Ανδρέας Κυριάκου, Εραστές Ονείρων, Εκδ. Αγγελάκη, 2021

Το μυθιστόρημα του Ανδρέα Κυριάκου, υπό τον αμφίσημο ως άνω τίτλο, παραπέμπει αφ’ ενός στις ονειρικές αισθηματικές ανατάσεις των ερωτευμένων ζευγαριών και αφ’ ετέρου στον ψευδαισθησιακό κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, όπου η ανεπτυγμένη τεχνολογία υποβάλλει τους εραστές των διαδικτυακών παιγνιδιών, για να ζήσουν τα όνειρά τους σε μιαν άλλη διάσταση, συγκεκριμένα μέσω της διαδραστικής περιπέτειας της «Δεύτερης Ζωής».  Κατά προέκταση, ωστόσο, ανακινεί την προβληματική του Μάτριξ, που με τις ανακαλύψεις τής σύγχρονης Κβαντικής Φυσικής και Κοσμολογίας οδηγεί ανατρεπτικά από την πλάνη της ανθρώπινης εθιστικής συνθήκης και ενός συμβατικού αισθητού σύμπαντος στο υπεραισθητό σύμπαν όχι της φαντασιακής αλλά της υπαρκτής πραγματικότητας. Εξ ου και τους κεντρικούς ήρωες ο συγγραφέας τοποθετεί στον επιστημονικό ερευνητικό χώρο της Αστροφυσικής και της Βιοτεχνολογίας. Ενώ οι τρεις μυθιστορηματικές πράξεις των αντίστοιχων αυτοτελών ιστοριών, αντανάκλαση προφανώς της γνωστής κινηματογραφικής τριλογίας, συνυφαίνουν τα νήματά τους σε κομβικά σημεία συνάντησης δύο ή περισσοτέρων προσώπων και των άβατάρ τους, ήτοι των ψηφιακών τους ειδώλων, ως σε οιονεί περίπλοκους συνδέσμους του παγκόσμιου ιστού είτε στους εγκεφαλικούς λεπτοφυείς νευρώνες του βιοϋπολογιστή μας.

Αν η εμβληματική νουβέλα «Flatland: A Romance of Many Dimensions» του  Edwin Abbot, που έγραψε το 1884 και κυκλοφόρησε από το 1915 σε επανειλημμένες εκτυπώσεις και άπειρες εκδόσεις, αποτελεί στη σφαίρα της φανταστικής λογοτεχνίας προπομπό της εναλλακτικής πραγματικότητας και των παράλληλων κόσμων της τέταρτης διάστασης, η ευφάνταστη σύλληψη του παρόντος μυθιστορήματος απηχεί την εμπειρική πλέον πρόσληψη των επιστημονικών παρατηρήσεων και των κοσμολογικών θεωριών, που απεικονίζονται σε καινοτόμα λογισμικά της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.

Ας μην αναμένουμε λοιπόν στην πλοκή των γεγονότων στερεότυπα χρονικών συντεταγμένων και δομικούς άξονες ευθύγραμμων τροχιών, παρά μόνο άχρονες και υπερδιαστασιακές διαδρομές επάλληλων αφηγηματικών κύκλων ή όπως προλογικά μάς προδιαθέτει ο συγγραφέας «ένα σημείο βρίσκεται παντού και το χαρακτηριστικό φυσικό του μέγεθος δεν είναι η ύλη αλλά η καμπυλότητα.». Ενώ στην πρώτη πράξη, που επιγράφεται «Μάτριξ», μέσα από ένα βιβλίο που διαβάζει ο Οδυσσέας σε ώρες μοναξιάς και ανακαλώντας τις διαλέξεις του Αστροφυσικού Μάνου Δανέζη, εξηγεί: «Η αόρατη και μη αισθητή αυξομείωση της καμπυλότητας του τρισδιάστατου χώρου προς την 4η διάσταση εκφράζεται στη Φυσική ως μεταβολή της πυκνότητας της υλοενέργειας.». Σε επίπεδο μυθοπλαστικής μεταβολής η άφιξη του Οδυσσέα σε κάποιο ελληνικό νησί για τις θερινές διακοπές σηματοδοτεί όχι το τέλος των περιπετειών του ομώνυμου Ομηρικού ήρωα αλλά την έναρξή τους εν αναμονή της μνηστής του Ηλέκτρας. Μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας, αναμνήσεων και παραμνησίας ή ψευδούς μνήμης, κατά το ψυχολογικό «φαινόμενο Μαντέλα», θα βρεθεί από το καφενείο στο πέτρινο σπιτάκι του λόφου, και από ένα εξωκλήσι στην παραλία και ξαφνικά μέσα στη βάρκα του Κωνσταντή να ψαρεύει, φέρνοντας στη σκέψη σελίδες από την αλληγορία του «γέρο ψαρά και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ. Περνώντας τον ακόμη ο βαρκάρης στο αόριστο «απέναντι» θα συναντηθεί με τον αθάνατο εαυτό του στην άχρονη διάσταση, που του υπενθυμίζει την Ιθάκη ενός ατέλειωτου ταξιδιού σε έναν όχι υλικό μικρόκοσμο αλλά στον πνευματικό αρχετυπικό χώρο.

Στη δεύτερη πράξη εκτυλίσσεται με διαδικτυακούς όρους το παιγνίδι «Δεύτερη Ζωή», που μας μεταφέρει στην Αφρικανική σαβάνα με πρωταγωνιστές τον λέοντα και τη λιονταρίνα και από εκεί στο παραθαλάσσιο Μπράιτον του 2015, όπου ο Πιέρ θα ερωτευτεί τη Σούζη μέσα από έναν «προηγμένο» σεξουαλικό ερωτισμό ψευδαισθησιακής εικονικής πραγματικότητας. Ευφάνταστα τα σκηνικά δρώμενα στα ουτοπικά τους ταξίδια ανάμεσα σε ιστορικά μνημεία, υπερφυσικά όντα και εξωτικά τοπία, αρχαίους πολιτισμούς, πρωτόγνωρα οικοσυστήματα, αυθεντικές συνήθειες ιθαγενών και πανοραμικές θεάσεις της φύσης από τη χώρα του Νείλου μέχρι τη ζούγκλα του Αμαζονίου. Οι ατέλειωτες όμως συναρπαστικές τους εμπειρίες και σε άλλες χώρες της Αφρικής και της Ινδίας θα διακοπούν με τη διασάλευση της εικονικής τους σχέσης, που ανακαλεί ψυχικά ή ψυχαναγκαστικά αίτια συνυφασμένα με ρωγμές και χωρισμούς ερωτικών σχέσεων.

Τα επεισοδιακά στιγμιότυπα που ακολουθούν ζωντανεύουν σκηνές αστυνομικών μυθιστορημάτων ή ταινιών μυστηρίου με την εμφάνιση μιας άγνωστης παράξενης γυναίκας, χαμένης μεταξύ αμνησίας και τρόμου, που από τη Μαντώ του καφενείου «Ρακοκάζανο» μεταστοιχειώνεται στη Σούζη της επιστροφής στην πραγματικότητα και της άλλης ζωής, όπως και σε Όλιβ Μπράουν της τρίτης πράξης. Μια τραγική ιστορία στο Λονδίνο του 1935 αναδύεται μέσα από την οθόνη της εικονικής πραγματικότητας ή τη συνειρμική μνήμη της κυκλικής και πολυεπίπεδης οπτικής.