Ο πρωταγωνιστής της παράστασης «Η νύχτα της ιγκουάνα» πιστεύει ότι τέχνη είναι πολυτέλεια γι΄αυτό έχει αξία.
Ο Τένεσι Ουίλιαμς υπήρξε καταλυτικός στη ζωή και την πορεία του Βαλάντη Φράγκου. Μια από τις πρώτες του εμπειρίες ως θεατή, την οποία θεωρεί καθοριστική ήταν μια παράσταση με το έργο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» πολλά χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τότε συνειδητοποίησε πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι, αλλά και πόσο δύσκολο το να τον προσεγγίσει κανείς σκηνικά. Ο ίδιος υποδεικνύει εξάλλου ότι μιλάμε για έναν δημιουργό τόσο αυτοβιογραφικό «που μόνο την αλήθεια σου δέχεται κι αυτή μάλιστα σαν βασική προϋπόθεση: έπειτα πρέπει να διαθέσεις πολλά περισσότερα».
Τα τελευταία δέκα χρόνια ζει και δημιουργεί στην Αθήνα, ως ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης, έχοντας να επιδείξει σημαντικές συνεργασίες με καλλιτέχνες και οργανισμούς, όπως το Εθνικό Θέατρο το περασμένο καλοκαίρι, στην Άλκηστη που ανέβασε η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της βραβευμένης εταιρείας θεάτρου The 3rd person theatre group, με την οποία μεταξύ άλλων πήρε την τιμητική Διεθνή Υποτροφία Ίψεν το 2013, για την παράσταση «Peer Gynt. No Man’s Land».
Ο Τένεσι Ουίλιαμς ήταν αυτός που τον «έφερε» και στην Κύπρο τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς πρωταγωνιστεί στην παραγωγή της ΕΘΑΛ με το έργο «Η νύχτα της Ιγκουάνα». Όπως αναφέρει, οι λόγοι που συνέτειναν στη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη παραγωγή ήταν αρχικά ο συγγραφέας και το έργο, το οποίο αγαπά ιδιαιτέρως, ο τόσο ξεχωριστός ρόλος του Λώρενς Σάνον, αλλά και η σκηνοθετική προσέγγιση που προτείνει ο Ανθούλλης Δημοσθένους. «Είναι κατά την άποψή μου ακραία, προσωπική και εύστοχη» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος αιτιολογεί την άποψή του σημειώνοντας ότι υποκριτικά η προσέγγιση αυτή δεν βασίζεται καθόλου στον ρεαλισμό, αλλά «ακολουθεί τη γραμμή της εσωτερικής διαδρομής και συνεχόμενης καύσης των ηρώων που οδηγεί αποκλειστικά στο μαρτύριο τους». Παράλληλα, εξγηγεί ότι ο σκηνικός χώρος συνηγορεί με τη σειρά του στο να φανεί και να αποδοθεί η γύμνια των ψυχών και των σωμάτων των προσώπων του έργου. «Όλη η σκηνοθετική προσέγγιση εύστοχα προσπαθεί να αφαιρέσει τις λαβές που ο καθένας πιάνεται για να δει και να διαβάσει το έργο αυτό με τα μάτια του μόνο. Αυτό που προτείνει είναι μια επαναδιαπραγμάτευση με άλλους όρους, σίγουρα όχι τους αναμενόμενους».
«Το έργο είναι υπαρξιακό και κατά συνέπεια βαθιά φιλοσοφικό, γραμμένο σε μια γλώσσα υπερβολικά απλή και κατανοητή. Έτσι ο θεατής πολύ γρήγορα έρχεται κοντά με το θέμα του έργου και τα διλήμματα των ηρώων, ηθικά και μη» προσθέτει αναφερόμενος στο έργο, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Κύπρο. «Τα πρόσωπα είναι τόσο αναγνωρίσιμα και ανοιχτά στο να τα παρατηρείς, ώστε από την πρώτη στιγμή ο θεατής μπορεί να παρακολουθήσει την εμπύρετη κατάσταση στην οποία βρίσκονται» προσθέτει.
Ο Βαλάντης Φράγκος ενσαρκώνει τον απαιτητικό ρόλο του έκπτωτου και επιρρεπή στα πάθη του ιερωμένου, Λόρενς Σάνον, ο οποίος καταφεύγει στο Μεξικό, αναζητώντας την πνευματική του υγεία. «Ο Λόρενς Σάνον όπως και οι υπόλοιποι ήρωες του έργου είναι αρκετά σύνθετοι, όλοι φέρουν ένα σύμβολο, μια έννοια» αναφέρει. «Έτσι ο ηθοποιός πρέπει να το κατανοήσει αυτό και να βρει τον τρόπο να το κάνει υπαρκτό στη σκηνή, με το σώμα του, τη φωνή του και τα λόγια του. Ο συγκεκριμένος ήρωας είναι διχασμένος, έχει μέσα του μια πολύ ισχυρή πίστη και την ίδια στιγμή μια αμφισβήτηση για την ύπαρξη οποιουδήποτε μη κοσμικού όντος. Αυτό βέβαια τον οδηγεί σε ένα μαρτύριο ψυχικό και σε μια πυρετώδη αναζήτηση για την αλήθεια».
Ο ηθοποιός φαίνεται ότι έχει επίγνωση του βάρους του ρόλου και του μύθου. «Μιλάμε για έναν ρόλο που είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα στο φώς και το σκοτάδι, στο ψέμα και την αλήθεια, στην ενοχή και την επιθυμία, οπότε ναι, το βάρος είναι πάντα ασήκωτο και ανυπόφορο για τον ηθοποιό που καλείται να ασχοληθεί μ’ αυτό.» παραδέχεται. Ποια είναι όμως η μεγαλύτερη αγωνία του στην τελευταία πρόβα; «Να μην κάνω πίσω, να μη φοβηθώ την αποφασιστική στιγμή. Να προσπαθήσω να στηρίξω όσο γίνεται αυτό στο οποίο πίστεψα από την αρχή της διαδικασίας» απαντά.
Ο Βαλάντης Φράγκος πιστεύει ότι το θέατρο, αν και κυρίως θέτει ερωτήματα, μπορεί να δώσει απαντήσεις εκεί που οι κοινωνικές επιστήμες αδυνατούν. «Το θέμα είναι ποιος θα τις δει και ποιος θα τις καταλάβει. Οι άνθρωποι που ψάχνουν τη αλήθεια σίγουρα θα βρουν κάτι. Ίσως όχι μια απάντηση με τη μορφή που όλοι φανταζόμαστε, αλλά έμπνευση για να συνεχίσει κανείς την αναζήτηση για υψηλά ιδανικά. Το θέατρο με αυτά συνδιαλέγεται και σε αυτά στοχεύει».

«Το θέατρο έχει αξία μόνο με παρέα»
Αναφορικά με την παρουσία του στο θέατρο, τον ενδιαφέρει να είναι μόνο με παρέα. «Ως ηθοποιός και σκηνοθέτης στη μέχρι τώρα επαγγελματική ζωή μου είχα συνεργάτες που μαζί ονειρευτήκαμε, σχεδιάσαμε, απογοητευτήκαμε, αποτύχαμε και πετύχαμε. Τα μοιραστήκαμε όλα και τα όμορφα και τα άσχημα. Μόνο έτσι έχει αξία το θέατρο για μένα» αναφέρει. Έχει διαπιστώσει ότι το θέατρο ως δουλειά χρειάζεται τρομακτική αφοσίωση και δόσιμο και συνεπώς, κατά κάποιο τρόπο διαμορφώνει και τον τρόπο ζωής. «Πολλές φορές η προσωπική ζωή για έναν ηθοποιό δεν είναι προτεραιότητα, απλά ακολουθεί. Άλλες φορές ισορροπούν αυτά τα δύο, άλλες όχι. Εμένα προσωπικά το θέατρο μού δίδαξε την υπομονή».
Ιδανικό για τον Βαλάντη Φράγκο θα ήταν η τέχνη να λειτουργούσε ως αφύπνιση. «Αλλά, αν λειτουργεί και ως παρηγοριά πάλι σημαντικό είναι. Αν κάποιος άνθρωπος μπορεί να βρει καταφύγιο στην τέχνη τότε είναι πολύ τυχερός κι αν εμπνευστεί κιόλας για να προχωρήσει στη ζωή τότε είναι αξιοζήλευτος» τονίζει. Στην κουβέντα μας προέκυψε το ερώτημα πώς μπορούμε να αλλάξουμε την ευρεία αίσθηση ότι η τέχνη είναι πολυτέλεια. «Μα είναι πολυτέλεια» απαντά «από τη στιγμή που δεν καλύπτει τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου και απευθύνεται σε κάτι πιο λεπτό, ευαίσθητο και πνευματικό, σ’ ένα πιο εσωτερικό μέρος του. Κι αυτό ακριβώς την κάνει να έχει μεγάλη αξία, χωρίς να είναι περιττή. Γιατί η τέχνη είναι δραστική κι επιδρά ευεργετικά στην ανθρώπινη ψυχή».
* Η φωτογράφιση έγινε στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας (CVAR) του Ιδρύματος Σεβέρη.