«Ονειρευόμουν να γράψω κάποτε κάτι που να αφορά τον Σικελιανό δίχως να ξέρω ούτε πώς να το ξεκινήσω ούτε πώς να το τελειώσω. Οι ιδέες, οι εμπνεύσεις μπορεί να κυοφορούνται μέσα μας για χρόνια. Για δεκαετίες ολόκληρες»
Στις σελίδες σας ξετυλίγεται κι ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Πού πιστεύετε σταματά η έρευνα και η Ιστορία και πού ξεκινά η μυθοπλασία;
Στα μυθιστορήματά μου που εκκινούν από την Ιστορία και φιλοδοξούν να τοιχογραφήσουν μιαν ολόκληρη εποχή (τέσσερα είναι αυτά, «Το Σπίτι και το Κελλί» το 2005, τα «Λόγια Φτερά» το 2009, η «Νίκη» το 2014 και ο «Φοίνικας» το 2018) υπακούω στην εξής αρχή: Προσπαθώ αφενός να αναπαραστήσω με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια το πλαίσιο, τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα, τις αδρές και τις λεπτές όψεις της καθημερινότητας. Πλάθω αφετέρου τους ήρωές μου εντελώς ελεύθερα και τους κινώ με βάση το δημιουργικό μου ζητούμενο. Για να γίνω πιο σαφής, στον «Φοίνικα», οι κεντρικοί χαρακτήρες μπορεί να έχουν ως αφορμή τον Άγγελο Σικελιανό και την Εύα Πάλμερ, αποτελούν εντούτοις καθαρά μυθιστορηματικά πρόσωπα. Ο μακρόκοσμός τους είναι ρεαλιστικός -ντοκιμαντερίστικος σχεδόν- ενώ ο μικρόκοσμός τους φανταστικός. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους ήρωες του βιβλίου, με τους οποίους οι πρωταγωνιστές μου συνδέονται στενά ή συγκρούονται σφοδρά. Ο «κύριος γραμματεύς», για παράδειγμα, ως εθνικός ποιητής της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αιώνα, αντλεί προφανώς την έμπνευσή του από τον Κωστή Παλαμά. Δεν είναι όμως ο Παλαμάς. Ο «κύριος γραμματεύς» υπάρχει μόνο στις σελίδες του βιβλίου.
Ο Σικελιανός πώς προέκυψε ήρωας του τελευταίου σας βιβλίου; Τι είναι αυτό που σας γοήτευσε στην ιστορία του;
Η πρώτη μου επαφή με τον Σικελιανό ήταν όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού, το μακρινό 1978, όπου απομνημόνευσα και απήγγειλα ένα πατριωτικό του ποίημα. Ως έφηβος διάβασα για τη ζωή του και γοητεύτηκα. Τον είχα έκτοτε πάντα στον νου και στην καρδιά μου – ονειρευόμουν να γράψω κάποτε κάτι που να τον αφορά δίχως να ξέρω ούτε πώς να το ξεκινήσω ούτε πώς να το τελειώσω. Οι ιδέες, οι εμπνεύσεις μπορεί να κυοφορούνται μέσα μας για χρόνια. Για δεκαετίες ολόκληρες. Εκείνο που κυρίως με έλκει στην περίπτωση της Εύας Πάλμερ και του Άγγελου Σικελιανού είναι ότι -πέραν των απτών κατορθωμάτων τους, της ποίησης, των Δελφικών Γιορτών- έζησαν από την αρχή μέχρι το τέλος με έναν τρόπο γνήσια ποιητικό. Στάθηκαν αμφότεροι πρόσωπα των μεγάλων χειρονομιών. Ό,τι περιείχαν και ό,τι τους περιέβαλλε δεν απομαγεύτηκε ποτέ στα μάτια τους. Αντιμετώπιζαν ισόβια τον κόσμο σαν κόσμημα. Τη ζωή ως θαύμα.
Ήταν εύκολη η συμπόρευση μαζί τους;
Σίγουρα ήταν υπέροχη. Με ενέπνεαν και μου έδιναν -απέραντα γενναιόδωροι γαρ- το ελεύθερο να αυθαιρετώ δημιουργικά πάνω στις βιογραφίες τους. Υπερβάλλω τώρα – γίνομαι μεταφυσικός υπονοώντας πως ενώ έγραφα τον «Φοίνικα» διατηρούσα κάποια άρρητη επαφή με τον Άγγελο-Πάρη, με την Εύα-Ήβη. Όταν πάντως διάβασε η εκδότριά μου Άννα Πατάκη το μυθιστόρημα, διέκοψα τα άκρως θετικά της σχόλια για να τη ρωτήσω: «Στον ίδιο τον Σικελιανό πιστεύεις ότι θα άρεσε;». Πριν από λίγες μέρες, μου έγραψε ο δημοσιογράφος κύριος Ριχάρδος Σωμερίτης, από τους ελάχιστους εν ζωή που είχαν γνωρίσει προσωπικά τον Σικελιανό. «Σας τον θυμίζει ο ήρωάς μου;» τον ρώτησα. «Σε πολλά και σημαντικά» μου απάντησε. Αυτό ακριβώς στάθηκε για εμένα το στοίχημα: Να αθετήσω το γράμμα ώστε να συλλάβω το πνεύμα της ωραίας ιστορίας τους.
Ποιο χαρακτήρα απ’ το βιβλίο σας, αν σας δινόταν η ευκαιρία, θα θέλατε να συναντήσετε;
Μα όλους! Από τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο μέχρι τη σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη κι από τον Μάρκο Βαμβακάρη -που τον περιγράφω ως γιγαντόσωμο εκδοροσφαγέα, όπως και ήταν- μέχρι τον ζωγράφο Θεόφιλο. Και βέβαια τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Εκείνη που νομίζω ότι θα ερωτευόμουν είναι η αδελφή του Πάρη. Η Ηλέκτρα Κερκινού.
Υπάρχουν στοιχεία του εαυτού σας στα πρόσωπα του βιβλίου σας;
Κάθε συγγραφέας, σε κάθε βιβλίο του εν μέρει αυτοβιογραφείται. Ακόμα και επιστημονική φαντασία να γράφει, μοιραία αντλεί και από τις προσωπικές του εμπειρίες. Στην περίπτωση του «Φοίνικα», εάν έχω κάτι κοινό με τους ήρωές μου είναι το βαθύ νοιάξιμο για την Ελλάδα. Η ακράδαντη -και υπεραισιόδοξη- πεποίθηση ότι ο τόπος μας είναι εν δυνάμει επί γης Εδέμ. Με τον Πάρη Κερκινό μοιράζομαι -νομίζω- μια κάπως παιγνιώδη στάση απέναντι σε ανθρώπους και σε καταστάσεις. Καθώς και μιαν αφέλεια, η οποία ενίοτε μάς βγαίνει σε πολύ κακό.
Φαντάζομαι ότι ακούτε πολλές ιστορίες. Πώς αποφασίζετε ποια απ’ όλες θα γίνει βιβλίο;
Ένας Θεός ξέρει. Αντλώ ιδέες από εδώ, εικόνες από εκεί και τις αναμιγνύω -δίχως συχνά ούτε ο ίδιος να το συνειδητοποιώ- στη δημιουργική μου χύτρα. Μια φράση που θα μου πείτε μπορεί να χαραχθεί μέσα μου και να τη δείτε κάποτε να βγαίνει από το στόμα κάποιου ήρωά μου…
Είναι η συγγραφή μια αποτύπωση στιγμών που δεν θέλουμε να ξεχάσουμε;
Είναι η ανάπλαση και η απαθανάτιση στιγμών οι οποίες μάς έχουν σημαδέψει. Γράφοντας τις, τις βγάζουμε από τη συγκυρία και τις παραδίδουμε στο χρόνο. Ο χρόνος είναι ο ύστατος κριτής των έργων μας.
Είναι τυχεροί οι άνθρωποι που έχουν κάτι να διηγηθούν;
Όλοι οι άνθρωποι έχουν πολλά να διηγηθούν. Τα πιο ενδιαφέροντα ωστόσο είναι -συνήθως- εκείνα που προσπαθούν να ξεχάσουν…
Απ’ την άλλη, τι επιρροή έχει στη δική σας ζωή η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή βιβλίων;
Το έχω ξαναπεί και το εννοώ απολύτως. Εγώ αναπνέω γράφοντας. Το γράψιμο είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο και να επιβιώνω μέσα του.
Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο;
Κατά τον τελευταίο μήνα, διάβασα τον αριστουργηματικό «Στόουνερ» του Τζον Γουίλιαμς, την «Ημερήσια Διάταξη» του Ερίκ Βουιγιάρ, που -μολονότι κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ- απεδείχθη κατώτερη των προσδοκιών μου και το «Ελλάδα 1453-1821, οι Άγνωστοι Αιώνες» του Ντέιβιντ Μπρίουερ, το οποίο συνιστώ θερμά καθώς φωτίζει πολλές άγνωστες πτυχές της Ιστορίας μας. Επίσης το «Δέντρα Πολλά Δέντρα» της Ρούλας Γεωργακοπούλου, που με κατασυγκίνησε. Τώρα διαβάζω τη «Δημιουργία» του εξαίσιου παραμυθά Γκορ Βιντάλ.
Εκδ. Πατάκης
Σελ. 496
Τιμή: €19,90