Με τον Δώρο Δημοσθένους δένει τη Λένα Κιτσοπούλου μια φιλία τουλάχιστον 15 χρόνων που έχει περάσει από κοινές εμπειρίες, πολλές εκμυστηρεύσεις, κραιπάλες, γέλια. Πέρασαν νύχτες ολόκληρες να μιλούν για πράγματα που τους απασχολούν, για όσα τους τρελαίνουν -με την καλή και την κακή έννοια. Αυτές οι καταστάσεις ενείχαν τον σπόρο της δημιουργίας και συνήθως τους οδηγούσαν στο στούντιο του Δώρου, όπου η Λένα έγραφε κείμενα, αυτοσχεδίαζε επιτόπου λέγοντας διάφορες ιστορίες σ’ ένα μικρόφωνο κι εκείνος ακολουθούσε με το πιάνο ή τη φωνή, αυτοσχεδιάζοντας μουσικές.

Εκεί γεννιόντουσαν συνεχώς ιδέες. Μία από αυτές είναι και το «Τραύμα», το τραγούδι που έγραψαν μια από αυτές τις παλιές νύχτες. Εκείνη τους στίχους, εκείνος τη μουσική. Αυτό το «Τραύμα», λοιπόν, το οποίο θυμήθηκαν πέρσι και αποφάσισαν να το ηχογραφήσουν, αποτέλεσε την αφορμή για την πρώτη επί σκηνής συνεργασία τους στην ανατρεπτική μουσική παράσταση «Bang Bang», που μετά την επιτυχία της στην Αθήνα παρουσιάζεται και στην Κύπρο.

«Υπάρχει μία δυναμική και μία ενέργεια από το γεγονός και μόνο ότι τον αγαπάω, τον θαυμάζω, τον πιστεύω και πιστεύω πολύ σ’ αυτό που μας δένει» λέει η Λένα Κιτσοπούλου. «Ο Δώρος είναι κομμάτι της ζωής μου και δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα να μπορείς να συνδημιουργείς μ’ έναν τέτοιον άνθρωπο. Πέρα απ’ αυτό, επειδή εμένα μου αρέσει πάρα πολύ η μουσική και το τραγούδι, βιώνω μαζί του μία τρομερή εμπειρία. Μαθαίνω από αυτόν κι από τους τρομερούς μουσικούς αυτής της μπάντας. Συνέχεια μαθαίνω και το απολαμβάνω. Πιστεύω πολύ σε αυτήν την συνύπαρξη, μου δίνει ελπίδα ότι είναι ένα σκαλοπάτι για κάτι άλλο που μας περιμένει».

Κοντά στον Δώρο Δημοσθένους η Κιτσοπούλου αισθάνεται ότι μαθαίνει να ακούει καλύτερα και άρα να ερμηνεύει καλύτερα. Επίσης, πλέον έχει τη δυνατότητα να ζει τον καλό της φίλο και στο δημιουργικό επίπεδο κι έτσι μπορεί να τον καταλάβει και καλύτερα. «Άμα συναντιέσαι με τον άλλον στο γέλιο, άμα βλέπεις το ίδιο πράγμα και με ένα βλέμμα συνεννοείσαι, άμα έχεις κοινό γούστο, ακόμα κι αν γουστάρεις ένα στιχάκι για τον ίδιο ακριβώς λόγο, αυτό είναι τολμώ να πω ευτυχία. Είναι τόσο σημαντικό όσο ο αέρας που αναπνέεις. Είναι πολύ σπάνιες οι καλές σχέσεις και νομίζω το μόνο πράγμα που έχει αξία στη ζωή» λέει.

Η Λένα Κιτσοπούλου πιστεύει ότι ένα τίμημα που πληρώνει κάποιος επιλέγοντας την καλλιτεχνική πορεία είναι ότι αναγκάζεται να παραασχολείται με τον εαυτό του. «Δεν γλιτώνεις το καθρέφτισμά σου, δεν γλιτώνεις την έκθεση αυτού όλου που είσαι κι αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο. Αναγκάζεσαι να σκάψεις βαθιά κι αυτό από τη μία μεριά έχει μία λύτρωση, μία εφηβική ανάταση, ταυτόχρονα όμως έχει δυστυχία». Για την ίδια η δημιουργία πηγάζει από τον πόνο, την απώλεια, την έλλειψη οξυγόνου. «Είναι σωτήρια, είναι όμως και αναγκαία για να αντέξεις, πράγμα που σημαίνει ότι για κάποιο λόγο δεν αντέχεται πολύ η ιστορία της ύπαρξης».

Πιστεύει ότι η δημιουργική έκφραση είναι ταυτόχρονα μια μορφή εκτόνωσης αλλά και φόρτισης. Κι αυτή είναι και η δυσκολία της. «Προσωπικά παλεύω συνεχώς με δύο πλευρές του εαυτού μου. Η μία θέλει πάρα πολύ να εκτεθεί άρα να εκτονωθεί κι η άλλη δεν θέλει τίποτα, νιώθει παντελώς ανίκανη να πει οτιδήποτε. Πάσχω από έναν ναρκισσισμό και μία ανασφάλεια, τα οποία είναι ισοδύναμα και παλεύω συνεχώς να ισορροπώ».

Ελπίζει στο μυαλό της. Στο να μπορεί αυτό το όργανο να φαντάζεται, να ευχαριστιέται, να σκαρφίζεται διάφορα αστεία, στίχους, εικόνες. «Ελπίζω να μη χάσω το μυαλό μου. Γιατί το αγαπάω, επειδή μπορεί και παραμυθιάζεται, επειδή κάπως ακόμα διατηρεί μία παιδική ικανότητα να πιστεύει σε θαύματα». Παρόλο που διακατέχεται από έναν αληθινό μηδενισμό και δεν αισθάνεται καμία απολύτως ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι γεννήθηκε, η Λένα Κιτσοπούλου δεν θέλει καθόλου να πεθάνει. «Θέλω να ανέβω πάνω σε καπό αυτοκινήτων και να ουρλιάζω, θέλω να μπω σ’ ένα διαστημόπλοιο, να έρθει ένας παλιός χαμένος και καμένος έρωτας και να με πάρει και να πλεύσουμε στον Ειρωνικό Ωκεανό, τέτοια πράγματα. Να παλέψουμε με καρχαρίες, να γίνω μία σπουδαία ζωγράφος, να πάρω το Νόμπελ, να πιω ένα ποτό σ’ ένα μπαρ στα φιορδ μ’ έναν άγνωστο, να ξαναγίνω δεκατριών χρονών».

Αυτά ονειρεύεται, όπως και ότι θα αναστηθεί ο πατέρας της. Και πραγματικά νομίζει ότι θα της συμβούν όλα, ότι η ζωή γι’ αυτήν -και μόνο γι’ αυτήν- θα κάνει την υπέρβαση. Και τότε «θα σταματήσει αυτή η μετριότητα κι αυτή η κοινή και άθλια μοίρα της ύπαρξης μας που απλώς θέλει να γεράσουμε, να χάσουμε τις δυνάμεις μας και να πεθάνουμε. Αυτό μου φαίνεται τραγικό, δεν καταλαβαίνω πως γίνεται κάποιος να το θεωρεί δώρο αυτό το πράγμα. Οπότε, για μένα, το μόνο που μένει να ελπίζει κανείς είναι να έχει την ικανότητα να ξεχνιέται. Να παρασύρεται από οτιδήποτε».
 
«Bang Bang», Κυριακή 3 Ιουνίου, Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 8.30μ.μ. 77777745