Ένα μικρό Χειμωνιάτικο ταξίδι στους «θησαυρούς» του μεγαλύτερου νησιού της Ελλάδας.
Αυτός είναι ο κύριος Μανώλης – ψαράς, στα Χανιά. Στην άκρη του λιμανιού, δίπλα από το κτήριο όπου παλιά οι ναυτικοί έφτιαχναν τα καράβια τους, απέναντι από τις πολύβουες καφετέριες των (φθηνών, σε σχέση με το Ηράκλειο) εσπρέσο, εκείνος «διαβάζει» τον ελληνικό σκέτο και ρουφάει ακόμη και το κατακάθι του απολαμβάνοντάς τον από καρδιάς, έτσι όπως, λέει, θα οφείλαμε να γευόμαστε κάθε στιγμή της περαστικής (κι ανεπανάληπτης) μας ζωής – με τον τρόπο, του είπα, που κάνουν θόρυβο οι ηθοποιοί στην αντίστοιχη διαφήμιση του Λουμίδη με τα παρατεταμένα «ααααχχ».
«Πιάσαμε τίποτα σήμερα;», του είπα την δεύτερη μέρα της αναίτιάς μου βόλτας. «Πάντα πιάνουμε. Ξέρω τα καλά στενά». Χαμογέλασε πονηρά, με την εμμονή στο μουστάκι που δεν θέλει να ξυρίσει ποτέ, ζώντας από γεννησιμιού του σε μια πόλη που -ευτυχώς- δεν γέμισε μπετά και κρατάει τη μοναδικότητά της, όσο κι αν παρεισφρύουν στην παλιά σταυρωτή αγορά αχρείαστες και αντιαισθητικές τουριστικές ατραξιόν. Με ρώτησε τη δουλειά μου – είπα «σε ένα γραφείο με κομπιούτερ» (πάντα αυτό λέω σε ξένους, ανάλογα: Είτε γιατί δεν θέλω πολλά- πολλά, είτε για να μην ταυτιστώ με κολοσσιαίες χαζομάρες και ξεκινήσει κάποια πολιτική συζήτηση)– γιατί να πικραινόμαστε για εκλογές και υποψηφίους άλλωστε, κόμματα και προεκλογικά, αυτές τις ζεστές πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου που ο ήλιος καίει σαν πυροτέχνημα πριν από την επόμενη μεγάλη βροχή, ε, κύριε Μανώλη; «Σωστά τα λαλείς, σύντεκνε!».
Ο λαϊκός αυτός ψαράς έχει χορτάσει από έρωτες, γυναίκες και κοντινά στο νου και στη θάλασσα γύρω του ταξίδια– ο τρόπος που μου έκλεισε το μάτι καθώς η Αγγλίδα νεαρή τουρίστρια έβαζε το κουταλάκι της μέσα στο ποτηράκι- παγωτό βανίλια ήταν το γλυκό κεράσι από την ηδονή που πέρασε, αισθάνθηκε στο βάθος των χρόνων, αλλά προσπέρασε. Που τού ‘μεινε η αναπόληση, η χωρίς πολλή αγωνία και ληγμένο σάλιο – τι κατάντια για άλλους στην ηλικία τους οι γεροντοέρωτες που εξαγοράζονται με λεφτά και κοινωνικό στάτους!
Δεν έφερε αντίρρηση να του τραβήξω μια δυο φωτογραφίες με το κινητό μου – «ωραίος είσαι, κύριε Μανώλη μου!», κάνοντας τον αυτοματισμό του χαϊδέματος με το χέρι του απαλά επάνω στις τρίχες. Τι άντρας! Τι παλικαρίσιο παλικάρι! Σε αντίθεση με τους τύπους που κάθονταν γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι στην ανοιχτή τηλεόραση (με θέα στο λιμάνι, προφανώς για κοντράστ) και μιλούσαν με τόση μικρότητα και αγένεια μεταξύ τους, αλαζονικά και αποκαρδιωτικά, για τις (επερχόμενες) εκλογές στην Ελλάδα – που όλοι φταίνε, αλλά κανείς δεν ζητάει «συγνώμη». Προτίμησα, μέρες που ‘ναι, να μην κάνω αναγωγή στις σημερινές, τις δικές μας, απ’ τις οποίες θα απουσιάζω πρώτη φορά λόγω συγκυριών.
Ξαναγύρισα το βλέμμα προς το ωραίο λιμάνι και τον παλιό φάρο απέναντι που έσκαγε το κύμα επάνω του για να επιβεβαιώσω -μπροστά σε τόση ομορφιά!- την τάση ορισμένων στα ψέματα που «βλέπουν» ως αλήθειες, στις απάτες που στάζουν «συμφωνίες» κάτω απ’ το τραπέζι, στους «ανεξάρτητους» που έχουν δανεισμένα ποδάρια εκ των προτέρων και -βεβαίως- στους επικίνδυνους που φέρουν το μανδύα προβάτου. «Τι θα ψηφίσεις τον Απρίλιο, κύριε Μανώλη;». «ΚΚΕ!». «Πάντα;». «Πάντα». «Κουτσούμπας ή Αλέκα;». «Δεν έχει πρόσωπα στο κόμμα. Όποιος κι αν είναι, είναι το ΚΚΕ!». Το ραδιόφωνο έπαιζε Νταλάρα (απ’ τα παλιά, παράξενο πώς) και ζήτησα στριφτή τυρόπιτα από τον νεαρό σερβιτόρο με το λευκό πουκάμισο.
«…Έχω έναν καφενέ
στου λιμανιού την άκρη
τον έχτισε το δάκρυ
αυτών που μένουνε
και περιμένουνε…».
Έστειλα δυο τρεις φωτογραφίες από τη θάλασσα στον Τ. καθώς μου έγραφε κάτι για δουλειές – για να καταλάβει τους λόγους του προσωπικού μου pause, αφού σταμάτησα -εδώ και μήνες- να κοινοποιώ οτιδήποτε προσωπικό στους οφθαλμολάγνους των social (σαν τους ινφλουένσερς που οικτίρω καθώς κρατάνε μία κούπα καφέ και αντιγράφουν ανορθόγραφες φιλοσοφίες που ξεπατίκωσαν από τον Ξενάκη που κάνει σουξέ στα βιβλιοπωλεία).
Το ίδιο βράδυ πήγα σε ένα μπαρ που είχα σταμπάρει πριν απ’ την απογεματινή μου ραστώνη – «Μπελ έαρ» νομίζω λεγόταν, αν και δεν θυμάμαι καλά με τα πέντε-έξι σφηνάκια ήδη στο κούτελο. Ήμασταν όλοι, περίπου, σαν συγγενείς εκεί – όλα απομονωμένα· οι στην άκρη του κέντρου της διασκέδασης «γιάφκες» έχουν, άλλωστε, πάντα κάτι συνωμοτικό και τίμιο σαν ομοαίματο. Τι πλήξη να ‘ταν ο κόσμος μας ίδιος παντού…
Ξημερώματα πια σταμάτησα στο κεντρικό περίπτερο με το άγαλμα του Σοφοκλή Βενιζέλου απέναντι απ’ τον «Γρηγόρη» και πήρα το νέο τεύχος της «Vogue» – στο εξώφυλλο η Ελένη Φουρέιρα, στα καλύτερά της, βάζοντας το χέρι στην κοιλιά της και περιμένοντας να γεννηθεί το παιδί της· στιγμή προσωπική και αγία. Κι έτσι όπως κοιτούσα αυτό το λαμπερό κορίτσι, θυμήθηκα τη συναυλία που είχε δώσει ο Πάριος το προηγούμενο Σάββατο στο Ψυχικό -sold out από τις πρώτες ώρες ανακοίνωσης της ιδιαίτερης αυτής στιγμής, πράγμα παρήγορο- που, καθώς θα ‘λεγε το «Πάτωμα», διευκρίνισε πως «τώρα μπαίνουμε σε εκκλησία», ως κάτι ιερό, ως γουλιά από το δισκοπότηρο. Κι ήταν αυτή, νομίζω, αυτό το «ξένο» τραγούδι σε σχέση με το ρεπερτόριό του -το ερωτικό, μελό και πονεμένο-, η πιο σημαντική στιγμή στη σπάνιά του αυτή εμφάνιση. Κυρίως, γιατί δεν «άκουγα» στη φωνή του, από τους πρώτους στίχους, από το «κοντά στα κύματα», την Τσανακλίδου ή την Χαρούλα.
Ήταν κάτι που έκανε δικό του ολότελα και οικειοποιήθηκε στην δική του ερμηνεία, σαν δικό του «αίμα» – να γιατί και ο Πάριος είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής! Κι έτσι όπως κοιτούσα πάλι την κρύα θάλασσα στην πανέμορφη αυτή πόλη της λεβεντογέννας, είπα στον διπλανό μου, τον άγνωστό μου νεαρό, πως όλα τελικά δεν είναι ίδια, πως όλοι απολαμβάνουμε αυτή την εικόνα μα όλοι την αντικρύζουμε αλλιώς – «εσύ κι εγώ βλέπουμε τώρα το ίδιο νερό, μα κύμα στο κύμα, χρώμα στο χρώμα, διαφέρει. Κι αυτό είναι που πάντα θα μας δένει. Ή θα μας χωρίζει», του είπα αυθόρμητα πριν τον ρωτήσω τ’ όνομά του.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 5.2.2023