλτρα, που δεν ανήκει στις ελίτ και είναι πολιτισμικά μακριά από την παραδοσιακή πολιτική τάξη. Αυτό εντάσσεται σε ευρύτερες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες τάσεις, όπου διαδικτυακές προσωπικότητες μετατρέπουν την εμπιστοσύνη του κοινού τους σε πολιτικό κεφάλαιο.

Τι υποδηλώνει η ενδεχόμενη είσοδος της Άμεσης Δημοκρατίας στη Βουλή για τη στάση των πολιτών απέναντι στα κόμματα, τους θεσμούς και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία;

Θα υποδήλωνε μια μετατόπιση μέσα στη συμβατική πολιτική κουλτούρα στην Κύπρο και θα σηματοδοτούσε πάνω απ’ όλα μια κρίση κομματικής νομιμοποίησης — ότι η συμβατική κομματική πολιτική δεν μονοπωλεί πλέον την πολιτική εκπροσώπηση. Η είσοδος της Άμεσης Δημοκρατίας στη Βουλή θα απέδειχνε ότι πολλοί πολίτες βλέπουν πλέον τα κόμματα όχι ως εκπροσώπους, κοινότητες ή ιδεολογικές εστίες, αλλά ως κλειστές ελίτ και δίκτυα καριέρας που αναπαράγουν πελατειακές πρακτικές, ή ως άκαμπτες γραφειοκρατίες αποκομμένες από την κοινωνία.

Αυτό θα αντανακλούσε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση φθίνουσας κομματικής συμμετοχής, εξασθένησης της ιδεολογικής προσήλωσης και διάβρωσης της εμπιστοσύνης στους ενδιάμεσους θεσμούς, καθώς και τον πόθο των πολιτών για πιο άμεση σχέση με την πολιτική. Κατά πολλούς τρόπους, τέτοια φαινόμενα στην Κύπρο υστερούν σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου παρόμοιοι σχηματισμοί και πολιτικά στυλ παρατηρούνται εδώ και μια δεκαετία.

Υπάρχει αρκετός εκλογικός χώρος ώστε να εισέλθουν στη Βουλή και τα τρία κόμματα — ΑΛΜΑ, Άμεση Δημοκρατία και Volt — ή ανταγωνίζονται για την ίδια δεξαμενή ψηφοφόρων;

Σε κάποιο βαθμό ανταγωνίζονται για ψηφοφόρους, αλλά όχι σε βαθμό που να αποκλείει την είσοδο και των τριών στη Βουλή. Με μια πρώτη ματιά, φαίνονται να διεκδικούν τους ίδιους δυσαρεστημένους πολίτες, το αντισυστημικό αίσθημα, τους νεότερους ή πολιτικά αποκομμένους ψηφοφόρους και όσους έχουν απογοητευτεί από τα παραδοσιακά κόμματα. Σε βαθύτερο επίπεδο όμως, απευθύνονται σε αρκετά διαφορετικά πολιτικά αισθήματα και κοινωνικές ταυτότητες — και αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να μπουν και τα τρία στη Βουλή.

Οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι δεν αποτελούν ένα ενιαίο μπλοκ. Άλλοι είναι μεταρρυθμιστές κατά της διαφθοράς, άλλοι αντιπολιτικοί, άλλοι προοδευτικοί-εκσυγχρονιστές, άλλοι εθνικιστές διαμαρτυρίας, και πολλοί απλώς αποκομμένοι από την κομματική πολιτική ή αδήλωτοι. Το ΑΛΜΑ, η Άμεση Δημοκρατία και το Volt απευθύνονται σε διαφορετικά τμήματα αυτού του τοπίου.

Μπορούν το ΑΛΜΑ και το Volt να προσελκύσουν ψηφοφόρους που απείχαν στις προηγούμενες εκλογές, ή αυτό παραμένει κυρίως το πλεονέκτημα της Άμεσης Δημοκρατίας;

Θα μπορούσαν, αλλά με μικρότερη πιθανότητα από την Άμεση Δημοκρατία, η οποία είναι πιο απολίτικη και πιο ελκυστική για την ψήφο διαμαρτυρίας. Το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημά της εντοπίζεται στους αντιπολιτικούς ψηφοφόρους, τους νεότερους αποδεσμευμένους πολίτες και τους ανθρώπους που είναι πολιτισμικά αποκομμένοι από την κομματική πολιτική. Ο Φειδίας Παναγιώτου μιλά τη γλώσσα ανθρώπων που συχνά δεν ταυτίστηκαν ποτέ με τους πολιτικούς θεσμούς και την πολιτική διαδικασία.

Το ΑΛΜΑ προσεγγίζει αυτούς που απέχουν με διαφορετικό τρόπο — δυνητικά ευρύτερο μεταξύ μεγαλύτερης ηλικίας ψηφοφόρων και μεσαίας τάξης. Το μήνυμά του απηχεί σε πολίτες θυμωμένους για τη διαφθορά, σε πρώην ψηφοφόρους των κυρίαρχων κομμάτων — ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ — σε επαγγελματίες και σε ανθρώπους που αποτραβήχτηκαν από την πολιτική από απογοήτευση και όχι από μηδενισμό. Το ΑΛΜΑ μπορεί έτσι να επανενεργοποιήσει αποχόντες που εξακολουθούν να επιθυμούν αποτελεσματική διακυβέρνηση, μεταρρύθμιση του κράτους και θεσμική ωριμότητα.

Οι αποχόντες που θα μπορούσε να προσελκύσει το Volt συνήθως δεν είναι βαθιά αντιπολιτικοί. Αντίθετα, συχνά αισθάνονται υποεκπροσωπημένοι, ιδεολογικά αποκομμένοι ή απογοητευμένοι από μια πολιτική σκηνή που δεν τους έχει τίποτα να προσφέρει. Το Volt μπορεί επομένως να προσελκύσει πρώην αποχόντες από πανεπιστήμια και αστικά κέντρα, καθώς και νεότερους ή μεσήλικες επαγγελματίες.

Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ένα νέο κόμμα στην Κύπρο για να μπει στη Βουλή; Αναγνωρισιμότητα, οργανωτική δομή, ποιότητα υποψηφίων, προβολή στα μέσα;

Η επιτυχία των νέων κομμάτων εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ορατότητα, τη συναισθηματική σύνδεση με τα κυρίαρχα κοινωνικά ρεύματα, την προσωπικότητα, την αντισυστημική ενέργεια και το ποιος τελικά πηγαίνει να ψηφίσει. Η Κύπρος κινείται όλο και πιο κοντά στα κατακερματισμένα και εξατομικευμένα πολιτικά συστήματα που παρατηρούνται αλλού στην Ευρώπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οργάνωση είναι άνευ σημασίας — αλλά έχει μειωμένη βαρύτητα, καθώς πλέον συχνά έρχεται μετά την αρχική εκλογική επιτυχία και όχι πριν από αυτήν.

Μπορούν τα παραδοσιακά κόμματα — ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ — να ανακτήσουν ποτέ το παλιό τους εκλογικό μερίδιο; Και αν ναι, τι πρέπει να κάνουν;

Μάλλον όχι. Έχουμε πλέον εισέλθει σε μια νέα μορφή κομματικού συστήματος, όπου οι διαδικασίες πολιτικής εκπροσώπησης και συμμετοχής είναι κατακερματισμένες και η αστάθεια φαίνεται να είναι μόνιμη — οι δομικές συνθήκες που την τροφοδοτούν έχουν πλέον ριζώσει βαθιά: από τα κοινωνικά δίκτυα και την ανάδειξη προσωπικοτήτων έναντι κομμάτων, μέχρι την απογοήτευση από την πολιτική τάξη και τις πιο επιφανειακές κομματικές ταυτότητες. Νέες διαιρέσεις — γενεακές, αξιακές ή ιδεολογικές — γεννούν ολοένα και περισσότερα κόμματα, καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη την επιστροφή του κομματικού συστήματος σε μια τετραπολική μορφή.

Πόσο καθοριστική θα είναι η αποχή για τις πιθανότητες των μικρότερων κομμάτων; Η χαμηλή συμμετοχή βοηθά τα νέα κόμματα ή τα βλάπτει;

Η αποχή είναι πιθανώς μία από τις κεντρικές μεταβλητές που διαμορφώνουν το μέλλον των μικρότερων κομμάτων στην Κύπρο — συμπεριλαμβανομένων του ΑΛΜΑ, της Άμεσης Δημοκρατίας, του ΕΛΑΜ, του Volt και άλλων. Οι επιπτώσεις της όμως δεν είναι ομοιόμορφες. Η χαμηλή προσέλευση μπορεί είτε να βοηθήσει είτε να βλάψει τα μικρότερα κόμματα, ανάλογα με το τι είδους κόμμα είναι και ποιος μένει σπίτι. Γενικά, ευνοεί τα μικρά κόμματα που έχουν πειθαρχημένη βάση, κάνουν επίκληση στο συναίσθημα και έχουν σαφή ιδεολογική ταυτότητα.

Μπορεί όμως να βλάψει τα χαλαρά κινήματα διαμαρτυρίας, τα προσωποκεντρικά κόμματα ή τα ψηφιακά δημοφιλή κινήματα των οποίων οι υποστηρικτές είναι πολιτικά αδεσμευμένοι. Η αποχή δεν είναι επομένως αυτομάτως «καλή για τα μικρά κόμματα». Βοηθά τα κόμματα των οποίων οι υποστηρικτές είναι πιο πιθανό να ψηφίσουν σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο.

Αντιπροσωπεύει το Volt ένα νέο φιλελεύθερο, προοδευτικό και φιλοευρωπαϊκό ρεύμα στην Κύπρο, ή η απήχησή του παραμένει ακόμη περιορισμένη σε συγκεκριμένα αστικά στρώματα;

Είναι φιλελεύθερο, έχει προοδευτικά στοιχεία και είναι σαφώς φιλο-ΕΕ και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το Volt προσελκύει κοσμοπολίτες νεότερους ψηφοφόρους, αγγλόφωνους επαγγελματίες και κοινωνικά φιλελεύθερα αστικά στρώματα. Ωστόσο, είναι μόνο εν μέρει νέο: θυμίζει σε πολλά τους Ενωμένους Δημοκράτες (ΕΔΗ), το κόμμα που ίδρυσε ο πρώην Πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου, ως προς τον φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, τη μεταρρυθμιστική φιλελεύθερη ταυτότητα, τη βάση αστικής και μορφωμένης υποστήριξης και την τοποθέτησή του εκτός των κύριων κομματικών μπλοκ. Το Volt είναι όμως πιο κινηματικό, πιο ιδεολογικά «ευρωπαϊκά-προοδευτικό» και λειτουργεί σε ένα πολύ πιο κατακερματισμένο και ασταθές πολιτικό περιβάλλον.

Το ΕΛΑΜ ανήλθε ως ένα αντισυστημικό, εθνικιστικό κίνημα. Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οδηγείται στην καλύτερη εκλογική επίδοσή του μέχρι σήμερα, πιστεύετε ότι η σύνδεσή του με την κυβέρνηση, διαβρώνει την εικόνα του ως κόμμα διαμαρτυρίας;

Στην Κύπρο, η άνοδος του ΕΛΑΜ οικοδομήθηκε πάνω σε έναν συνδυασμό εθνικιστικής αγανάκτησης, οργής εναντίων των ελίτ, αντιμεταναστευτικής πολιτικής, δυσπιστίας προς τα παραδοσιακά κόμματα και απογοήτευσης από την πολιτική τάξη μετά το 2013. Ο αντισυστημισμός που εξέφραζε ήταν η κινητήρια δύναμη της ανόδου του. Τώρα το ΕΛΑΜ βρίσκεται σε μεταβατική φάση: δεν είναι πλέον περιθωριακό, αλλά ούτε και πλήρως εδραιωμένο. Αυτό δημιουργεί εσωτερικές αντιφάσεις, καθώς το ΕΛΑΜ έχει συνδεθεί ολοένα περισσότερο με συμβιβασμούς, στρατηγικές συμμαχίες και την κρατική εξουσία.

Σύμφωνα με στοιχεία για την κομματική του βάση, περίπου 20% των ψηφοφόρων του 2021 το έχουν εγκαταλείψει, και ένα νέο ακροδεξιό κόμμα, οι Λακεδαιμόνιοι, που κατηγορεί το ΕΛΑΜ ότι έχει γίνει συστημικό, διεκδικεί την ψήφο στις εκλογές. Πολλοί ψηφοφόροι ενδέχεται να αντιλαμβάνονται πλέον το ΕΛΑΜ ως έμμεσο στήριγμα της κυβερνητικής σταθερότητας — ένα κόμμα που έχει γίνει κομμάτι του συστήματος που κάποτε πολεμούσε. Πράγματι, φαίνεται να υπάρχει ρήξη μεταξύ του αρχικού του εκλογικού σώματος — θυμωμένοι αντισυστημικοί ψηφοφόροι, ρατσιστική και βίαιη νεολαία, σκληροί εθνικιστές, πολιτικά αποξενωμένοι υπερσυντηρητικοί και εθνοκεντρικοί ψηφοφόροι — και του αναδυόμενου νέου εκλογικού του σώματος: συντηρητικοί απογοητευμένοι από τον ΔΗΣΥ, νέοι από οικογένειες του ΔΗΣΥ, ξενοφοβικοί ψηφοφόροι και ένα τμήμα της ψήφου διαμαρτυρίας.

Ταυτόχρονα, η θεσμοποίηση και η κανονικοποίηση μπορούν να κάνουν το ΕΛΑΜ να φαίνεται πιο αξιόπιστο και λιγότερο απειλητικό για μετριοπαθείς συντηρητικούς ψηφοφόρους. Αυτό ενδέχεται να διευρύνει το εκλογικό του σώμα και σε ψηφοφόρους που δεν ψηφίζουν καθοδηγούμενη από οργή. Παρά την εσωτερική αντίφαση στην οποία βρίσκεται, το ΕΛΑΜ θα μπορούσε ακόμη να επιτύχει το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμά του μέχρι σήμερα, διότι οι δομικές συνθήκες που ευνοούν τα ακροδεξιά κόμματα παραμένουν ισχυρές: εχθρότητα προς τους μετανάστες, δυσπιστία προς τις ελίτ, εθνικισμός, κατακερματισμός του κεντροδεξιού χώρου, οικονομική ανασφάλεια και οργή κατά των παραδοσιακών κομμάτων.

Παράλληλα, ορισμένοι ψηφοφόροι υποστηρίζουν πλέον το ΕΛΑΜ όχι επειδή είναι αντισυστημικό, αλλά επειδή συμφωνούν ειλικρινά με τον εθνικισμό, τις πολιτικές ταυτότητας ή τις συντηρητικές θέσεις του. Αυτό μπορεί να κάνει το εκλογικό του σώμα πιο ανθεκτικό από τα καθαρά κόμματα διαμαρτυρίας και να εδραιώσει τη Δεξιά ιδεολογικά — εξοικειώνοντας την κοινωνία με σωβινιστικές αντιλήψεις.