Το προσφυγόπουλο του σπουδαίου Έλληνα χαράκτη Α. Τάσσου, το μελαγχολικό παιδάκι δίπλα στο συρματόπλεγμα της κατοχής, είναι στο επίκεντρο της έκθεσης που παρουσιάζεται στο Σπίτι του Πολίτη στη Λευκωσία, πλάι σε άλλα έργα παλιών και σύγχρονων καλλιτεχνών.
Στη διάρκεια μιας βόλτας τον Απρίλιο του 2022 στην Λευκωσία, η ιστορικός τέχνης Μαρία Παφίτη αντίκρισε τυχαία το μνημειώδες γκράφιτι που απεικονίζει το Προσφυγόσημο στον χώρο στάθμευσης του Γυμνασίου Διανέλλου και Θεοδότου. Σε χρόνο ανύποπτο βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτό το εντυπωσιακό έργο, το οποίο την ξάφνιασε και την έκανε, όπως λέει η ίδια, να νιώσει ότι συνάντησε έναν παλιό γνώριμο που σε αυτή την απεικόνιση είχε γιγαντωθεί.
Αυτή ήταν η αφετηρία για να προτείνει στην πρόεδρο της Βουλής Αννίτα Δημητρίου τη διοργάνωση της έκθεσης «Προσφυγόσημο: Ένα γραμματόσημο για τους πρόσφυγες της Κύπρου, η ιστορία ενός συμβόλου», η οποία παρουσιάζεται στο Σπίτι του Πολίτη στη Λευκωσία. Σε μια εποχή που το διαδίκτυο έχει υποκαταστήσει πολλές από τις καθημερινές μας πρακτικές, πολλοί από μας έχουμε σταματήσει να ταχυδρομούμε γράμματα και πακέτα με τον παραδοσιακό τρόπο, με αποτέλεσμα να μην έχουμε πια επαφή με τα γραμματόσημα. Μέσα από την έκθεση η Μαρία Παφίτη μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, την ιστορία και τον λόγο ύπαρξης του Προσφυγόσημου, «ενός έργου συμβόλου που για πολλούς είναι οπτικά συγκλονιστικότερο ακόμη και από την ίδια τη σημαία μας», όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει.

Το προσφυγόπουλο του Α. Τάσσου πάντοτε κατείχε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά και στο μυαλό της Μαρίας Παφίτη. «Ως παιδί ταυτίστηκα μαζί του, διότι είναι ακριβώς συνομήλικό μου και ως μορφή μού ήταν επίσης πολύ οικείο. Το έβλεπα να πηγαινοέρχεται τακτικά στο σπίτι μας, λόγω του ότι ήταν επικολλημένο σε όλους τους φακέλους που λαμβάναμε και στέλναμε ταχυδρομικώς. Η μοναχική φιγούρα του προσφυγόπουλου, καθισμένη μπροστά στο ψυχρό και εχθρικό συρματόπλεγμα, με συγκλόνιζε και μου δημιουργούσε έντονα συναισθήματα και ερωτηματικά. Λυπόμουν για το παιδί και αναρωτιόμουν πώς άραγε να ένιωθε. Για να απαντήσω, προσπαθούσα να βάλω τον εαυτό μου στη δική του θέση. Η αντίδρασή μου ήταν μια μεγάλη αγωνία για το τι θα επακολουθούσε και όχι τόσο ο φόβος, που σίγουρα δικαιολογούνταν αφού το παιδί ήταν απροστάτευτο και εγκαταλελειμμένο σ’ ένα κενό τοπίο. Στα μάτια του διέκρινα μια στωική καρτερικότητα που λειτουργούσε, ως προς εμένα, παρηγορητικά και ενθαρρυντικά».

Η έκθεση στο Σπίτι του Πολίτη αποτελείται από τέσσερις ενότητες που αναδεικνύουν την ιστορία της δημιουργίας και τη σημασία του Προσφυγόσημου για την Κύπρο. Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται οι συνθήκες μέσα από τις οποίες προέκυψε, περιλαμβανομένων και των δύο προηγούμενών του, που κυκλοφόρησαν μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου 1974 και της 9ης Ιανουαρίου 1977, δηλαδή του ξυλόγλυπτου του Αγίου Γεωργίου και της φωτογραφίας της γιαγιάς με το εγγόνι της. Η δεύτερη ενότητα επικεντρώνεται στο κύριο έργο της έκθεσης, την ξυλογραφία που ανιδιοτελώς φιλοτέχνησε ο Έλληνας χαράκτης Α. Τάσσος και ως Προσφυγόσημο βρίσκεται αδιαλείπτως σε κυκλοφορία μετά την τουρκική εισβολή.
Το τρίτο μέρος της έκθεσης εστιάζει στην επίδραση αυτού του εμβληματικού χαρακτικού στην καλλιτεχνική παραγωγή της Κύπρου. Περιλαμβάνει επίσης μια επιλογή από έργα τέχνης που παρουσιάζουν τις συνέπειες της σύγχρονης προσφυγοποίησης, καταδεικνύοντας ότι ο πόνος και η απώλεια, αρχέγονες εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης, παραμένουν αναλλοίωτες ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου. Η καταληκτική ενότητα της έκθεσης είναι αφιερωμένη στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου. Όπως εξηγεί η Μαρία Παφίτη, αν και η ενότητα αυτή φαινομενικά δεν συνδέεται άμεσα με το Προσφυγόσημο, σχετίζεται ευθέως με την κεντρική ιδέα της έκθεσης. «Ο εκτοπισμός, ο διχασμός και το απτό μέσο της πραγμάτωσής τους ορθώνεται μπροστά μας και δεν είναι άλλο από το ψηλό συρματόπλεγμα, το φράγμα που με αμείλικτο τρόπο θυμίζει στον κάθε πρόσφυγα πως δεν μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του».
Η ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Α. ΤΑΣΣΟΥ
Το προσφυγόπουλο του Α. Τάσσου, το «Κυπριωτάκι» όπως ο ίδιος το αποκαλούσε, έγινε το εμβληματικό γραμματόσημο της Κύπρου που κυκλοφόρησε την 1η Οκτωβρίου του 1974. Η ύπαρξή του είναι ταυτισμένη με τις ζωές εκείνων των Κυπρίων που εξακολουθούν να είναι πρόσφυγες στην ίδια τη χώρα τους.
H σχέση του Α. Τάσσου με την Κύπρο, σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Ειρήνη Οράτη, πρόεδρο της Εταιρείας Εικαστικών Τεχνών Α. Τάσσος, χρονολογείται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ενώ στη συνέχεια έγινε ουσιαστικότερη, στενότερη και με διάρκεια. Ξεκίνησε ως απλή συνεργασία, εξελίχθηκε ως φιλική σχέση εμπιστοσύνης και σφραγίστηκε στον χρόνο. Η επαγγελματική ενασχόλησή του ήταν ο σχεδιασμός γραμματοσήμων στην Ελλάδα ήδη από το 1957, όταν άρχισε να σχεδιάζει γραμματόσημα για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Ήταν ακριβώς η εποχή που εφαρμόζεται για πρώτη φορά η τεχνική της εκτύπωσης offset, απελευθερώνοντας τις θεματικές τους.
Το τυπογραφείο Ασπιώτη – Έλκα στο οποίο ο Α. Τάσσος ήταν καλλιτεχνικός σύμβουλος, τύπωνε όλα τα γραμματόσημα του ελληνικού κράτους, καθώς και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, από το 1961 και έως τον θάνατό του σχεδίασε όλα τα γραμματόσημα της Κύπρου ως μόνιμος συνεργάτης. Το 1971 ήταν η χρονιά που ο χαράκτης έκανε στην Κύπρο την πρώτη του έκθεση. Απέχοντας συνειδητά από κάθε εκθεσιακή δραστηριότητα από το 1967, με την εγκαθίδρυση της χούντας στην Ελλάδα, είχε αποσυρθεί δουλεύοντας κυρίως στην εικονογράφηση βιβλίων.
Ο Πάτροκλος Σταύρου, υφυπουργός παρά τω προέδρω από το 1963, συνδέθηκε φιλικά με τον Α. Τάσσο, δημιουργώντας μια φιλία που διατηρήθηκε. Με δική του πρωτοβουλία ο Α. Τάσσος προσκλήθηκε από το υπουργείο Προεδρίας προκειμένου να σχεδιάσει τα γραμματόσημα της σειράς «Τουρισμός», κάτι που έκανε επιτόπου στη Λευκωσία, αλλά και για να κάνει ατομική έκθεση για πρώτη φορά στην Κύπρο στο «Hilton» της πρωτεύουσας. Εκεί, εκτός από τις ξυλογραφίες, εκτέθηκαν για πρώτη φορά και τα 38 γραμματόσημα της Κυπριακής Δημοκρατίας που είχε σχεδιάσει ως τότε. Με πρωτοβουλία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η αρχιεπισκοπή της Κύπρου αποκτά ένα αντίτυπο του τριπτύχου «Λεπτομέρεια Εμφυλίου Πολέμου» του 1964 και το υπουργείο Παιδείας από ένα αντίτυπο της ενότητας «Σκλάβος Νο 1», «Σκλάβος Νο 2», «Σκλάβος Νο 3» του 1967.
Η Ειρήνη Οράτη σημειώνει ότι το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974 στην Κύπρο και τα όσα επακολούθησαν συγκλόνισαν τον Α. Τάσσο, με αποτέλεσμα το ίδιο καλοκαίρι να χαράξει την εμβληματική ξυλογραφία «Κύπρος 74», που ανήκει στην ενότητα «Μαύρο-Άσπρο 2» με έργα της περιόδου 1967-1974. Η ενότητα αυτή παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1975. Τον ίδιο μήνα ο Α. Τάσσος προσαρμόζει την ξυλογραφία «Κύπρος 74» σε σχήμα γραμματοσήμου, προσφέροντας «άνευ αμοιβής την εργασίαν εκπονήσεως της μακέττας του γραμματοσήμου προσφύγων».
Δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη επιλογή για το προσφυγικό γραμματόσημο, σημειώνει η Ειρήνη Οράτη. «Το μελαγχολικό “Κυπριωτάκι” δίπλα στα συρματοπλέγματα της κατοχής αποτελεί τον καλύτερο εκφραστή της κυπριακής τραγωδίας. Το γραμματόσημο θα κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο, σε φιλικές και εχθρικές χώρες. Το έργο του Τάσσου θα γίνει ο καλύτερος προπαγανδιστής της κυπριακής υπόθεσης».

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΡΩΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣΗΜΑ
Το πρώτο Προσφυγόσημο παρουσίαζε την ξυλόγλυπτη εικόνα του έφιππου Αγίου Γεωργίου, από τον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Πλατανιστάσα, και βρίσκεται στη συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου στη Λευκωσία. Το Προσφυγόσημο αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία την 1η Οκτωβρίου 1974. Το δεύτερο προσφυγικό γραμματόσημο παρουσίαζε την κλαίουσα γυναίκα με το παιδί στην αγκαλιά της που είχε αποτυπώσει σε μια φωτογραφία του ο Μπάμπης Αβδελόπουλος. Τα πρόσωπα της φωτογραφίας ταυτοποιήθηκαν στις 23.2.1977, μέσω της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων, όταν ο Πιερής Μ. Πιερή αναγνώρισε τη μητέρα του Σταυρούλα και τον μικρότερο γιο του Λεωνίδα Πιερή.
Το τρίτο Προσφυγόσημο τέθηκε σε ισχύ στις 10 Ιανουαρίου 1977 και είναι αυτό που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Κατά τη διάρκεια των 46 χρόνων της κυκλοφορίας του, εκδόθηκε σε ορισμένες παραλλαγές που αφορούν στο χρώμα του φόντου. Το έργο που κοσμεί το τρίτο Προσφυγόσημο είναι το σπουδαίο χαρακτικό του Α. Τάσσου το οποίο ο καλλιτέχνης δημιούργησε το 1974 μετά την εισβολή και θεσπίστηκε με σκοπό την Ενίσχυση του Ταμείου Προσφύγων. Σήμερα βρίσκεται στο Προεδρικό Μέγαρο.
«Το έργο του Α. Τάσσου έχει μια ισχυρή παρουσία, διότι χαρακτηρίζεται από την έντονη αντίθεση του άσπρου-μαύρου. Επίσης, η εικονογραφική του απλότητα ενδυναμώνεται λόγω της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο επαναλαμβανόμενο στυγνό συρματόπλεγμα και στο ευάλωτο ήρεμο παιδί. Το σύνολο της σύνθεσης, καθώς και η άρτια καλλιτεχνική εκτέλεση, δεν αφήνουν αδιάφορο ή ασυγκίνητο τον θεατή. Το χαρακτικό του Α. Τάσσου στιγμάτισε βαθιά τόσο το ευρύ κοινό όσο και την καλλιτεχνική παραγωγή του τόπου μας. Αυτή η τάση είναι εμφανής σε αρκετά έργα που δημιουργήθηκαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Προσφυγόσημο» σχολιάζει η Μαρία Παφίτη.
- Λευκωσία, Σπίτι του Πολίτη, «Προσφυγόσημο: Ένα γραμματόσημο για τους πρόσφυγες της Κύπρου, η ιστορία ενός συμβόλου», σε επιμέλεια Μαρίας Παφίτη. Μέχρι 28/4
Ελεύθερα, 2.4.2023