Η έκτακτη κινητοποίηση του Προέδρου της Δημοκρατίας ανήμερα της Καθαράς Δευτέρας για την αναχαίτιση του αφθώδους πυρετού, αν και ορθή ως πράξη διαχείρισης κρίσης, αναδεικνύει για πολλοστή φορά μια δομική παθογένεια του κυπριακού κράτους: Την απουσία μιας ενιαίας Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων.

Όταν μιλάμε για «υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων», δεν αναφερόμαστε σε μια θεωρητική έννοια, αλλά στο σύνολο των προληπτικών μέτρων που διασφαλίζουν ότι καμία νόσος δεν θα περάσει από το στάβλο στο πιάτο του καταναλωτή ή δεν θα απειλήσει τη δημόσια υγεία. Αυτός ο έλεγχος των προτύπων υγείας και ασφάλειας για ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα αποτελεί, σε κάθε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, την απόλυτη αρμοδιότητα μιας ανεξάρτητης Αρχής.

Στην Κύπρο, ωστόσο, το μοντέλο παραμένει αποσπασματικό. Αν υπήρχε η Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων, δεν θα χρειαζόταν η παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας για να συντονιστούν 10 διαφορετικές υπηρεσίες και υπουργεία σε μια αίθουσα στην Αθαλάσσα. Η Αρχή θα είχε τον θεσμικό ρόλο, τα πρωτόκολλα και την εκτελεστική εξουσία να δράσει ακαριαία, λειτουργώντας ως ο «φρουρός» της δημόσιας υγείας χωρίς να απαιτείται πολιτική καθοδήγηση για τα αυτονόητα.

Η κρίση με τον αφθώδη πυρετό πρέπει να αποτελέσει το τελικό καμπανάκι αφύπνισης.

Είναι επιτακτική ανάγκη το Υπουργείο Υγείας να σταματήσει τις χρονοτριβές και να προωθήσει άμεσα στο Υπουργικό Συμβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο για τη σύσταση της Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων. Από εκεί, το νομοσχέδιο πρέπει να κατατεθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Δεν επιτρέπεται το 2026 να βασιζόμαστε σε πυροσβεστικές παρεμβάσεις του Προεδρικού για ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας των τροφίμων μας. Η θωράκιση της αγροδιατροφικής αλυσίδας απαιτεί θεσμούς, όχι απλώς συσκέψεις σε ημέρες αργιών.

Α.Ν.