Αντρέας Χατζηκυριάκος, Ο Ερημίτης της Λεωφόρου, Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου 2022

Δεν πρόκειται για ένα αμιγώς κοινωνικό, ταξιδιογραφικό, γαστριμαργικό είτε ερωτικό μυθιστόρημα. Μήτε και ο θεματικός του πυρήνας, που εστιάζεται στις παροικίες των Κυπρίων και Συνελλήνων αποδήμων κυρίως του Λονδίνου, το ορίζουν αποκλειστικά ως μυθιστόρημα της μετανάστευσης και της ελληνικής διασποράς, αναιρώντας τη διαλεκτική μέθεξη της πολυειδούς του διαστρωμάτωσης. Στην ευθύγραμμη δομή της πολυπρόσωπης πλοκής του είναι μια εξιστόρηση πολλαπλών συνεκτικών αφηγήσεων, συναρθρωμένων σε τριάντα κεφάλαια, τα πλέον πολυσέλιδα των οποίων συνιστούν εκτεταμένα αυτοτελή διηγήματα.

Καταφανείς εκ προοιμίου οι συνδηλώσεις του κοινωνικού βίου στις αγροτικές και αστικές του εκφάνσεις, από τους φτωχούς βιοπαλαιστές της ελληνικής επαρχίας μέχρι τις παροικίες του απόδημου Ελληνισμού στη βρετανική πρωτεύουσα, τους αγώνες προσαρμογής και προκοπής των Ελλαδιτών και των Κυπρίων μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών και των προσφύγων της Κύπρου κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Ταξιδιωτικές ακόμη εξορμήσεις και περιηγήσεις σε τουριστικούς προορισμούς, σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας και της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και της Αγγλίας, αλλεπάλληλες αναφορές στην ελλαδική και κυρίως στην κυπριακή κουζίνα, καθώς και στις παραδοσιακές απαράγραπτες αξίες της εγκάρδιας φιλοξενίας, της άδολης φιλίας, του πιστού έρωτα και της αληθινής αγάπης.

Στο επίκεντρο της δράσης πρωτοστατεί ο Χάρης, πρωτότοκος ανάμεσα σε τέσσερα άλλα παιδιά φτωχικής αγροτοποιμενικής οικογένειας από κοντινό χωριό της Θεσσαλονίκης, η μη κατονομασία του οποίου παραπέμπει συνεκδοχικά στις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της ελληνικής υπαίθρου, ιδίως, σε προγενέστερες εποχές. Παρά τις άριστες σχολικές επιδόσεις του και τις παροτρύνσεις του δασκάλου του να συνεχίσει το σχολείο φοιτώντας σε γυμνάσιο στην πόλη, είναι αδιανόητη για τον πατέρα μια τέτοια πολυτέλεια. Η φτώχια όμως αποβαίνει κινητήρια δύναμη για την καταπολέμησή της και η δίψα για μάθηση και πρόοδο δεν συμβιβάζεται στο μυαλό του Χάρη με την καθήλωσή του στα χωράφια και τους στάβλους. Η επιστολή στον ευκατάστατο θείο του στην Αγγλία θα του ανοίξει τον δρόμο μιας λαμπρής πορείας οικονομικών σπουδών σε περιώνυμο πανεπιστήμιο και μετέπειτα μιας επίζηλης επαγγελματικής σταδιοδρομίας στον κόσμο των επιχειρήσεων. Η τελεσφόρηση όμως των επιθυμιών και των στόχων του δεν οφείλονται μόνο στη στοργική αγκαλιά του θείου Γιώργη, αδελφού της μητέρας του, και της καλόκαρδης θείας του Κατίνας, που, καθώς δεν ευδόκησαν να έχουν παιδιά, τον νιώθουν πλέον δικό τους παιδί περήφανοι για το ενάρετο ήθος, τις κολεγιακές και πανεπιστημιακές του σπουδές. Οι επιτυχίες του αποδίδονται πρωτίστως στη φιλοτιμία και την εργατικότητά του, δουλεύοντας τον ελεύθερό του χρόνο στη μια από τις δυο ταβέρνες του θείου. Αλλά και ο σοβαρός δεσμός του με τη Μαίρη, τη Σκωτσέζα φοιτήτρια σε Σχολή Καλών Τεχνών, ουδόλως τον αποπροσανατολίζει από τα καλύτερα αποτελέσματα στα μαθήματα.

Ωστόσο, στην ευτυχία των δύο ερωτευμένων νέων θα σταθεί εμπόδιο ο ιδιόρρυθμος πλούσιος γαιοκτήμονας παππούς, που τον ρατσισμό του απέναντι στο Έλληνα σύντροφο της μοναδικής αγαπημένης του εγγονής θα επαυξήσουν οι συκοφαντίες δύο τύπων του υποκόσμου. Οι απειλητικές μακάβριες προειδοποιήσεις, οι δολιοφθορές στο αυτοκίνητο του Χάρη και οι αστυνομικές ανακρίσεις του περιβάλλοντός του για εντοπισμό των άγνωστων εγκληματικών στοιχείων, παρά τις βάσιμες υποψίες για τον ηθικό αυτουργό, ανακαλούν σελίδες αστυνομικού θρίλερ. Η παροδική απομάκρυνση των δύο ερωτευμένων και η αποστολή ψευδεπίγραφων πληροφοριών στη Μαίρη περί της δήθεν σχέσης του Χάρη με άλλη γυναίκα θα σταθεί αφορμή για έναν μακροχρόνιο χωρισμό μέχρι τη στιγμή που κάποιο απροσδόκητο συμβάν θα μεσολαβήσει για τη συνάντησή τους και το ευτυχές τέλος.

Εν τω μεταξύ ο Χάρης βρίσκεται πότε στη βρετανική και πότε στην ελληνική πρωτεύουσα, αλλά και αισθάνεται ως «ο ερημίτης της λεωφόρου [Αλεξάνδρας]», όταν εκεί μεταφέρεται η έδρα της επιχείρησής του. Σε αλληγορική αμφισημία είναι ο ερημίτης των πολυάνθρωπων λεωφόρων της μοναχικής ερμητικής ζωής, υποκαθιστώντας το κενό της με τη μονότονη και άνευ προορισμού εργασιομανία του ύστερα από το ναυάγιο του ανυπέρβλητου έρωτά του. Το πάθος όμως της αφοσίωσης στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, που παρεξηγείται ως φιλοχρηματία, δεν σβήνει το χρέος της προσφοράς, ευεργετώντας με ανώνυμες δωρεές το χωριό του και συντρέχοντας εμπερίστατους συνανθρώπους του. Δεν ξεχνά ούτε τις ρίζες του ούτε το στενό μονοπάτι που τον οδήγησε στη μάθηση, όπως εικονίζεται στο σχέδιο Μάρκου Στασουλλή στο εξώφυλλο του βιβλίου, για να κατακτήσει τη λεωφόρο της επιστήμης και της προόδου.