Τα καλοκαίρια στα Λεύκαρα, το χωριό της γιαγιάς του, άρχισε να ζωγραφίζει. Τα πρώτα του σχέδια απεικόνιζαν τα στενά σοκάκια με τις γυναίκες που κεντούν. Από εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά την πορεία του στον κόσμο της τέχνης. Σήμερα, έχοντας βάση του το Άμστερνταμ, και μετά από πλήθος εκθέσεις σε φημισμένα μουσείακ και γκαλερί του εξωτερικού, έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση. Στα Λεύκαρα, εκεί όπου ξύπνησε το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική, επιστρέφει αυτή την περίοδο, με μια έκθεση για τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο.
Ζείτε στο Άμστερνταμ από το 1985. Τι σας γοητεύει σ’ αυτή την πόλη; Η ελευθερία να ζεις τη ζωή σου όπως θέλεις, χωρίς να σκέφτεσαι τι θα πει ο άλλος. Οι Ολλανδοί είναι φιλικοί, έντιμοι και ειλικρινείς. Είναι ευθείς, θα σου πουν αυτό που σκέφτονται, κάτι που δεν αρέσει αλλού. Εκεί έμαθα να είμαι ειλικρινής.
Πόσο έχει αλλάξει σήμερα το Άμστερνταμ που γνωρίσατε το ’85; Έχει αλλάξει πολύ. Τα τελευταία χρόνια η πόλη έχει πάρα πολύ τουρισμό και η κυβέρνηση προβληματίζεται πώς να το χειριστεί. Τα καταστήματα ανοίγουν και τις Κυριακές, έχει αλλάξει η νοοτροπία του κόσμου με όλους τους πρόσφυγες που καταφθάνουν. Συμβαίνουν διάφορα στην πόλη. Για παράδειγμα, καθολικοί βάζουν φωτιά σε ένα μουσουλμανικό τέμενος, μουσουλμάνοι βάζουν φωτιά σε μια προτεσταντική εκκλησία.
Σε ποιο βαθμό η πόλη επηρέασε το εικαστικό σας έργο; Όταν ήρθα στο Άμστερνταμ, τα μουσεία έγιναν το σπίτι μου. Είχα κάρτα ελεύθερης εισόδου και όλα μου τα ραντεβού με φίλους τα έδινα εκεί. Δεν θα ξεχάσω την έκθεση La Grand Parade με όλους τους σύγχρονους καλλιτέχνες της δεκαετίας του ’40, που φιλοξενήθηκε στο μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Εκεί γνώρισα τη δουλειά του Ρόθκο. Θυμάμαι πως πήγα 18 φορές, με φίλους και με τον Παναγιώτη Τέτση, καθηγητή μου στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Σε μια από τις επισκέψεις μου είδα μια μητέρα με ένα κοριτσάκι εφτά χρονών μπροστά στα έργα του Ρόθκο και το κοριτσάκι δεν ξεκολλούσε. Η μητέρα του το ρώτησε γιατί του αρέσει, και η μικρή απάντησε, «νιώθω χαρούμενη!». Η σκηνή έμεινε χαραγμένη στο μυαλό μου.
Η δουλειά σας έχει φιλοξενηθεί σε σημαντικά μουσεία του Άμστερνταμ, της Ρώμης, του Μεξικού, της Αθήνας και αλλού. Επίσης, έργα σας εκτίθενται μόνιμα σε εκκλησίες της Ολλανδίας και στο Πανεπιστήμιο του Ντελφ. Πιστεύετε πως αν μένατε στην Κύπρο θα είχατε αυτή τη διεθνή αποδοχή; Πιστεύω πως όχι, επειδή στην Κύπρο δεν έχουμε τα μουσεία που υπάρχουν στο Άμστερνταμ. Όπως είπα και πριν, τα μουσεία ήταν οι δάσκαλοί μου. Αν είχα ένα πρόβλημα την ώρα που δούλευα, έπαιρνα το ποδήλατό μου και πήγαινα στο μουσείο για να μελετήσω τον Βερμέερ, τον Ρόθκο. Όλοι αυτοί ήταν μεγάλοι δάσκαλοι για μένα. Ο Τέτσης, μια φορά που ήταν στην πόλη, μου έδειξε πώς να κοιτάζω ένα έργο τέχνης: «Θα σταυρώνεις τα χέρια σου πίσω», έλεγε, «ώστε να μην ανησυχούν οι φύλακες, και θα ακουμπάς τη μύτη σου στο έργο για να μυρίζεσαι την μπογιά…»
Μεγαλώσατε στη Λεμεσό τη δεκαετία του ’60, μια εποχή που δεν υπήρχαν γκαλερί στην πόλη. Πώς ακολουθήσατε τον δρόμο της τέχνης; Ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες, εγώ στον ελεύθερο χρόνο μου ζωγράφιζα συνέχεια. Τα καλοκαίρια τα περνούσα στη γιαγιά μου στα Λεύκαρα, όπου ζωγράφιζα τις γυναίκες του χωριού να κεντούν στα στενοσόκακα. Θυμάμαι που μια γειτόνισσα 15 χρονών είχε ένα βιβλιαράκι με εικόνες από πίνακες του Ρενουάρ. Δεν ήξερα ποιος ήταν, εγώ τον έλεγα Ρενόιρ. Ήμουν εννιά χρονών. Ρώτησα το κορίτσι πού το βρήκε και μου είπε στο βιβλιοπωλείο του Ιωαννίδη. Ζήτησα από τον πατέρα μου, που ήταν πολύ υποστηρικτικός, να με πάει στον Ιωαννίδη. Του λέω, «θέλω ένα βιβλιαράκι που το λένε Ρενόιρ». Το έχω ακόμα, το έκανα φύλλο και φτερό. Αυτές τις υπέροχες γυναίκες του Ρενουάρ, με τα πυρόξανθα μαλλιά μπροστά στο πιάνο, τις αντέγραψα με μολύβι και χρώμα.
Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας; Ήταν καρεκλοποιός, είχε δικό του εργαστήρι στη Λεμεσό. Ο πατέρας μου είχε εκ φύσεως μια καλλιέργεια. Όποτε είχε έκθεση στο δημαρχείο -δεν υπήρχαν τότε άλλες γκαλερί- με έπαιρνε από το χέρι να τη δούμε. Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα να σπουδάσω και είπα «θέλω να γίνω ζωγράφος», μου είπε «θα πεθάνεις στην ψάθα, πώς θα ζήσεις;» Θυμάμαι πως και ο καθηγητής του επαγγελματικού προσανατολισμού είπε στον πατέρα μου, «μην τον αφήσεις να γίνει ζωγράφος, είναι κρίμα, στείλε τον να κάνει κάτι άλλο».
Ποιος σας στήριξε στις επιλογές σας; Αυτή που με βοήθησε πολύ ήταν η Στέλλα Μιχαηλίδου, Λεμεσιανή εικαστικός και καθηγήτριά μου στο γυμνάσιο. Με έμαθε να δουλεύω το μελάνι με το πενάκι, ακόμα και τώρα το χρησιμοποιώ. Όταν έφτασε η ώρα να σπουδάσω, με συμβούλεψε και πήγα αρχικά στη Σχολή Δοξιάδη. Έκανα γραφικές τέχνες και παράλληλα προσπαθούσα να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έδιναν εξετάσεις 1.000 άτομα και έπαιρναν τέσσερα. Έδωσα εξετάσεις τέσσερις φορές ώσπου να τα καταφέρω.
Στην Καλών Τεχνών είχατε καθηγητές τον Μυταρά και τον Τέτση. Πόσο σας επηρέασαν; Εγώ μάθαινα γενικά από τη δουλειά των καλλιτεχνών που παρακολουθούσα. Από μια ενότητα δουλειάς του Μυταρά έμαθα πολλά πράγματα, όχι όμως από τον ίδιο ως καθηγητή. Η δουλειά μου είναι ανθρωποκεντρική και πάντα με ενδιέφερε ο άνθρωπος. Λάτρευα πολύ τον Γιάννη Μόραλη και ήθελα να μπω στα εργαστήριά του, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Τέτσης το ήξερε και μου έλεγε με παράπονο, «δεν σου κάνουμε εμείς;». Με ενδιέφερε η θεματογραφία του Μόραλη, οι φιγούρες του, τα επιτύμβια του. Και η διπλωματική μου εργασία στην Καλών Τεχνών είναι μια σειρά από επιτύμβια, εμπνευσμένα από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
Φαντάζομαι πως θα είχατε πολλά άλλα ερεθίσματα στην Αθήνα. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Ήμουν εκεί την περίοδο της μεταπολίτευσης, αφού έπεσε η χούντα, την εποχή του αναβρασμού. Εκεί πήγα θέατρο για πρώτη φορά, το υπόγειο του Κουν είχε γίνει το σπίτι μας. Πηγαίναμε στην Πινακοθήκη και τα μουσεία, θαυμάζαμε τον Ιακωβίδη, τον Παρθένη, τον Μόραλη, τον Παπαλουκά, όλους τους Έλληνες που ξέραμε από βιβλία. Ήταν μεγάλο σχολείο η Πινακοθήκη.
Πώς πήρατε την απόφαση να συνεχίσετε τις σπουδές σας στην Ολλανδία; Όλοι οι φοιτητές θέλαμε να πάμε παραέξω, να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας. Οι περισσότεροι πήγαιναν στο Παρίσι. Τότε ένας φίλος Ολλανδός με συμβούλεψε να πάω στην στην Ολλανδία, όπου παρακολούθησα ένα πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στη Χάγη. Μπήκα σε ένα αχανές εργαστήριο, όπου 20-30 άτομα δούλευαν όπως ήθελε ο καθένας, χωρίς δάσκαλο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο καθηγητής, τον οποίο φώναζαν με το μικρό του όνομα. Ερχόταν 1-2 φορές την εβδομάδα. Ένας Έλληνας μου λέει «μην περιμένεις να σου πει ο δάσκαλος τι θα κάνεις».
Και πώς προχωρήσατε; Πήρα ένα μπλοκάκι σχεδίου και άρχισα να σχεδιάζω ένα μοντέλο. Είχαμε αλληλογραφία με τον Τέτση και του έλεγα, «δάσκαλε δεν μπορώ να ζωγραφίσω». «Μην κάνεις τίποτε Λευτέρη», μου είπε, «βλέπε και απορρόφα σαν σφουγγάρι, θα έρθει η ώρα». Μπήκα τον Σεπτέμβριο στη σχολή και τον επόμενο Μάρτιο έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, δεν μπορούσα να σταματήσω…
Ήταν δύσκολα αυτά τα πρώτα χρόνια; Πέρασα πολύ δύσκολες εποχές οικονομικά, αλλά ήμουν νέος και δεν με ενοχλούσε. Το μόνο που ήθελα ήταν να δουλεύω. Δεν είχα λεφτά να αγοράσω τελάρα, έτσι πήγαινα στην κεντρική αγορά του Άμστερνταμ και μάζευα τα χαρτόνια από τα εμπορευματοκιβώτια. Όλη μου η δουλειά με φιγούρες ήταν ζωγραφισμένη στα χαρτόνια. Έκανα μια σειρά με 18 γυναικείες φιγούρες, που ήταν η πρώτη μου έκθεση στην γκαλερί Γκλόρια το 1985. Ο φίλος μου ο Χανς ήταν πολύ φίλος με τον Γιάννη Τσαρούχη. Έτσι, του ζητήσαμε και μου έγραψε στην πρόσκληση ένα υπέροχο μικρό κείμενο. Λόγω Τσαρούχη, πουλήθηκαν τα 14 από τα 18 έργα πριν από τα εγκαίνια, στα οποία πουλήθηκαν και τα υπόλοιπα.
Δεν σκεφτήκατε κάποια στιγμή να τα παρατήσετε και να γίνετε καθηγητής; Όχι, ποτέ δεν το σκέφτηκα. Ήταν τότε η χρυσή περίοδος της ολλανδικής οικονομίας για τους καλλιτέχνες και δίνονταν επιδόματα. Όταν άρχισα να εκθέτω, έκανα τις αιτήσεις μου. Κάποια στιγμή άρχισα να παίρνω και εγώ επιδόματα, τα οποία άγγιζαν περίπου τα 1.000 ευρώ τον μήνα. Ήταν πολύ σημαντική στήριξη, επειδή μπορούσες να ζεις αφοσιωμένος στη δουλειά σου. Υπήρχε και ένα πρόγραμμα με το οποίο εταιρείες ενοικίαζαν τα έργα σου για μια περίοδο. Κάποιες από αυτές στο τέλος συνδέονταν με το έργο και το αγόραζαν. Εκείνη την εποχή πήγα στην Μπιενάλε της Βενετίας εκπροσωπώντας την Κύπρο και η συμμετοχή μου εκεί μου άνοιξε διάφορες πόρτες.
Το γεγονός ότι η δουλειά σας απέκτησε διεθνή απήχηση σας έκανε κάποια στιγμή να νιώσετε σπουδαίος;
Ναι, το ένιωσα δυο φορές. Η πρώτη ήταν στην Μπιενάλε, η οποία ήταν το όνειρό μου που πραγματοποιήθηκε. Μια Παρασκευή απόγευμα στο Άμστερνταμ, η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει τόσο που ένιωθα ότι ήμουν μόνος στον δρόμο, νόμιζα ότι περπατούσα και πετούσα. Είχα κάνει τότε τη σειρά της «Φιλοξενίας», η οποία ξεκίνησε από μια καταπληκτική βυζαντινή εικόνα του 14ου αιώνα στο Μουσείο Μπενάκη που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Η δεύτερη φορά ήταν το 2016, όταν το Αγγλικανικό Κέντρο της Ρώμης με κάλεσε να δημιουργήσω εφτά έργα με θέμα τη «Συμφιλίωση», τα οποία παρουσιάστηκαν στο Παλάτσο Doria Bamfili. Οι ιταλικές εφημερίδες έγραφαν διθυραμβικά σχόλια για τη δουλειά μου. Πάλι ένιωσα εκείνο το συναίσθημα ότι πετώ. Τηλεφώνησα στην Γκλόρια Κασσιανίδου και της είπα, «Γκλόριά μου, καβάλησα το καλάμι», και εκείνη μου λέει «γιατί όχι, το αξίζεις». Για να προσγειωθώ, σκεφτόμουν ότι υπάρχει ο Τσαρούχης, ο Μόραλης, ο Ρέμπραντ… Έτσι συνήλθα.
Όταν φτιάχνετε ένα έργο, έχετε συνείδηση της δύναμης της τέχνης να μεταφέρει μηνύματα στο θεατή;
Όταν κάνω μια δουλειά, δεν σκοπεύω να υποδείξω κάτι στον κόσμο ή να τον μάθω κάτι. Το κάνω επειδή νιώθω την ανάγκη να δημιουργήσω ένα έργο με μια θεματική. Για παράδειγμα, ένιωσα την ανάγκη να κάνω την ενότητα της «Υπόσχεσης» για την Κύπρο με τις μανάδες των αγνοουμένων. Το έκανα για μένα. Σε μια έκθεση με τα έργα αυτά στο Μεξικό, θυμάμαι μια γυναίκα από τη Χιλή που μου έλεγε συγκινημένη ότι την είχαν αγγίξει ιδιαίτερα, γιατί η ίδια έχασε το παιδί της στη δικτατορία και ήταν με μια φωτογραφία στο χέρι στους δρόμους. Κάθε φορά που δουλεύω, βγάζω τα συναισθήματά μου. Για μένα είναι πολύ σημαντικό αυτό.
Υπήρξε μια περίοδος που η ζωγραφική δεν ήταν στη μόδα. Εσείς προσωπικά νιώσατε να μπαίνετε στο περιθώριο κάποια στιγμή;
Στην Ολλανδία δεν το ένιωσα αυτό. Στην Κύπρο και την Ελλάδα, ορισμένοι επιμελητές προτιμούσαν δουλειές με βίντεο και ένιωθα ότι με αγνοούσαν κατά κάποιο τρόπο. Στην αρχή με ενόχλησε, δεν είναι το μέσον που κάνει το έργο τέχνης αλλά το αποτέλεσμα, αλλά συνέχισα τη ζωγραφική. Λατρεύω το βίντεο και τον Μπιλ Βαϊόλα, για παράδειγμα. Τώρα, όλοι αυτοί που ένιωθα ότι με αγνοούσαν με φιλοξενούν σε ομαδικές εκθέσεις.
Πώς προέκυψε το πρότζεκτ με τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο, που παρουσιάζετε αυτή την περίοδο στα Λεύκαρα;
Ο Νεόφυτος πλανιόταν στη σκέψη μου για καιρό, επανερχόταν κάθε τόσο. Η Νάτια Αναξαγόρου μου σύστησε το βιβλίο της Κάτιας Γαλαταριώτου για τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο. Βρήκα το βιβλίο από το Cambridge University, και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Αναφέρεται στην εποχή του, τα ιστορικά γεγονότα και το πώς καταλήγει να γίνει Άγιος. Έτσι, αποφάσισα να δημιουργήσω μια σειρά έργων. Έκανα έρευνα γι’ αυτόν, πήγα στην Εγκλείστρα και είδα τις τοιχογραφίες του Θεόδωρου του Αψευδή, του καλύτερου ζωγράφου της Κωνσταντινούπολης.
Μολονότι η δουλειά σας έχει έντονες αναφορές στον τόπο σας, έχει επίσης οικουμενικό χαρακτήρα και αγγίζει ανθρώπους από άλλες κουλτούρες.
Οι ρίζες μου, οι εμπνεύσεις μου, είναι η ιστορία του τόπου μου, ο πολιτισμός μας. Ίσως το ότι ζω στο εξωτερικό και οι επιρροές που έχω να είναι ο λόγος που έχει ένα οικουμενικό χαρακτήρα η δουλειά μου. Αν ζούσα στην Κύπρο, θα ήταν πιο τοπικά τα θέματά μου.
* Τα έργα είναι του Λευτέρη Ολύμπιου από την ενότητα «Νεοφύτου Εγκλείστου Ιστόρημα».
Η έκθεση ζωγραφικής του Λευτέρη Ολύμπιου με τίτλο «Νεοφύτου Εγκλείστου Ιστόρημα» που οργανώνεται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και το Δήμο Λευκάρων, φιλοξενείται στο Μουσείων των Λευκάρων. Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 09:30 – 17:00 (τηλ. 24 342326) – Μέχρι 9/9.