«Το βιβλίο επιχειρεί να καταγράψει το κλίμα της σύγχρονης Αθήνας… Την άνοδο της ακροδεξιάς, τις νέες κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, ένα τσαλακωμένο κόσμο που ζει στο περιθώριο του μεγάλου κάδρου της πόλης»
Η σύνδεση της λογοτεχνίας με την ιστορία και τη δημοσιογραφική έρευνα έχει μεγάλο ενδιαφέρον στο αστυνομικό μυθιστόρημα… Επομένως δημοσιογραφία και λογοτεχνία είναι κόσμοι ασύμβατοι ή συμπληρωματικοί;
Ασύμβατοι δεν είναι, αφού από το ίδιο πηγάδι των λέξεων αντλούμε όλοι. Ούτε όμως και συμπληρωματικούς θα τους χαρακτήριζα κι ας είναι η δημοσιογραφική ιδιότητα ιδιαιτέρως βοηθητική στο στάδιο ειδικά της έρευνας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο συγγενείς κόσμους. Για εμάς τους δημοσιογράφους πάντως η καθημερινή τριβή με το γράψιμο είναι ευλογία και κατάρα. Χρειάζεται προσοχή για να μην αυτοπαγιδευτούμε τόσο στις ευκολίες της δημοσιογραφικής γραφής όσο και στις στενωπούς των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων.
Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη διπλή αυτή ταυτότητά σας;
Η δημοσιογραφία δεν είναι μια ακόμα απαιτητική δουλειά που απαιτεί ολοκληρωτικό δόσιμο. Μας απομυζεί όλη την ενέργεια βομβαρδίζοντάς μας με εκατοντάδες πληροφορίες. Για να γράψω λοιπόν λογοτεχνία πρέπει να είμαι μακριά από όλα αυτά. Έχω δημιουργήσει έναν εσωτερικό μηχανισμό που μου επιτρέπει να απομονώνομαι με καθαρό μυαλό. Είτε πολύ πρωί, προτού αρχίσει η «κανονική» ημέρα, είτε τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές ή τις αργίες. Από τότε που αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία κατήργησα ουσιαστικά την έννοια του ελεύθερου χρόνου.
Ποια δικά σας στοιχεία έχει ο ήρωάς σας, ο Στράτος Παπαδόπουλος;
Είναι κι αυτός δημοσιογράφος και μένει σ’ ένα διαμέρισμα που νοίκιαζα παλιά, πριν από δεκαπέντε τόσα χρόνια, στην πλατεία Μαβίλη. Έχει κι αυτός ένα ζωηρό γατί, την Κίκα, (τη δική μου τη λέγανε Μελίνα) που την αφήνει να καταστρέφει ανενόχλητη τα έπιπλα, τις κουρτίνες, ακόμα και τους τοίχους του σπιτιού. Απ’ εκεί και πέρα δεν έχουμε άλλες ομοιότητες με τον Στράτο. Εκτός από κάτι που αποστρεφόμαστε και οι δυο με την ίδια ένταση: τους συμβιβασμούς που ομοιάζουν με μικρούς, καθημερινούς, θανάτους.
Είναι έντονες οι πολιτικές αιχμές στα μυθιστορήματά σας. Στο τελευταίο αναφέρεστε στην ανάδυση της ακροδεξιάς, μιλάτε για τη διαπλοκή, τη διαφθορά. Ένας συγγραφέας πρέπει να χαρακτηρίζεται από οξυδέρκεια;
Καταρχάς πρέπει να πω ότι ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι όλα είναι πολιτικά. Υπό την έννοια ότι τα πράγματα γύρω μας έχουν μια πολιτική ανάγνωση, η οποία εντέλει καθορίζει και την προσωπική μας θέαση στη ζωή. Αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει και στη λογοτεχνία. Κάτω από την πλοκή υπάρχει ένα κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο που για εμένα είναι πιο σημαντικό. Το βιβλίο επιχειρεί να καταγράψει το κλίμα της σύγχρονης Αθήνας… Την άνοδο της ακροδεξιάς, τις νέες κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, ένα τσαλακωμένο κόσμο που ζει στο περιθώριο του μεγάλου κάδρου της πόλης. Δεν ξέρω αν χρειάζεται οξυδέρκεια για να εμπλακεί κάποιος σε ένα τέτοιο λογοτεχνικό εγχείρημα. Ευαισθησία απαιτείται σίγουρα, καθώς και πολιτική παιδεία ώστε να μην καταλήγουμε σε διδακτισμό.
Δεν είναι ψυχοφθόρα η διαδικασία ανάλυσης της προσωπικότητας ενός δολοφόνου ή η περιγραφή ενός εγκλήματος;
Καθόλου ψυχοφθόρα. Ο συγγραφέας εξάλλου διατηρεί αποστάσεις ασφαλείας από τους ήρωές του. Για μένα μάλιστα αυτό το στάδιο, της ανάλυσης των χαρακτήρων, είναι και το πιο ενδιαφέρον της συγγραφικής περιπέτειας. Όσο για την περιγραφή του εγκλήματος, αυτή προϋποθέτει μια σοβαρή προεργασία ώστε να μην υπάρχουν κενά στην ιστορία. Οφείλεις να γνωρίζεις λεπτό προς λεπτό τα αληθινά γεγονότα και να δίνεις κάποια «κλειδιά» στον αναγνώστη για να οδηγηθεί μόνος του στην αποκάλυψη – κάθαρση του τέλους.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη διάρκεια της συγγραφής;
Θεωρώ πιο δύσκολο το στάδιο της δεύτερης γραφής. Και στο «Hotel National», που ήταν η πρώτη μου συγγραφική απόπειρα, αλλά και στο καινούριο μυθιστόρημα ξεκινώ με το περίγραμμα της ιστορίας. Ακολουθεί η έρευνα και το κτίσιμο των χαρακτήρων. Όλ’ αυτά βεβαίως είναι σχετικά αφού οι ήρωες κατά κανόνα αυτονομούνται και πολλά πράγματα αλλάζουν στην πορεία. Η πρώτη γραφή πάντως έχει μια ορμή πολύ γοητευτική ομολογουμένως αν και εμπεριέχει παγίδες. Στη δεύτερη γραφή, όταν πλέον πρέπει να παιδευτώ με τις λέξεις και να εμβαθύνω στους χαρακτήρες, αισθάνομαι μεγαλύτερη δυσκολία.
Ο συγγραφέας εξελίσσεται γράφοντας ή διαβάζοντας;
Και τα δύο φυσικά. Αν δεν διαβάσεις, μοιραία καταδικάζεις τον εαυτό σου να παραμείνει εγκλωβισμένος στα στενά όρια που καθορίζει το όποιο ταλέντο σου. Αλλά πρέπει να γράφεις επίσης, να ασκείσαι, να αναμετριέσαι με τις λέξεις. Η συγγραφή απαιτεί πειθαρχία και επίπονη εργασία. Όπου ακούτε κάτι χαριτωμένα περί εμπνεύσεως κρατήστε μικρό καλάθι…
Όταν γράφετε πώς είναι ο περιβάλλοντας χώρος σας;
Γράφω σε ένα «στεγανοποιημένο» περιβάλλον. Δεν θέλω ν’ ακούω ούτε τους ήχους της πόλης… Έχω δίπλα μου τα τετράδια με τις σημειώσεις μου και ακούω συνήθως κλασική μουσική.
Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο;
Μόλις τελείωσα το εξαιρετικό «Δέντρα, πολλά Δέντρα» της Ρούλας Γεωργακοπούλου και διαβάζω το μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη «Ο Φοίνικας». Ανυπομονώ να ξεκινήσω το «BalkaNoir» σε επιμέλεια των Βασίλη Δανέλλη και Γιάννη Ράγκου, μια συλλογή διηγημάτων αστυνομικής λογοτεχνίας με συγγραφείς από όλες τις χώρες των Βαλκανίων.

Εκδ. Καστανιώτης
Σελ. 288
Τιμή: €15