Την περασμένη Κυριακή ο κυπριακός λαός ψήφισε τους αντιπροσώπους του στη Βουλή για τα επόμενα πέντε χρόνια. Η επόμενη μέρα έφερε εκ νέου στο προσκήνιο διαχρονικά ερωτήματα για τον περί εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων νόμο του 1979.
Πρώτο, γιατί εκλέγονται πρόσωπα με ελάχιστους σταυρούς προτίμησης και μένουν εκτός άλλοι που εξασφαλίζουν πολλαπλάσιους; Και δεύτερο, αντικατοπτρίζει το αποτέλεσμα, όπως προκύπτει από τον νόμο, την αληθινή βούληση των πολιτών;
Όσον αφορά το πρώτο, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί μια σημαντική παράμετρος που συχνά συγχέεται. Τις έδρες εξασφαλίζουν τα κόμματα βάσει ψήφων και όχι οι υποψήφιοι βάσει σταυρών προτίμησης. Κατ’ επέκταση, όπως γίνεται σήμερα η διαλογή των εδρών, ο αριθμός σταυρών προτίμησης ενός υποψηφίου είναι άνευ σημασίας.
Σε σχέση με το δεύτερο, κατά πολλούς όχι, δεν την αντικατοπτρίζει. Αυτοί που αντιμετωπίζουν τον τρόπο κατανομής με σκεπτικισμό, υποστηρίζουν ότι η νομοθεσία εμπεριέχει στρεβλώσεις που οδηγούν σε αδικίες. Η πραγματικότητα είναι πως πράγματι υπάρχει εδώ και χρόνια μια σημαντική πρόνοια που προκαλεί την κοινή λογική. Με αυτήν το παρών κείμενο θα ασχοληθεί εκτενώς στη συνέχεια.
Το εκλογικό σύστημα στην Κύπρο σχολιάζει στον «Φ της Κυριακής» ο δικηγόρος Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, ενώ την άποψη της καταθέτει η Εύη Τσολάκη, μια υποψήφια που οριακά έμεινε φέτος εκτός Βουλής και προβληματίζεται για την ορθότητα της διαδικασίας.
Από την πλευρά του ο δικηγόρος Σίμος Αγγελίδης θέτει προς συζήτηση το ενδεχόμενο εκλογής βουλευτών επικρατείας με οριζόντια ψηφοφορία, ώστε να διασφαλίζεται ότι αξιόλογες προσωπικότητες με ευρεία αποδοχή ανάμεσα στο εκλογικό σώμα θα έχουν μια θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ο εκλογικός νόμος
Στην Κύπρο ο εκλογικός νόμος είναι ιδιαίτερα σύνθετος, γι’ αυτό και στο μέτρο του δυνατού ο «Φ» θα επιχειρήσει με απλά λόγια να τον επεξηγήσει.
Η πρώτη κατανομή γίνεται ανά εκλογική περιφέρεια. Το σημαντικό σημείο σε αυτή τη φάση είναι το εκλογικό μέτρο κάθε περιφέρειας. Για να υπολογιστεί, διαιρείται το σύνολο των εγκύρων ψήφων της περιφέρειας με τον αριθμό των εδρών που της αναλογούν (Λευκωσία 19, Λεμεσός 12 κ.ο.κ.). Αν δηλαδή σε ένα υποθετικό σενάριο οι έγκυρες ψήφοι είναι 100.000 και οι έδρες 20, τότε το εκλογικό μέτρο είναι 5.000. Ένα κόμμα για να εξασφαλίσει έδρα από την πρώτη κατανομή σε κάθε επαρχία, θα πρέπει να ξεπεράσει σε ψήφους τον αριθμό που έχει υπολογιστεί ως εκλογικό μέτρο. Όσες φορές το ξεπεράσει, τόσες έδρες κερδίζει. Αν σε ένα υποθετικό παράδειγμα το «Χ» κόμμα έλαβε 34.000 ψήφους στη Λευκωσία με εκλογικό μέτρο τις 5.000, τότε εξασφαλίζει 6 έδρες από την πρώτη κατανομή. Χρησιμοποιεί για τις έδρες αυτές τις 30.000 ψήφους και οι υπόλοιπες 4.000 μένουν στο καλάθι για τη συνέχεια. Αυτές οι 4.000 ψήφοι αποτελούν το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο του κόμματος «Χ» στη Λευκωσία.
Στη δεύτερη κατανομή συμμετέχουν μόνο όσα κόμματα έχουν ξεπεράσει το 3,6% επί των εγκύρων ψήφων Παγκύπρια. Σε αυτή τη φάση, ολόκληρη η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί μια ενιαία εκλογική περιφέρεια. Όλα τα κόμματα προσθέτουν τα αχρησιμοποίητα τους υπόλοιπα σε κάθε εκλογική περιφέρεια για να προκύψει ένας συνολικός αριθμός. Βάσει του αποτελέσματος, δημιουργείται λίστα προτεραιότητας για τις έδρες που θα παραχωρηθούν στη συνέχεια. Το σύνολο των αχρησιμοποίητων υπολοίπων όλων των κομμάτων που συμμετέχουν στη δεύτερη κατανομή διαιρείται με τον αριθμό των διαθέσιμων εδρών. Έτσι προκύπτει το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής. Ακολούθως, το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο κάθε κόμματος διαιρείται με το εκλογικό μέτρο για να υπολογιστεί πόσες έδρες του αναλογούν από τη δεύτερη κατανομή. Η διαδικασία παραχώρησης των εδρών ξεκινά από το πρώτο κόμμα στη λίστα προτεραιότητας, το οποίο έχει το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο. Η έδρα δίνεται στην εκλογική περιφέρεια όπου το κόμμα ή ο συνασπισμός έχει το υψηλότερο υπόλοιπο, εφόσον υπάρχει αδιάθετη έδρα εκεί. Αν όχι, εξετάζεται η επόμενη περιφέρεια με το αμέσως υψηλότερο υπόλοιπο.
Στην τρίτη κατανομή γίνεται η τελική μοιρασιά και συνήθως είναι αυτή που δημιουργεί και τις περισσότερες αντιδράσεις. Χρησιμοποιείται ως ένας τελικός μηχανισμός για να μην μείνουν έδρες κενές. Σε αυτή συμμετέχουν μόνο κόμματα με ποσοστό 7,2% των εγκύρων ψήφων και πάνω. Σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο, αν και μετά τη δεύτερη κατανομή μείνουν ακόμη αδιάθετες έδρες, τότε αυτές δίνονται μία-μία στα κόμματα ή στους συνασπισμούς με τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα από τη δεύτερη κατανομή. Τηρείται και πάλι σειρά προτεραιότητας με βάση το εύρος του αχρησιμοποίητου υπόλοιπου του κάθε κόμματος.
Έδρες καταλήγουν σε λάθος επαρχίες και πρόσωπα
Η διαδικασία της τρίτης κατανομής απασχόλησε αρκετές φορές το Ανώτατο Δικαστήριο, με πρώτη και σημαντικότερη την απόφαση Ζαχαριάδης εναντίον Λιβερά το 1982. Ακολούθησαν η Χατζηπαύλου εναντίον Χαραλαμπίδη, Κενεβέζου εναντίον Θεμιστοκλέους και η τελευταία, Κωνσταντίνου εναντίον Παντελίδη το 2022.
Σε όλες τις περιπτώσεις το Ανώτατο έκρινε ότι τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα των κομμάτων που προκύπτουν μετά την πρώτη κατανομή, χρησιμοποιούνται και για την τρίτη κατανομή, ώστε να κριθεί η επαρχία στην οποία ένα κόμμα θα πάρει την έδρα. Αυτό επί της ουσίας σημαίνει ότι οι ψήφοι που χρησιμοποιούνται στη δεύτερη κατανομή για εξασφάλιση έδρας, δεν αφαιρούνται από το συνολικό που προκύπτει μετά την πρώτη και συνεπώς είναι διαθέσιμες και για την τρίτη.
Το πιο πάνω ασφαλώς και συγκρούεται με την κοινή λογική, αφού μέρος του υπολοίπου ψήφων δεν θα έπρεπε να είναι διαθέσιμο στην τρίτη κατανομή, από τη στιγμή έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στη δεύτερη.
Η Βουλή δεν διορθώνει τη στρέβλωση
Από το 1979 που δημοσιεύτηκε ο εκλογικός νόμος στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, έγιναν συνολικά 41 τροποποιήσεις, με την τελευταία να ψηφίζεται τον περασμένο Μάρτιο. Παρά το γεγονός ότι από το 1982 το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις στη λογική που αναφέρθηκε πιο πάνω, η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έλαβε μέτρα για να λύσει ένα ζήτημα που όλοι αντιλαμβάνονται πως είναι προβληματικό και οδηγεί σε διαστρεβλωμένο αποτέλεσμα.
Η αστοχία δεν αφορά τον συνολικό αριθμό εδρών που λαμβάνει ένα κόμμα, αλλά την επαρχία στην οποία τελικά κατανέμεται η έδρα. Αυτό όμως δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, αφού μπορεί να οδηγήσει σε ντόμινο αλλαγών. Όταν ένα κόμμα παίρνει έδρα στη δεύτερη κατανομή λόγω υψηλού αχρησιμοποίητου υπολοίπου σε συγκεκριμένη επαρχία, το υπόλοιπο αυτό δεν αφαιρείται ούτε μηδενίζεται για την επόμενη φάση. Ως αποτέλεσμα, η ίδια δεξαμενή ψήφων είναι διαθέσιμη για την τρίτη κατανομή, αλλάζοντας ενδεχομένως την περιφέρεια στην οποία θα δοθεί η επόμενη έδρα. Από αυτό το δεδομένο μπορεί να επηρεαστεί άμεσα υποψήφιος του ίδιου κόμματος σε άλλη επαρχία, ο οποίος θα έπαιρνε την έδρα αν το υπόλοιπο που ήδη χρησιμοποιήθηκε δεν μετρούσε ξανά. Εκείνος να επηρεάσει άλλον κ.ο.κ.
Στη μεγάλη εικόνα, η συγκεκριμένη πρόνοια υπονομεύει την ισοδυναμία της ψήφου, υπό την έννοια ότι ένας αριθμός ψήφων επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα εις διπλούν.
Βουλευτές επικρατείας και οριζόντια ψηφοφορία
Πέρα από τη διόρθωση της προβληματικής πρόνοιας που καταγράφεται στο παρόν κείμενο, η Βουλή θα μπορούσε να εξετάσει και ευρύτερες αλλαγές που θα ενισχύουν την έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Ο νομικός Σίμος Αγγελίδης, μιλώντας στον «Φ», αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο εκλογής βουλευτών επικρατείας. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, μέρος των βουλευτών θα εκλέγεται σε παγκύπρια βάση και θα μπορεί να ψηφίζεται από εκλογείς όλων των περιφερειών, χωρίς να μεταβάλλεται η εκλογική δύναμη των κομμάτων.
Όπως εξηγεί ο Σίμος Αγγελίδης, η εκλογή βουλευτών επικρατείας θα μπορούσε να συνδυαστεί και με οριζόντια ψηφοφορία. Στην πράξη, αυτό θα σήμαινε τη δημιουργία παγκύπριου καταλόγου προσώπων από όλα τα κόμματα, τα οποία θα περιλαμβάνονται σε ενιαίο ψηφοδέλτιο επικρατείας. Ο ψηφοφόρος θα μπορούσε να επιλέγει πρόσωπο από τον κατάλογο αυτό, ανεξάρτητα από το κόμμα που ψήφισε στην εκλογική του περιφέρεια.
Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να ευνοήσει την εκλογή προσώπων ευρύτερης αποδοχής από όλα τα κόμματα. Παράλληλα, θα ανταποκρινόταν, σε κάποιο βαθμό, στην επιθυμία μεγάλης μερίδας των πολιτών να μπορούν να στηρίζουν υποψηφίους που κατέρχονται με διαφορετικούς κομματικούς συνδυασμούς.
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης: Τι θα μπορούσε να βελτιωθεί

Όλα τα εκλογικά συστήματα παρουσιάζουν αδυναμίες. Η σύγκριση όμως, μεταξύ των σταυρών που έλαβε υποψήφιος μικρού κόμματος σε μικρή επαρχία έναντι των σταυρών που έλαβαν άλλοι υποψήφιοι σε μεγαλύτερες επαρχίες, είναι εντελώς αδόκιμη και δεν οφείλεται σε λάθος του συστήματος. Στο εκλογικό μας σύστημα, όπως και στα περισσότερα σύγχρονα συστήματα, η ψήφος μετρά για το πολιτικό κόμμα και, επειδή το σύστημα είναι αναλογικό, οι έδρες κατανέμονται με βάση τα ποσοστά που έχει εξασφαλίσει κάθε πολιτικό κόμμα. Ακολούθως, εκλέγεται ο πρώτος σε σταυρούς σε εκείνο το κόμμα. Εκ των πραγμάτων, αυτό σημαίνει ότι ο πρώτος σε σταυρούς υποψήφιος ενός μικρού κόμματος, θα έχει πολύ λιγότερους σταυρούς από υποψήφιο που δεν εκλέχθηκε ενός μεγάλου κόμματος. Και προφανώς, υποψήφιος σε μικρές επαρχίες θα έχει πολύ λιγότερους σταυρούς από υποψήφιο σε μεγαλύτερες επαρχίες διότι είναι πολύ λιγότερες οι διαθέσιμες ψήφοι.
Υπάρχουν εντούτοις, άλλα σημεία στα οποία το εκλογικό σύστημα θα μπορούσε να βελτιωθεί: α) το ελάχιστο ποσοστό εισόδου για τη β΄ κατανομή ενισχύει τη συνεκτικότητα των κοινοβουλευτικών κομμάτων, αντί να εκπροσωπούνται περισσότερα κόμματα με 1-2 βουλευτές. Θα μπορούσε όμως, να συζητηθεί η μείωση του π.χ. σε 3%, εφόσον φαίνεται, στην πράξη, πως αποστερεί την είσοδο σε κόμματα που εκπροσωπούν ένα σεβαστό ποσοστό του εκλογικού σώματος, β) η κατανομή των εδρών σε εκλογικές περιφέρειες στην «τρίτη κατανομή» γίνεται με βάση αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που υπολογίζουν εκ νέου τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που απομένουν μετά την πρώτη κατανομή. Αυτό δεν επηρεάζει τις συνολικές έδρες που λαμβάνουν τα κόμματα, αλλά δημιουργεί στρέβλωση ως προς τις επαρχίες στις οποίες έκαστο κόμμα λαμβάνει έδρα στην τρίτη κατανομή, γ) ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η ενισχυμένη αναλογική μετά την πρώτη κατανομή, μπορεί να τύχει γενικότερης επανεξέτασης ώστε να αποφεύγονται κατανομές εδρών που μπορεί να ξενίζουν.
Εύη Τσολάκη: Η νομοθεσία προκαλεί αδικίες

Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί και έχει γίνει βάσει Νομοθεσίας. Όμως αυτή η Νομοθεσία φαίνεται να προκαλεί αδικίες και τη δικαιολογημένη αντίδραση τόσο υποψηφίων όσο και ψηφοφόρων αναφορικά με την κατανομή των εδρών και θεωρώ ότι χρήζει βελτίωσης.
Καταρχάς θα πρέπει να αλλάξει το όριο συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή. Επιπλέον, συμμερίζομαι την άποψη του Δρος Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, ότι κατά την τρίτη κατανομή πρέπει να αφαιρούνται οι ψήφοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη δεύτερη κατανομή και να αξιοποιούνται μόνο τα εναπομείναντα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα. Σαφέστατα αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να δει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Εκείνο όμως, το οποίο δημιούργησε σε εμένα και φαντάζομαι και σε άλλους υποψηφίους σοβαρότατο προβληματισμό, είναι το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα και με καταμετρημένο το 100% των ψήφων, υπήρχε συγκεκριμένη κατανομή εδρών στις Επαρχίες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην επίσημη ιστοσελίδα της Κεντρικής Υπηρεσίας Εκλογών, η οποία ενημερωνόταν αυτόματα, φαινόταν για δύο και πλέον ώρες ότι το ΔΗ.ΚΟ λάμβανε δύο έδρες στην Λεμεσό. Προφανώς αυτό δεν έλαβε υπόψιν ψήφους και ενδεχόμενες ενστάσεις που έγιναν σε εκλογικά κέντρα, οι οποίες τελικά άλλαξαν την κατανομή των εδρών με αποτέλεσμα να προκληθούν δικαιολογημένες, κατά την άποψή μου, αντιδράσεις.
Η Κεντρική Υπηρεσία Εκλογών θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτική στο τι παρουσιάζει δημόσια αφού το 100% σημαίνει ολική καταμέτρηση των ψήφων και κατανομή των εδρών με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία.