«Αυτόν που αγαπά η ψυχή μου» του Ιτάι Σέγκαλ σε σκηνοθεσία Μοσέ Κέπτεν (Εθνικό Θέατρο Ισραήλ Χαμπίμα).
Το Θέατρο Χαμπίμα (Θέατρο Σκηνής), με την υπερεκατονταετή ιστορία και τη λειτουργία του ως Εθνικό Θέατρο του Ισραήλ επισήμως από το 1958, εκ των πραγμάτων δεν είναι το πιο προοδευτικό θέατρο του κόσμου. Δεν είναι ο ρόλος του να «σκάβει» και να αναζητά καλλιτεχνικά νεουργήματα. Από την ίδρυσή του είναι ένας θεσμός αφοσιωμένος στην προώθηση θεμάτων «εθνικής σημασίας» και χαρακτηρίζεται ως «ακρογωνιαίος λίθος της αναβίωσης της εβραϊκής γλώσσας και πολιτισμού και της διαμόρφωσης της πολιτιστικής ζωής» στη χώρα. Δίνει επιπλέον ιδιαίτερη βάση στην προώθηση κλασικών και πρωτότυπων έργων Ισραηλινών και Εβραίων συγγραφέων και στην ανάδειξη της σύγχρονης ισραηλιτικής δραματουργίας.
Κι όλα αυτά σε μια χώρα (όπως κι αν τη δεις) ρηγματωδών αντιθέσεων –και αντιφάσεων- καθώς επίσης πολλών εναλλασσόμενων εικόνων και συναισθημάτων. Η διελκυστίνδα ανέμεσα στη συντήρηση και την πρωτοπορία, το αρχέγονο και το καινοτόμο, είναι σχεδόν θεσμική. Το θρησκευτικό στοιχείο είναι εντονότατο, το ίδιο έντονο όμως είναι και το ανένδοτα κοσμικό. Το Χαμπίμα εδρεύει, βέβαια, στο Τελ Αβίβ, τη μεγαλύτερη και πιο φιλελεύθερη πόλη της χώρας, αλλά και την πιο ετερογενή.
Θέλω να καταλήξω στο ότι σε κάθε περίπτωση η επιλογή ενός έργου όπως το «Αυτόν που αγαπά η ψυχή μου» του Ιτάι Σέγκαλ, πολλώ δε μάλλον η περιοδεία μ’ αυτό εκτός χώρας, είναι αναμφίβολα εξαιρετικά τολμηρή. Ο σκηνοθέτης Μοσέ Κέπτεν, που είναι παράλληλα και καλλιτεχνικός διευθυντής του Χαμπίμα, ήταν ξεκάθαρος όταν έλεγε ότι το Εθνικό Θέατρο είναι περήφανο που εκφράζει και τη φωνή των «διαφορετικών», που φέρνει στο επίκεντρο περίπλοκες κοινωνικές συγκρούσεις. Κατά τη γνώμη του ανήκει στον λαό και συνεπώς ο ρόλος του είναι ν’ αποτυπώνει όλες τις αποχρώσεις της λαϊκής φωνής.
Για ν’ αυγατίσουμε ακόμη λίγο την ευτολμία της υπόθεσης, θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε και το εξής: αυτό το «εκτός χώρας» αφορά μια γειτονική νησιωτική χώρα όπου μόλις πριν από 4-5 χρόνια μια παραγωγή του κρατικού της θεάτρου έφαγε «άκυρο» από παραθαλάσσιο δήμο τουριστικής περιοχής εξαιτίας της θεματικής της, προς αποτροπή επεισοδίων (!) από εύθικτους κατοίκους. Αναφέρομαι, φυσικά, στην περίπτωση της Σωτήρας και της παράστασης με το έργο του Μάικ Μπάρτλετ «Cock». Κι η θεματική αφορούσε την ταυτότητα, την αγάπη και τις ανθρώπινες σχέσεις. Απλώς, έτυχε ν’ αναπαριστά κι ένα ερωτικό φιλί μεταξύ ανδρών. Κι αυτό, εν εικοστώ πρώτω αιώνι, εξακολουθεί να είναι θέμα συζήτησης στη εν λόγω χώρα. Τι θυμήθηκα κι εγώ τώρα…
Εν πάση περιπτώσει, το έργο του Ιτάι Σέγκαλ, το οποίο γράφτηκε και κατά παραγγελία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Χαμπίμα, κινείται θεματικά σε ακόμη πιο εύφλεκτες ζώνες. Πλήττει το πρόβλημα κατά μέτωπο, καθώς ουσιαστικά επιχειρεί να περιγράψει όλες τις προεκτάσεις του να είσαι ομοφυλόφιλος σήμερα στο Τελ Αβίβ. Σημείο εκκίνησης είναι ένα έγκλημα μίσους που συνέβη το σαββατόβραδο της 1ης Αυγούστου 2009, νύχτας- σταθμού για την γκέι κοινότητα της γειτονικής χώρας, ένα πραγματικό γεγονός που παραμένει μέχρι σήμερα βαθιά και ανεπούλωτη πληγή στο σώμα της ισραηλινής κοινωνίας.
Η φονική επίθεση στο Μπαρ Νοάρ είναι ωστόσο μόνο η θρυαλλίδα για το έργο αυτό και μάλιστα στην πορεία της πλοκής ελάχιστα αξιοποιείται, καθώς ο δραματικός άξονας μετατοπίζεται και επανέρχεται εκεί μόνο προς το τέλος- κι αυτό μάλλον κάπως επιφανειακά. Ένα τόσο έντονο και τραυματικό συμβάν δεν θα μπορούσε παρά να έχει τον κυρίαρχο λόγο στην ψυχολογικά τρικιμιώδη πορεία ενηλικίωσης και (αυτο)αποδοχής του κεντρικού ήρωα, του Γιονατάν. Εντούτοις, επισκιάζεται από την προσωπική, ανηφορική πορεία αυτοπροσδιορισμού του, που ο συγγραφέας θέλει να μας πει ότι είναι ακόμη πιο δύσκολα διαχειρίσιμη.
Οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα αυστηροί μ’ ένα κρατικό θέατρο, να παρατηρούμε πιο σχολαστικά κάποια ψεγάδια. Εδώ, αυτά ίσως έχουν να κάνουν με ορισμένα περιστασιακά συμπτώματα στερεοτυπίας, γλυκερότητας, τερψιθυμίας και μελοδραματισμού στο έργο, με τη διάθεση ν’ αλλάζει κάπως εύκολα από το σκληρό στο τρυφερό. Ειδικά, αν προσπαθήσει κανείς να το δει αυτόνομα και πέρα από τη θεματική και τους στόχους του. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι μια πρωτότυπη και πρωτάκουστη ιστορία.
Ο σκηνοθέτης εντούτοις κεφαλοποιεί στο έπακρο όλες τις δραματικές δυνατότητες του κειμένου, μετατρέποντας ακόμη κι αυτά τα στοιχεία σε πλεονεκτήματα, για να κλείσει το μάτι στο ευρύ κοινό. Τα εντάσσει οργανικά στη σοβαρή αποστολή της μεταλαμπάδευσης ενός στιβαρού και κατασταλλαγμένου μηνύματος στα πέρατα μιας κατεξοχήν αμφιταλαντευόμενης κοινωνίας. Και πλέον το «εξήγαγε» και σε μια ανώριμη και ανισόρροπη –κι ίσως ακόμη πιο κλειστή- κοινωνία. Ο Κέπτεν είδε αυτή την πρόκληση με έντονη αίσθηση καθήκοντος και στα χέρια του έγινε κάτι σαν λυδία λίθος: μια σύνθηκη λύτρωσης και δικαίωσης για μια δεινοπαθούσα και καταπιεσμένη κοινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι φρόντισε να επικοινωνήσει το γεγονός ότι η εμπειρία ώθησε και τον ίδιο να βγει από την ντουλάπα στα 51 του!
Δεν γίνεται να παραλείψουμε να πούμε ότι, με εξαίρεση τη χρήση των χειλοφώνων που στην Κύπρο ήταν ολωσδιόλου περιττή για ένα μη εβραιόφωνο ακροατήριο (και μάλλον αποσυντονιστική στα αρχικά στάδια), μιλάμε για μια ζηλευτή και εξαίρετη παραγωγή, στα αναμενόμενα υψηλά στάνταρ ενός κρατικού θεάτρου με μεγάλη παράδοση. Οι πρωταγωνιστές έχουν το χάρισμα και την εμπειρία για να βρουν την απαραίτητη χημεία και ν΄ αλληλεπιδρούν, αποφεύγοντας όσο χρειάζεται τις όποιες μελοδραματικές παγίδες.
* Η ανάπτυξη του έργου έγινε με την υποστήριξη της πρωτοβουλίας «Τhe Future of Theater» που προωθεί η δημοτική αρχή του Τελ Αβίβ- Γιάφα για ενθάρρυνση της δημιουργίας νέων έργων για τα θέατρα της πόλης. Δηλαδή, κάτι σαν το δικό μας PLAY- τηρουμένων πάντα των αναλογιών.
Ελεύθερα, 6.11.22