Η εικαστικός Ελένη Νικοδήμου, ανοίγει το συρτάρι της και μοιράζεται μαζί μας ένα κείμενο -βαθιά προσωπικό- για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη μνήμη και το ανήκειν. Αφορμή, το φιλμ της Ελβετό-Αϊτινής εικαστικού και ερευνήτριας, Sasha Huber, που παρακολούθησε μια μέρα του Οκτώβρη, το 2021, εξαιτίας του οποίου η Κύπρια εικαστικός, μέσα σε λιγότερο από εφτά λεπτά… γύρισε όλη την Ευρώπη και έφθασε μέχρι την Ινδία κι από εκεί, πίσω στην Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Κύπρο…

Το χιόνι έπεφτε απαλά όλη τη νύχτα, κάλυψε  τα πάντα. Θα έλεγες πως ήταν μια από αυτές τις συνωμοσίες του σύμπαντος για να επαναφέρει τις ισορροπίες, να δώσει λίγο χρόνο στον εαυτό του να σκεφτεί. Ναι, αμέ! Φυσικά και τα σύμπαντα σκέφτονται, παράλληλα ή μη, μαύρες ή άσπρες τρύπες, ίσια ή ανάποδα φεγγάρια. Εκεί έξω στο σύμπαν υπάρχει μια τρελή Γεωμετρία που ακριβολογεί, όπως οι λέξεις που κόβουν σαν μαχαίρια όταν προλάβουν να βγουν άφρονες από το στόμα. Ό,τι και να κάνεις δεν επιστρέφουν πίσω, τη ζημιά την έχουν κάνει. Μόνο εμείς οι άνθρωποι κάνουμε του κεφαλιού μας χωρίς να σκεφτούμε τις συνέπειες που θα έχουν οι πράξεις μας, όχι μόνο σε μας ή στους άλλους αλλά κυρίως στον πλανήτη. Έπειτα από μεγάλες καταστροφές, θέλει χρόνο το σύμπαν ώσπου να κινήσει τα νήματα επαναφέροντας την τάξη, ξαναβρίσκοντας μια κάποια ισορροπία. Δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε πως, αν μια πεταλούδα πετάξει στο Πεκίνο, θα νιώσουμε να μεταδίδεται σαν ντόμινο αυτή της η κίνηση παντού, φέρνοντας το μήνυμα ταχύτατα με… DHL.

ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ

Δεν ήταν μικρός ο σεισμός, ανακάτεψε τα σπλάχνα της γης, ξεπάστρεψε κόσμο, κι εσύ τρέχεις σαν πουλάκι στο χιόνι αποφασισμένη να κρατήσεις τη μνήμη ζωντανή.

Το χιόνι πέφτει απαλό. Έχει κάτι από βελούδο θαρρείς. Νομίζω πως, όταν ο Θεός θέλει να ησυχάσει τα μάτια του από τις ασχήμιες μας, καλύπτει τα πάντα με χιόνι. Νιώθω αυτό το τεράστιο πάπλωμα να απλώνεται στο απέραντο. Από το χιόνι πήρε ο «Christo», μάλλον, την ιδέα της απόκρυψης μνημείων. Είναι λυτρωτικό να το βλέπεις να καλύπτει τα πάντα, νιώθεις κάτι μέσα σου να γαληνεύει. Ακούς επιτέλους τον εαυτό σου, ακούς την ανάσα σου, ακούς τον ήχο του χιονιού, ακούς τη σιωπή την ίδια, ακούς πεντακάθαρα να σου μιλά. Αντιλαμβάνεσαι τον χώρο από τις ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις του λευκού πάνω στο λευκό, πότε να μπλεδίζουν πότε να μοβίζουν ή να ροδίζουν, τόσος πλούτος μόνο από το λευκό ή τόσος θρήνος… Κι ύστερα ακούς μια μελωδία, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς από που βγαίνει, είμαι σίγουρη πως ήσουν εσύ Sacha. Η μελωδία του χιονιού εισχωρεί μέσα σου σαν μακρινή μνήμη, ή μήπως είναι τα ίχνη της μνήμης που ακούν τα βήματά σου να έρχονται; Δεν υπάρχει ωραιότερη ζωγραφιά από αυτήν που αφήνουν τα ίχνη στο χιόνι. Μια γεωγραφία με τυφλές διαδρομές.

Κι όμως εσύ, Sasha, περπατάς αποφασιστικά ξέροντας ακριβώς πού πας. Με κατατρόμαξες! Είχα αφεθεί στη γαλήνη του χιονιού και τη μελωδία του, όταν εσύ εισέβαλες βαδίζοντας βιαστικά, φορώντας αυτό το βίαιο κόκκινο πανταλόνι που θύμιζε νωπό αίμα, κι αυτό το σκούρο μπλε μπουφάν, σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα έμοιαζες. Δεν με πρόσεξες που σκάλιζα στο χιόνι μια ζωγραφιά. Λίγο έλειψε να με πατήσεις. Θα σου ομολογήσω πως με συγκίνησε αυτή η αίσθηση του κατεπείγοντος που είχε το βλέμμα σου, αυτή η αποφασιστικότητά σου να εναποθέσεις τη μνήμη πάνω στο λευκό της σιωπής του χιονιού. Μου θύμισε κάτι από τον δικό μας Εθνικό Ύμνο: «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη, περπατώντας η δόξα μονάχη…».

ΕΝΙΩΣΑ ΕΝΑ ΡΙΓΟΣ ΝΑ ΜΕ ΔΙΑΠΕΡΝΑ

Κι έπειτα, αν όλοι πράτταμε σαν η σωτηρία του κόσμου να εξαρτιόταν μόνο από μας, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος.

Από μικρή μου άρεσε να βλέπω να πέφτει το χιόνι, Sasha (μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό φαντάζομαι). Έτσι κι αλλιώς αποφάσισα να απευθυνθώ σε σένα στο πρώτο πρόσωπο. Έτσι φουριόζα κι αποφασισμένη που εισέβαλες στην οθόνη, σε ένιωσα από την αρχή οικείο μου άτομο.

Όταν πρωτοείδα την ταινία, αφέθηκα να σε κοιτώ να αφήνεις επαναληπτικά στο χιόνι το αποτύπωμά σου. Στη σκέψη μου πέρασαν με ταχύτητα εικόνες που διαδέχονταν η μια την άλλη. Μου θύμισε διάφορα: Όπως όταν στο Δημοτικό, στο μάθημα τέχνης, κάναμε ένα είδος χαρακτικής κόβοντας στη μέση μια πατάτα, χαράσσαμε διάφορα μοτίβα, κι ύστερα τη βουτούσαμε στο χρώμα τυπώνοντάς τα στο τετράδιο της ιχνογραφίας. Κι ύστερα αλλάζαμε χρώμα. Πρωτόγονη χαρακτική. Μια φορά τυπώσαμε πάνω στο χιόνι, κάπως σαν αυτό που κάνεις εσύ στο φιλμ.

Όταν λοιπόν πρωτοείδα το φιλμ σου, Sasha, το πρώτο που μου ήρθε στον νου ήταν το θέμα των εαυτών που αφήνουμε εδώ κι εκεί στις χώρες που ταξιδεύουμε. Ήθελα να κρατηθώ στην πρώτη αίσθηση που άφησε το φιλμ σου σ’ εμένα. Δεν ήθελα να ψάξω τον λόγο για τον οποίο εσύ έκανες την ταινία. Ήθελα να αρκεστώ σε αυτό το αίσθημα που ξύπνησε σ’ εμένα, δηλαδή των διάσπαρτων εαυτών που έχουμε αφήσει δεξιά αριστερά. Αυτό άλλωστε δεν είναι το θέμα; Ότι δηλαδή ο καθένας μας θα δει την ταινία μέσα από τις δικές του εμπειρίες. Κανείς δεν θα τη δει με τον ίδιο τρόπο, κι αυτό είναι άλλωστε το μεγαλείο της τέχνης!

Αλλά όταν έχεις έναν σύζυγο περίεργο που ψαχουλεύει εδώ κι εκεί, χώνει τη μύτη του παντού κι ας μην του φαίνεται… Λίγα λεπτά αργότερα κατέφθασε, δίνοντας μου ειρήσθω εν παρόδω ένα σωρό πληροφορίες, ότι έχεις μισή καταγωγή από την Αϊτή, η άλλη από Ελβετία ή Φινλανδία, δεν θυμάμαι ακριβώς, κι ότι το φιλμ ήταν μια hommage στα θύματα του σεισμού… Φυσικά και μου τα χάλασε, άντε τώρα να ξεχάσω αυτές τις πληροφορίες, αδύνατον. Αχ…

Όταν είδα λοιπόν τους εαυτούς που άφηνες στο χιόνι, εγώ παράλληλα πέρασα από διάφορες χώρες που είχα ταξιδέψει και είπα ένα καλημέρα στους διάφορους εαυτούς που άφησα εκεί. Παράξενο, αλλά ήταν όπως ακριβώς τους άφησα, αγέραστοι, σάμπως οι τοίχοι να απορρόφησαν τα ενσταντανέ. Σκεφτόμουν απαράλλαχτα όπως τότε, με είδα στα πιο τρελά πάρτυ με τους φίλους μου, στο ατελιέ της σχολής να ζωγραφίζω, να χορεύω, να περπατώ… Είναι τρελό, μέσα σε λιγότερο από εφτά λεπτά γύρισα όλη την Ευρώπη, έφθασα μέχρι την Ινδία, έκανα στάση στον Λίβανο, με είδα έφηβη να τρέχω να μαζεύω κύπελλα, έπειτα πετάχτηκα Συρία, την είδα όπως δεν θα την ξαναδείτε, έκανα μια γύρα Ιορδανία, πέρασα από την Αίγυπτο κι έσφιξα το χέρι στους Μύστες, κι Ελλάδα φυσικά.

Κάθε φορά που ταξίδευα σε μια χώρα, ήμουν νοερά μια εβδομάδα νωρίτερα εκεί, και όταν έφτανα, ένα κομμάτι μου είχε μείνει πίσω. Αυτή η αδυναμία προσδιορισμού του εαυτού πού βρίσκεται, αυτή η αδυναμία ταυτόχρονης σύνδεσης μου με τον τόπο, αυτή η απουσία ελέγχου του εαυτού, μου δημιουργούσε αυτό το κενό που με τρόμαζε.

Σκέφτηκα μήπως να διαγράψω ό,τι δεν μου αρέσει, να παρέμβω στον χωροχρόνο όπως στα φιλμ. Όχι! Αποφάσισα ότι δεν θα άλλαζα τίποτα. Είναι και η μνήμη που θυμάται, πώς να την ξεγελάσει  κανείς; Δεν θα είναι μνήμη πια. Τι είμαστε χωρίς τη μνήμη μας; Αν δεν μας θυμάται κανείς, είμαστε ένα τίποτα, πέφτουμε στην ανυπαρξία.

Γι’ αυτό βιάσου Sasha, άφησε όσα ίχνη αγγέλων μπορείς στο χιόνι. Άνοιξε τα χέρια σου, κάνε τα φτερούγες. Λέω να σου δώσω ένα χέρι βοήθειας. Σχεδίασα μερικούς αγγέλους για σένα.

Λευκωσία 2 Οκτωβρίου 2021

Ελεύθερα 9.4.2023