Ανοίγει το άλμπουμ της μνήμης του με αφορμή το τιμητικό Μεγάλο Βραβείο ΘΟΚ και σκαλίζει θύμησες μιας 42χρονης πορείας και μιας ζωής με τα πάνω και τα κάτω της. Την οποία σφραγίζει πάντα ο ίδιος φόβος: μήπως το μαύρο καταπιεί το κόκκινο.
Ο Βαρνάβας Κυριαζής τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο ΘΟΚ για τη συνολική και συνεχή προσφορά του στο θέατρο της Κύπρου, ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, μεταφραστής, καθηγητής υποκριτικής και διευθυντής του ΘΟΚ. Όμως η αλήθεια είναι ότι υπήρξε ιδιαίτερα ενεργός τη συγκεκριμένη περίοδο που καλύπτει η βράβευση, έχοντας συμμετοχή σε πέντε παραγωγές από τον Σεπτέμβριο του 2016 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017. Μετά από εκατοντάδες ρόλους και πάνω από 40 σκηνοθεσίες, για τον ίδιο η τιμή αυτή δεν είναι επιστέγασμα μιας πορείας, αλλά μόλις η αρχή, εφόσον προτίθεται να αντιμετωπίσει και κάθε επόμενη θεατρική πρόκληση σαν να είναι η πρώτη. Και το ζητούμενο πάντα είναι η υπέρβαση του εαυτού, το συναίσθημα που αντισταθμίζει όλα τα αρνητικά και τον έκανε να αισθάνεται ότι άξιζε τον κόπο να αφιερώσει τη ζωή του στο θέατρο.
Αδυνατισμένο σε βλέπω… Ετοιμάζομαι για έναν ρόλο και πρέπει να χάσω μερικά κιλά. Παίζω τον Σεπτέμβρη στο «Κρεβάτι από ψευδάργυρο» (My Zinc Bed) που κάνει ο Ανδρέας Αραούζος στην ΕΘΑΛ και πρέπει να χάσω βάρος.
Χρειάστηκε συχνά να υποβάλλεις τον εαυτό σου σ’ αυτή τη διαδικασία; Αρκετά. Για το «Κόκκινο» ας πούμε είχα χάσει 17 κιλά. Περπατούσα μιάμιση με δύο ώρες την ημέρα.
Το έχεις πάρει σοβαρά το θέατρο, δηλαδή… Χρειάζεται. Ακολουθούν κι άλλοι ρόλοι που απαιτούν πιο αδυνατισμένο σουλούπι.
Γενικότερα, είσαι πολυάσχολος τα τελευταία χρόνια. Ε, φαίνεται ότι μας ανακάλυψαν τελευταίως (γέλια). Δεν θα έλεγα ότι βρήκα τον εαυτό μου εκτός ΘΟΚ. Ίσως να μου δόθηκαν οι ευκαιρίες που έψαχνα. Σίγουρα, πάντως, καθάρισε το μυαλό μου από όλη εκείνη την πενταετία με τα διοικητικά και μπήκα ξανά ορεξάτος στον στίβο.
Με ποια συναισθήματα δέχεσαι αυτή τη διάκριση από τον ΘΟΚ; Σαφέστατα είναι μια μεγάλη τιμή και την αποδέχομαι με μεγάλη ευχαρίστηση και ευτυχία. Για μένα είναι ένας οργανισμός της αγάπης και της πίκρας. Έχω αγαπήσει βαθύτατα από το 1981 τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, τον αγαπώ και θα συνεχίσω να τον αγαπώ. Με τις ευτυχισμένες στιγμές και τις δύσκολες. Είναι κι αυτό μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο της ζωής. Έχουν συμβεί πράγματα που μ’ έχουν πικράνει, όμως σίγουρα υπερτερούν όσα που μου πρόσφεραν απέραντη ευτυχία.
Εξακολουθείς να αισθάνεσαι πικρία; Το έχω ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό, εξακολουθώ όμως να νιώθω μια αίσθηση αδικίας. Βάζω όμως τα άσχημα στην άκρη και προτάσσω τις χαρές. Ακόμη και τη μεγάλη τιμή που μου έκανε ο οργανισμός να τον διευθύνω για πέντε χρόνια. Σε μια εποχή μάλιστα που δεν ήταν εύκολα τα πράγματα.
Γιατί το λες αυτό; Μου έλαχε ο κλήρος να έχω μπροστά μου ένα κτήριο που χτιζόταν. Αισθάνομαι ικανοποιημένος από το γεγονός ότι με το τότε ΔΣ και ιδιαίτερα τον πρόεδρο Δημήτρη Καραγιάννη το κυνηγήσαμε πολύ και τελικά καταφέραμε και το τελειώσαμε. Εγώ αποχώρησα στις 31 Ιανουαρίου του 2012 και το φθινόπωρο έγιναν τα εγκαίνια. Εκείνη την πενταετία δούλεψα πολύ. Ξενυχτούσα διαβάζοντας νομοθεσίες και κανονισμούς για το κτήριο, μαζί με τις τρέχουσες εκκρεμότητες, με στόχο να ολοκληρωθεί η ανέγερση μέσα στα οικονομικά πλαίσια που είχαν τεθεί.
Όταν ήσουν διευθυντής, θυμάμαι ότι σε είχα ρωτήσει αν σου έχει λείψει η θεατρική δράση. Τώρα διερωτώμαι αν σου έχει λείψει το διευθυντηλίκι… Δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει, ήταν μια πολύ κοπιαστική περίοδος. Απλώς νιώθω ότι δεν ολοκλήρωσα το έργο μου. Το μεγάλο μειονέκτημα αυτού του οργανισμού είναι η συνέχεια. Βεβαίως και πρέπει να αλλάζουν οι διοικήσεις και οι διευθύνσεις, όμως καλό είναι να κρατάμε τα καλά. Όταν είχα αναλάβει εγώ διευθυντής δεν απέρριψα το έργο του Άντη Παρτζίλη. Το προχώρησα. Καλό είναι να μην κόβεται ο ομφάλιος λώρος με το παρελθόν.
Ποια η άποψή σου για το νεοσύστατο μοντέλο του καλλιτεχνικού διευθυντή; Ο χρόνος θα δείξει. Το παλιό καθεστώς το ζήσαμε, γνωρίζουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Αυτό είναι κάτι φρέσκο και θέλει τον χρόνο του για να μπορούμε να κρίνουμε. Γενικότερα έχουν αλλάξει πολλά στον ΘΟΚ, αλλά είναι νωρίς για να εκτιμήσουμε τη νέα πορεία που έχει χαραχτεί και πού θα οδηγήσει.

Πότε πρωτοπάτησες σε θεατρικό σανίδι; Στις 6 Φεβρουαρίου 1976. Στο Θέατρο Τέχνης.
Ποια ήταν όμως η πρώτη σου επαφή με το θέατρο; Με τον Καραγκιόζη. Όταν ήμουν παιδί έκλεβα τα σεντόνια της μάνας μου κι έκανα μπερντέ. Τότε είχαμε γυάλινα μπουκαλάκια της μπογιάς, που τα χρησιμοποιούσα σαν λάμπες πίσω από το πανί. Έκοβα φιγούρες δικές μου κι έπαιζα στην αυλή, με είσοδο τρία σπίρτα. Αργότερα, ήρθα σε επαφή με το μαθητικό θέατρο στο γυμνάσιο και μου καρφώθηκε η ιδέα.
Και πώς την έκανες πράξη; Το 1973 πήγα στην Αθήνα για σπουδές στο ιστορικό αρχαιολογικό. Ως γνήσιο κυπριόπουλο που δεν είχε ξαναβγήκε από το νησί, αποφάσισα να καθίσω ένα χρόνο και στη συνέχεια να δώσω σε κάποια δραματική σχολή. Με πρόλαβαν όμως τα γεγονότα του 1974 και τελικά έδωσα το 1975, παράλληλα στο Εθνικό και στο Θέατρο Τέχνης, δύο σχολές εκ διαμέτρου αντίθετες. Πέρασα και στις δύο, παρά τον μεγάλο ανταγωνισμό. Ξεκίνησα στο Εθνικό, όμως κάθισα έναν μήνα κι έφυγα. Το ένστικτό μου έλεγε ότι αν αυτό είναι το θέατρο που ήθελα να κάνω, τότε καλύτερα να γινόμουν δάσκαλος. Βρήκα τον εαυτό μου στο Θέατρο Τέχνης. Σύντομα ο Κουν με κατέβασε στο υπόγειο. Μπήκα τον Οκτώβριο και τον Φεβρουάριο έπαιζα.
Και το πανεπιστήμιο; Αναγκάστηκα να το παρατήσω πάνω που είχα φτάσει στο πτυχίο. Οι εντατικές πρόβες και οι παραστάσεις το καθιστούσαν αδύνατο. Μου έχει μείνει απωθημένο.
Καλλιτεχνικά απωθημένα έχεις; Σαφέστατα. Είμαστε καλλιτέχνες και πάντα έχουμε.
Ποιος είναι ο πιο δύσκολος ρόλος που έχεις ερμηνεύσει; Όλοι οι ρόλοι είναι δύσκολοι. Εκείνο που προσπαθούσα πάντα να πετύχω ήταν η υπέρβαση του εαυτού και το λέω αυτό με πλήρη επίγνωση. Οι ηθοποιοί γνωρίζουμε πότε είμαστε κακοί, πότε μέτριοι, πότε καλοί, πότε πολύ καλοί και πότε εξαιρετικοί. Το εξαιρετικό είναι όταν καταφέρνει ο ηθοποιός να υπερβεί τα όρια του εαυτού του. Είναι μια ευτυχισμένη στιγμή.
Πόσες φορές το ένιωσες σ’ αυτά τα 42 χρόνια; (Δείχνει τα δάχτυλα των δύο χεριών) Δεν είναι εύκολο. Είναι τρομακτικά δύσκολο. Είναι η πιο ευτυχισμένη συνθήκη, λες ότι μόνο γι’ αυτή τη στιγμή άξιζε τον κόπο να αφιερώσεις μια ολόκληρη ζωή στο θέατρο.
Η υποκριτική κατακτιέται; Ξέρεις, ακόμη κι αν είχαμε δέκα ζωές γεμάτες θέατρο, η κατάκτηση της υποκριτικής θα είχε φτάσει απλώς στο πρώτο σκαλοπάτι. Είναι ένα σύμπαν ανεξάντλητο, που χρήζει συνεχούς εξερεύνησης. Βουτάμε συνεχώς μέσα στο διηνεκές, στο άπειρο. Δεν κατακτιέται ποτέ.

Όλα αυτά τα χρόνια είναι ίδιο το συναίσθημα, η αντιμετώπιση ενός ρόλου; Σαφέστατα. Η ίδια πρόκληση. Διαβάζοντας ένα θεατρικό έργο, αυτόματα ο ρόλος αποτυπώνεται σαν ζωγραφιά στον εγκέφαλο. Ποτέ όμως μην περιμένεις εκείνη η ζωγραφιά να έρθει κοντά σου. Πρέπει εσύ να την προσεγγίσεις. Είναι εκείνο το υπέροχο ταξίδι της πρόβας, του ελέγχου των εκφραστικών μέσων, της υπέρβασης.
Όταν σκηνοθετείς είναι διαφορετικό το συναίσθημα και η πρόκληση; Εντελώς. Είναι άλλη διαδικασία. Εκεί τα πράγματα δεν αφορούν πια το άτομό σου, είναι μια δουλειά συλλογική, διαχειρίζεσαι μια ομάδα ανθρώπων. Εκεί έχεις ζωγραφισμένη την εικόνα της παράστασης που θέλεις, αλλά βεβαίως η πρόβα είναι το πιο σημαντικό, αυτή που γεννάει ή σκοτώνει πράγματα. Ξεκινώ με λευκό πανί. Από τη στιγμή που θα αρχίσω να σκηνοθετώ αρχίζει η προσωπική μελέτη πάνω στο έργο. Δυσκολίες πάντα υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι να τις υπερβείς.
Κλονίστηκε ποτέ η αυτοεκτίμησή σου; Ποτέ. Στο «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν, που κάναμε στην Alpha Square, ο Ρόθκο λέει μια φράση που με έχει σημαδέψει. Το λέω και σηκώνεται η τρίχα: «Μόνο ένα πράγμα φοβάμαι στη ζωή: κάποια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο». Αυτή η ατάκα με είχε κατακλύσει. Στις πρόβες όταν την έλεγα συγκλονιζόμουν και μετά από τόσο καιρό, ακόμη με κάνει αλοιφή. Προβληματίστηκα και ανακάλυψα γιατί. Διαπίστωσα πως όλη μου η ζωή ήταν ένας φόβος μήπως το μαύρο καταπιεί το κόκκινο.
Με ποια έννοια; Με όλες τις έννοιες. Όλη μου η ζωή, τα δύσκολα παιδικά χρόνια, οι στιγμές που με στιγμάτισαν από τρυφερή ηλικία. Και ύστερα συνάντησα αυτή τη φράση. Κάνοντας αυτοψυχανάλυση ανακάλυψα ότι κολλάει πάνω στην ίδια μου τη ζωή. Το γεγονός αυτό ασυνείδητα, από νεαρή ηλικία, μ’ έβαλε σε μια διαδικασία να μη ρίξω ποτέ την αυτοπεποίθηση, την αυτοεκτίμησή μου. Όλος μου ο αγώνας μέχρι σήμερα -και θα συνεχίσει έτσι- είναι αυτός: το μαύρο να μην καταπιεί το κόκκινο. Το κόκκινο της χαράς, της ευτυχίας, της δημιουργίας, της προσφοράς, της ανιδιοτέλειας. Και το μαύρο του σκοταδιού, της πίκρας, της δυστυχίας, της απόρριψης, της αμφισβήτησης και της κατινολογίας.

Βλέπεις το θέατρο και ως εργαλείο αυτογνωσίας; Κάνουμε θέατρο γιατί θέλουμε να αγαπήσουμε χαρακτήρες που δεν μας ανήκουν. Τους παραδίδουμε σ’ ένα κοινό στο οποίο ανήκουν, γιατί ενδεχομένως να του μοιάζουν. Όταν ήμουν νεαρότερος έλεγα ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όμως, αν πράγματι μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο, θα είχε αλλάξει εδώ και εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Αν έστω γινόμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι φεύγοντας από μια παράσταση αυτό είναι κάτι. Για τον εαυτό μας και τον περίγυρό μας, τον στενό και ευρύτερο.
Έχει ο καλλιτέχνης, ειδικά ο καταξιωμένος, δικαίωμα στην αποτυχία; Αλίμονο αν δεν είχαμε. Όσο έχουμε στην επιτυχία, άλλο τόσο έχουμε και στην αποτυχία. Είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε κομπιούτερ, ή ρομπότ.
Ανέφερες πριν ότι είχες δύσκολα παιδικά χρόνια. Σε πιο βαθμό σε διαμόρφωσαν ως καλλιτέχνη; Χαίρομαι για εκείνα τα χρόνια. Ήταν δύσκολα, αλλά από εκεί αντλώ συνεχώς. Είναι ένα τεράστιο πηγάδι απ’ όπου έπινα συνέχεια νεράκι. Οι εμπειρίες εκείνες με βοήθησαν πάρα πολύ στο θέατρο. Οι ηθοποιοί είμαστε κλέφτες. Κλέβουμε από την ίδια τη ζωή μας, κλέβουμε από τον περίγυρό μας, από τον κινηματογράφο, από άλλες παραστάσεις. Και τα μετουσιώνουμε φυσικά στη δική μας υπόσταση, με βάση τη δική μας κοσμοθεωρία.
Μπορεί να με κλέψεις κι εμένα δηλαδή; Να είσαι σίγουρος (γέλια).
Πώς κρίνεις το «νέο αίμα» του κυπριακού θεάτρου; Στην Κύπρο έχουμε πολύ ταλαντούχους ανθρώπους. Δυστυχώς, ο χώρος μας είναι περιορισμένος. Όμως, ένας σωστός δημιουργός αν ασκεί την καλλιτεχνία του με ήθος, πειθαρχία και εντιμότητα, δεν χάνεται. Υπάρχει μια υπέροχη θεατρική κινητικότητα, που ίσως πρέπει να υποστηριχτεί λίγο περισσότερο από την πολιτεία, η οποία πρέπει να πολεμήσει κι η ίδια ούτως ώστε το μαύρο να μην καταπιεί το κόκκινο.
Πόσο έχει αλλάξει το θέατρο από τότε που ξεκίνησες; Πάρα πολύ. Άλλο πράγμα η δεκαετία του ‘70, του ‘80, του 90, του 2000, του 2010. Ανά δεκαετία είχαμε μια αλλαγή προς το καλύτερο. Και τώρα βλέπουμε αυτή την κινητικότητα με διάφορες ομάδες και υπέροχες προτάσεις. Εκείνο που με προβληματίζει είναι το αρχαίο δράμα. Ο ΘΟΚ είχε δημιουργήσει σχολή και παράδοση, με προεξάρχοντα φυσικά τον Νίκο Χαραλάμπους και τις Ικέτιδες που άνοιξαν νέους δρόμους. Δυστυχώς, αυτή η σχολή χάθηκε, δεν υπάρχει πια. Τώρα έχουμε νέους σκηνοθέτες με φρέσκο οπτικό πρίσμα. Όμως αυτά είναι τα πρώτα βήματα.

Όταν παρακολουθείς μια παράσταση νιώθεις σκηνοθέτης ή ηθοποιός; Θεατής. Δεν ενεργοποιώ μηχανισμούς για να αναλύσω το πώς θα το σκηνοθετούσα ή πως θα έπαιζα εγώ. Αυτά είναι βλακείες. Εγώ φεύγοντας από μια παράσταση θέτω στον εαυτό μου το απλό ερώτημα: μου άρεσε ή δεν μου άρεσε;
Στο θέατρο ζητούμενο είναι η απλότητα ή η μεγαλοπρέπεια; Η απλότητα. Πάνω απ’ όλα. Μετριοφροσύνη, ήθος και εντιμότητα. Έχω κάνει πολλά πράγματα στο θέατρο. Ακόμη και τώρα, όμως, όταν ξεκινώ μια δουλειά αισθάνομαι μαθητής. Δεν πάω ποτέ με το τουπέ της 42χρονης πορείας. Εκείνο που πιστεύω ότι με χαρακτηρίζει και το πήρα από το Θέατρο Τέχνης είναι η πειθαρχία και ο σεβασμός. Ξεκινώ πάντα από το μηδέν. Αντιμετωπίζω τη δουλειά μου με μετριοφροσύνη. Ταπεινά στέκομαι απέναντι στο θέατρο. Γονατίζω μπροστά του.
Θα ανεχόσουν μια ένδειξη ασέβειας; Π.χ. να σου κουνήσει ένας σκηνοθέτης το δάχτυλο; Εξαρτάται. Αν κάνω μια βλακεία, τότε βεβαίως και να μου το κουνήσει το δάχτυλο.