Καθίσαμε γύρω από ένα τραπέζι. Ο σερβιτόρος έφερε φρέντους, εσπρέσσους, καπουτσίνους, κρύες σοκολάτες, μία κόκα κόλα με πάγο και μισό λεμόνι.

Είχε κάτι να μας πει, από τη διαδρομή της τελευταίας χαράς και των selfies που θα γίνονταν αναρτήσεις στα social media και στα sites, μέσα στο μαύρο του αμάξι, κάτι προετοιμαζόταν να εκστομίσει ακαριαία – από αυτά που είχε συνηθίσει να εκπλήσσει το κοινό του, όχι συνήθως τερματίζοντας το αυτονόητο με ένα αστείο, αλλά πάντοτε ακραία ατακαδόρικο ως κάτι το απροσδόκητο. Κρατιόταν. Και λέγαμε χαζά στρίβοντας μέσα στα στενά, πλάι στις χαριτωμένες μονοκατοικίες που άντεξαν τη λαίλαπα, στο μαγαζί που μας πήγαινε η Μ. Ύστερα γέλασε πικρά.

Πάρκαρε, έδωσε τα κλειδιά, πλήρωσε – το τσιμέντο έκαιγε πέτρες εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι· «πρόωρες ζέστες, καυτό Καλοκαίρι έρχεται», είπε. Ήταν η φίλη του, έλεγε, που μπήκε ξαφνικά στο νοσοκομείο, η αναβολή της περιοδείας λόγω μιας αναποδιάς, οι συνεντεύξεις που είχε δώσει, οι φωτογραφίσεις που βαριόταν, οι προοπτικές για τη νέα τηλεοπτική σεζόν, οι προτάσεις, τα ραντεβού στα κανάλια, οι σκέψεις του – νέες αφορμές κάπως να χάνεται μισοκρυμμένος. «Λοιπόν, τώρα που μαζευτήκαμε όλοι, έχω να σας πω κάτι: Η μαμά μου έχει καρκίνο». 

Καθώς συνομιλούσε με τον εαυτό του κάπνιζε – ήλπιζε. Μίλησε απλά, απαλλαγμένος από την ανάγκη επιβεβαίωσης της αγάπης που πλανιόταν ήδη στον αέρα, μετρημένος, υπαινικτικός καθώς άλλαζε το φως της καλής του τύχης κλίση, καίριος και πολύς. «Της λέμε ψέματα. Κάνουμε μικρές συνωμοσίες με τους γιατρούς, για να μην αγχωθεί και κλατάρει. Φαίνεται να τα πιστεύει όλα. Έτσι δείχνει. Όλα πάνε καλά».  

 

Είχε αδυναμία στη μαμά του, εκείνη σ’ αυτόν – ήταν ένας κύκλος που άρχιζε και τελείωνε στα υγρά φωτεινά του μάτια, στο ενδοφλέβιό της γέλιο που του κληρονόμησε, στα Θεία που την προστάτευαν, στην υπερπροστατευτικότητά της, στο παιδί που ήταν πάντα εντός του με μπαμπά τον παππού και πατέρα της που τον μεγάλωσε. Τίποτα δεν διαπερνούσε την αγάπη τους, καταφέρνοντας κάτι το μαγικό για τα δικά τους φαινομενικά εξωστρεφή δεδομένα: Παρέμενε πάντα λιγομίλητη μέσα στην φλυαρία της, ακόμη κι όταν υπήρχε ανάγκη να μην ειπωθούν μόνο τα βασικά. «Νομίζω πως είναι καλύτερα να μην της το πω. Τουλάχιστον όχι ακόμη».

Το είχε αναφέρει και ο Λ. μπροστά στις κάμερες, χορτασμένος από εξαλλοσύνες και υπερβολές, μέσα στην ευφυΐα και στην κατοπινή του συμπάθεια, για όσα δεινά υπέμενε με στωικότητα ως «τιμωρία» ενός τρόπου έξω από καθετί λαϊκό, βγαίνοντας από τη φυλακή των οικονομικών του «εγκλημάτων» και ενός lifestyle στο οποίο βούτηξε ολόκληρο το δάχτυλό του αμαρταίνοντας: «Είναι δώρο Θεού να ζούμε, να προχωράμε και να αποδείξουμε ότι τα πάντα στη ζωή δεν είναι ούτε τιμωρία, ούτε και μεγάλη ευτυχία. Είναι κάτι το ενδιάμεσο». 

«Κάτι μάλλον πρέπει να μάθω», είπε ο Ν. Σαν πίσω από τη μελαγχολία που είχε απλωθεί ως συννεφιά στα κεφάλια των σιωπηλών συνδαιτυμόνων -τι να πεις όταν η πραγματικότητα πλαντάζει;-, να ασκούσε ήδη με το μυαλό του προοπτικές ησυχίας, πίκρας αλλά και προσδοκίας. Ήταν η στιγμή της μεγάλης του ωριμότητας – εκεί που η μουντζούρα της καθημερινότητας μετατρεπόταν πια σε έργο τέχνης. 

Ο μπαμπάς του καλύτερου μου φίλου πέθανε την Τετάρτη. Απ’ την ίδια λαίλαπα – «τον έλιωσε!», μου είπε η μάνα του, κλαμένη, στο προαύλιο της Εκκλησίας της Φανερωμένης. Ήταν για λίγο το κακό. Σήκωσε τα δάχτυλά της -μέτρησε τρία, «τρεις μήνες» είπε- κι έπειτα με αγκάλιασε. «Ηρέμησε, δεν βασανίστηκε πολύ, δεν ταλαιπωρήθηκε», είπα. Συμφώνησε. Αλλά η απώλεια είναι απώλεια – δεν είχαν κάψει ακόμη τα ωραία του μαλλάκια οι ενέσεις, τα χάπια δεν είχαν γίνει βαριά κι ασήκωτα σαν βρόγχος, αλλά δεν μπορούσε πια να μιλήσει καθαρά μέσα στην «Αροδαφνούσα» που νοσηλευόταν, ανάμεσα σε Άγιους επί της Γης· αγγέλους που φοράνε λευκές μπλούζες, που -ενώ γνωρίζουν την ποσόστωση- προσπαθούν να επαναλάβουν μερικά θαύματα που ήδη συνέβησαν (και θα συμβαίνουν), δίνοντας προοπτική.  

Σήμερα πραγματοποιείται η 48η Πορεία Χριστοδούλας – του κυριότερου συμβόλου του να μην ξεχνάμε και πιο καίριου. Στην μνήμη μιας γυναίκας που πέθανε αβοήθητη από καρκίνο, χωρίς ιατρική και νοσηλευτική φροντίδα, πριν από πολλά χρόνια, κάτω από μια πορτοκαλιά, στη Σωτήρα. Από τότε άλλαξαν πολλά, σχεδόν ανατράπηκε το σύμπαν σε ό,τι αφορά στην ευαισθητοποίηση, χάρις στους χιλιάδες εθελοντές ετών – ο πόνος, βέβαια, ο ίδιος· η Ο. που προσπαθεί να επανέλθει έπειτα από τις χημειοθεραπείες και να ισορροπεί, μου είπε χθες με ειλικρίνεια πως ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια γυναίκα μετά την αρρώστια και πως «πάντα θα φοβάμαι, μήπως επανέλθει, δριμύτερος. Ελπίζω. Ελπίζω να μην… να μην χρειαστεί να ξαναφορέσω μαντήλι στο κεφάλι για να καλύψει την απώλεια…». Αλλά «τον» ευχαριστεί ταυτόχρονα – για το λυσσαλέο θάρρος που της παρείχε ώστε να μην εντέλει νικηθεί. 

Αναγνωρίζοντας πως όλα είναι σχετικά, πως ίσως και να μην υπάρχει αύριο όσο ο ήλιος του Απριλίου μισοκλείνει το μάτι στη ζωή -αν θεωρήσουμε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και ίδιο- ας έχουμε στο μυαλό μας πως στη στροφή -στη στροφή και της σημερινής Πορείας- μπορεί να ‘ναι ο μεγάλος πόνος που μας περιμένει. Που μπορεί να ‘ναι και κάτι σαν δώρο ζωής επί του θανάτου εντέλει. Γνωρίζοντας, στο μεταξύ, αυτούς τους υπαρκτούς αγγέλους στα νοσηλευτήρια. Που υποδύονται το ανθρώπινο είδος, αλλά ευτύχησαν να είναι ουράνια Χερουβείμ.  

INFO: Σήμερα, στις 10:30 π.μ., θα πραγματοποιηθεί η 48η Πορεία Χριστοδούλας σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου (για περισσότερες πληροφορίες και εισφορές: Αντικαρκινικός Σύνδεσμός Κύπρου, τηλ. 77771080.

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 9.4.2023