Παναγιώτης Πέτσας. Στον κύκλο του Οδυσσέα, εκδόσεις Ίαμβος, 2021

Ο Παναγιώτης Πέτσας καταδεικνύει για μυριοστή φορά την αστείρευτη πηγή διαχρονικής αναβίωσης και δημιουργικής έμπνευσης, που ανά τους αιώνες κομίζουν τα Ομηρικά Έπη, οιστρηλατώντας αισθήματα συγκινησιακών εξάρσεων και έμφορτες μνήμες θαυμαστών έργων έως πολύπαθων ημερών, καίριες αναζητήσεις στοχαστικών νοηματοδοτήσεων αλλά και εμβαθύνσεων στις επιταγές της ζωής και του θανάτου. Διαγράφοντας έτσι μέσα από εφορμήσεις εκκινήσεων, ανοδικές οδοιπορίες, πτωτικές καθόδους και ευπόθητες επιστροφές τον κύκλο των πολλαπλών διαδρομών, των ατέρμονων προσδοκιών και των ανατρεπτικών παλινδρομήσεων του ανθρώπου μέχρι τον τελικό του προορισμό. Στον αρχέγονο αυτό κύκλο του Οδυσσέα, σύμφωνα με τον ομώνυμο εύστοχο τίτλο της συλλογής και  την πολυσημία των αλληγορικών του προεκτάσεων, ο ποιητής εγγράφει τα τριάντα ποιήματά του, συναρθρώνοντάς τα σε πέντε θεματικές ενότητες. Το έναυσμα πυροδοτούν περιγραφικοί και αποφθεγματικοί στίχοι από τις ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην ποιητική απόδοση των Καζαντζάκη και Κακριδή, τα ρυθμικά μέτρα των οποίων απηχούν τα επικολυρικά άσματα ενός νεώτερου ραψωδού, που τα φιλοτεχνεί μαζί με την πολύχορδη φωνή της δικής του Μούσας η καλλιέπεια της φιλολογικής του γραφίδας.

Ενδεικτικό της αφετηρίας του πολυκύμαντου ταξιδιού το τρίπτυχο των ποιημάτων που συγκροτούν το Προοίμιο. Στο «Συναπάντημα» ευοίωνη η επίκληση της Μούσας όχι μόνο για ένα εφήμερο «τραγούδι φτερωτό», αλλά που με εύηχους αναπαλμούς να μεταρσιώνει την αέναη μέθεξη σε «μυστικούς κόσμους». Και ο «Αοιδός», θεόπνευστος, νοερός ταξιδευτής, αφηγητής διδάχος των θνητών, «Τυφλός/ μα με ορθάνοικτα τα μάτια της ψυχής μου», καθώς εξηγεί με Σολωμική υπόμνηση. Είναι ο ίδιος ο ποιητής, που ανιστορεί την «Περιπλάνηση» του αιώνιου Οδυσσέα, όπως και τα δεινά της παραπλάνησής του από Κύκλωπες, Σειρήνες, Χάρυβδη και Ποσειδώνα, εξ ου και σε σχήμα επαναφοράς παρακαλεί: «Χάλασε Πηνελόπη/ λίγο απ’ το υφαντό/ να προφτάσω να ζήσω.». Η ακροτελεύτια στροφή του αριστοτεχνικού ποιήματος απομυθοποιεί την Καβαφική υπόδειξη, δηλώνοντας σε εξομολογητικούς τόνους: «Στον δρόμο τον μακρύ πάντοτε θά ’μαι/ καθώς δεν βρήκα αληθινό σκοπό ν’ ακολουθώ./ Μ’ αν αντικρίσω κάποτε/ των θαλασσών και των στεριών τα πέρατα/ θά ’θελα –έστω την ύστατη στιγμή– να δω/ τι νόημα είχε τ’ άγνωρο/ ταξίδι της ζωής μου.».

Στη δεύτερη ενότητα, που επιγράφεται «Η Καθημερινότητα», τα ποιήματα είτε σε πρωτοπρόσωπο αφηγηματικό μονόλογο είτε σε δευτεροπρόσωπη ενδιάθετη αποστροφή προς τον εαυτό ή τον έτερο, αποτυπώνουν ώριμους προβληματισμούς ενδοσκόπησης και φιλοσοφημένες σκέψεις αυτογνωσίας με διακειμενικές αναφορές, μεταφορικούς συμβολισμούς και συνειρμούς επιγραμματικών παραπομπών. Ενδεικτικός ο επίλογος του πρώτου ποιήματος υπό τον τίτλο «Αθήνα», που ανακαλεί τη γνωστή ευαγγελική ρήση: «Στην πόλη της σοφίας/ μαθαίνω την αλήθεια πια/ κι απ’ τα δεσμά ελευθερώνομαι.». Ενώ στο μακρόστιχο ποίημα «Το Μέτρο», εμπνευσμένο από το επαναλαμβανόμενο Οδυσσειακό γνωμικό των ραψωδιών η και ο «αμείνω δ’ αίσιμα πάντα», αντιπαραθέτει με ποιητικούς συλλογισμούς την επενέργεια της αρχαίας προτροπής με τη «μέτρια ζωή», τουτέστιν, συνοψίζοντας τα μηνύματα των στίχων, ο συμβιβασμός δεν χωρεί στις υπέρμετρες απαιτήσεις των υψηλών επιτευγμάτων. Πολλά άλλα ωστόσο είναι τα ρητά και οι σοφές φράσεις από τα δύο Έπη σε αναφορά με το Καβαφικής ειρωνείας και αξιοσημείωτης σύλληψης ποίημα «Ο Παλιός Γραμματικός». Έκδηλος ο σκωπτικός υπαινιγμός για την απαξίωση της θεωρητικής γνώσης στην τεχνοκρατική εποχή μας: «Τι ανοησία στ’ αλήθεια!/ Συλλέκτης έγινα επιτυχής/ αδύνατος πολύ στις πράξεις όμως./ Κι εγώ που νόμιζα πως μ’ όλα τούτα τα περίφημα/ θά ’παιρνα κάποια αξία/ και επιτέλους θά ’δινα μια λύση τόσο ποθητή/ στον άχρωμό μου κόσμο./ Μα δυστυχώς –πια καθαρά μου φαίνεται–/ πως έτσι εδώ αναλώθηκα/ δεν θά ’χω αφήσει τίποτα/ κι όλοι θα με ξεχάσουν.».

Την τρίτη ενότητα, που επιγράφεται «Στο Ίλιον», προϊδεάζει μια ευφυής ποιητική συνόψιση στο αμφίσημο σχήμα του Μαιάνδρου είτε των προμαχώνων στα τείχη της Τροίας: «Οι μάχες, η κορύφωση του αγώνα/ η αποτυχία και η ήττα,/ η ματαίωση και η διάψευση των προσδοκιών./ Τέτοια εγνώρισε ο Οδυσσέας στο Ίλιον.». Εύληπτα τα μηνύματα της Κασσάνδρας, των Τρώων και των Αχαιών, όπως και των μυθολογικών μορφών που συναντά ο Αχιλλέας «Στον κάτω κόσμο» της επόμενης ενότητας. Την κορύφωση της δυστυχίας εμφαίνουν τα Σισύφεια πάθη στη σχηματική κλιμακωτή κατιούσα του αντίστοιχου ποιήματος. Από το σκοτάδι όμως του Άδη η ανάδυση στο φως και η «Επιστροφή» της ελπίδας στην τελευταία ενότητα. Εμβληματικό «Το Κτήριο», που τη στεγάζει, όπου «γέννες, τραγούδια, προσευχές/ παρηγοριά και θαλπωρή/ της διαδρομής μου ζωγραφιές/ σε τούτη την Ιθάκη.».