Η ανθολογία του Κώστα Λυμπουρή με 34 «Διηγήματα της εισβολής», ένα πανόραμα της πορείας της διηγηματογραφίας μας με θεματολογία που εστιάζει στα γεγονότα του 1974
 
Η συλλογή διηγημάτων εκδόθηκε από το Σπίτι της Κύπρου σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο «Πάπυρος»
 

Ο φιλόλογος και λογοτέχνης Κώστας Λυμπουρής συγκέντρωσε 34 διηγήματα Κυπρίων συγγραφέων σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανθολογία με τον εύγλωττο τίτλο «Διηγήματα της εισβολής». Τα διηγήματα καλύπτουν την περίοδο από το 1975 μέχρι και το 2017, κάποια από τα οποία δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Όπως επισημαίνει ο ανθολόγος-συγγραφέας, κάποια κείμενα είναι βιωματικά, άλλα εκφράζουν έναν καταγγελτικό λόγο, μερικά αναφέρονται στην τραγικότερη πτυχή του κυπριακού δράματος που είναι οι αγνοούμενοι, ενώ άλλα συντηρούν την ελπίδα για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες.
 
-Ποιος ήταν ο στόχος σας μ’ αυτή την ανθολογία και πώς έχετε εργαστεί;
Στόχος κάθε ανθολογίας είναι η επιλογή αντιπροσωπευτικών κειμένων, τα οποία ως σύνολο να αποδώσουν την αξία της λογοτεχνικής δημιουργίας σε κάποιον τομέα (ειδολογικά ή και θεματολογικά) και να αποτελέσουν μια κατάθεση στην εν γένει πνευματική μας παραγωγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στόχευσα στην ανάδειξη διηγημάτων που αναφέρονται στην εισβολή. Είναι το μείζον γεγονός στη νεότερη ιστορία της Κύπρου και έχει σημαδέψει τη μοίρα του τόπου. Οι συνέπειες της τραγωδίας συνεχίζονται, οι πληγές είναι ακόμα αιμάσσουσες και, βεβαίως, τα δεδομένα αυτά παράγουν λογοτεχνία. Ερεύνησα σε εκδομένες συλλογές και συλλογικούς τόμους, πολλά διηγήματα τα άντλησα από λογοτεχνικά περιοδικά, άλλα από ηλεκτρονικές σελίδες και, επιπλέον, ζήτησα από νεότερους συγγραφείς να γράψουν ειδικά γι’ αυτόν τον τόμο. Από αυτούς προέκυψαν τα διηγήματα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

-Ποια περίοδο καλύπτουν και με ποια θέματα καταπιάνονται οι συγγραφείς;
Τα διηγήματα καλύπτουν την περίοδο από το 1975 μέχρι και το 2017. Η κατάταξή τους, μάλιστα, έγινε με βάση τη χρονολογική σειρά δημοσίευσής τους, ώστε να δίνεται η συνέχεια και να υπάρχει μια συνοχή. Οι συγγραφείς καταπιάνονται με τις πρώτες στιγμές της εισβολής – κάποια κείμενα δίνουν την εισβολή στην εξέλιξή της, άρα και την αντίσταση του λαού μας – τον εγκλωβισμό στις κατεχόμενες περιοχές, την προσφυγιά, το δράμα των αγνοουμένων κ.λπ. Μερικά διηγήματα αναφέρονται και στις καλές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους πριν το πραξικόπημα και την εισβολή, σχέσεις οι οποίες, φυσικά, διακόπηκαν με την κατοχή και τον διαχωρισμό. Μια ακόμα διάσταση, την οποία θέλησα να προβάλω, αναφέρεται στη «μεταφορά» του προσφυγικού δράματος, από όσους έφυγαν εκτός Κύπρου, σε διάφορες χώρες.

-Ποιες λογοτεχνικές αρετές ξεχωρίζετε σ’ αυτούς τους συγγραφείς;
Οι αρετές ποικίλλουν και αυτό ίσως να προσδίδει στην προσπάθεια μεγαλύτερη αξία. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι βιωματικά, άλλα διηγήματα εκφράζουν έναν καταγγελτικό λόγο, μερικά αναφέρονται στην τραγικότερη πτυχή του κυπριακού δράματος που είναι οι αγνοούμενοι, ενώ άλλα συντηρούν την ελπίδα για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες. Ανάλογα με το θέμα τους πάντα, κάποια κείμενα χαρακτηρίζονται από το ηθογραφικό στοιχείο, τη θεατρικότητα, ακόμα και την ποιητικότητα. Ενδιαφέρον είναι νομίζω και το γεγονός ότι και στο γλωσσικό επίπεδο μπορεί να διακρίνει κανείς τις διαφοροποιήσεις, οι οποίες έχουν προκύψει στην περίοδο των 43 αυτών χρόνων.

-Ανάμεσα στα διηγήματα που αναφέρονται στο θέμα των αγνοουμένων είναι και ένα δικό σας. Είχατε κάποια προσωπική εμπειρία γι’ αυτό το θέμα;
Πρέπει να ομολογήσω ότι, ενώ δεν υπήρξε κάποιος αγνοούμενος στο άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον, το πρόβλημα αυτό με έχει απασχολήσει έντονα στη λογοτεχνική μου δουλειά. Αυτό θεωρώ ότι οφείλεται, από τη μια στο γεγονός ότι έτυχε να δω για τελευταία φορά φίλους μου, πριν χαθούν στον πόλεμο και μπουν στον κατάλογο των αγνοουμένων, και από την άλλη γιατί αυτό το δράμα, εξαιτίας και της συνεχιζόμενης ταυτοποίησης των λειψάνων με τη μέθοδο DNΑ, έχει εκφύγει πια από το επίπεδο της ατομικής συνείδησης και εκφράζει τη συλλογική συνείδηση.

-Η έκδοση δίνει την  ευκαιρία στη νέα γενιά να δει τα γεγονότα του ’74 μέσα από τον φακό των λογοτεχνών;
Ασφαλώς. Η νέα γενιά έχει την ευκαιρία να μάθει για τα γεγονότα του ’74, όχι μόνο μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιοτέρων – συχνά υποκειμενικές – ή και από τα ιστορικά βιβλία. Υπάρχει, μάλιστα, η εξής μεγάλη διαφορά: Ενώ μέσω της ιστορίας ενημερώνεται κανείς για τα γεγονότα, μέσω της λογοτεχνίας, όταν μάλιστα είναι καλή λογοτεχνία, τα βιώνει.

-Κατάγεστε από το κατεχόμενο Δίκωμο. Ποιες εικόνες κρατάτε στη μνήμη σας από τα γεγονότα της εισβολής;
Δεν είναι μόνο εικόνες στη μνήμη, είναι και συναισθήματα. Όταν επισκέφτηκα το κατεχόμενο σπίτι μου – για μια και μόνη φορά –, στάθηκα απέξω σε απόσταση μερικών μέτρων. Δεν θέλησα να κτυπήσω την πόρτα, να μπω μέσα. Και στα λίγα εκείνα λεπτά πέρασαν από το μυαλό μου σκέψεις με κινηματογραφική ταχύτητα, και από την ψυχή μου συναισθήματα με ένταση πολλή, των όσων έζησα εκεί, τα πρώτα 24 χρόνια της ζωής μου. Και, μετά, η δραματικότερη στιγμή, η τελευταία φορά που έφυγα. Είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Όλα αυτά, καθώς και τα όσα έζησα στον πόλεμο, καταγράφηκαν στο μυθιστόρημά μου «Επιβάτες φορτηγών», που κυκλοφόρησε το 2017.

-Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι άρχισαν να συμβιβάζονται με τα δεδομένα που έχουν επιβάλει ο χρόνος και η κατοχή;
Δυστυχώς, αυτό είναι μια πραγματικότητα. Το κυπριακό πρόβλημα σήμερα συνιστά σύνθεση νέων δεδομένων. Τα όσα δηλαδή φέρνει ο χρόνος: Συνήθεια σε ό,τι η καθημερινότητα δημιουργεί, χαλάρωση των συναισθηματικών δεσμών με τα κατεχόμενα στη νεότερη, τουλάχιστον, γενιά κ.λπ.

-Μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών, πώς θα πρέπει να προχωρήσουμε από ’δω και πέρα;
Οι συνομιλίες φαίνεται να επαναρχίζουν και αυτό συνιστά, οπωσδήποτε, μια θετική εξέλιξη. Όλα, όμως, δείχνουν ότι θεωρούνται κρίσιμες, γιατί κανένας δεν μπορεί να εκτιμήσει ποια θα είναι η συνέχεια αν αποτύχουν και πάλι. Ξέρετε, προσπαθώ να δω και τη λογική όσων έχουν ως επιχείρημα ότι οι συνομιλίες είναι ανώφελες, γιατί έτσι όπως διεξάγονται δεν έχουν οδηγήσει ως τώρα πουθενά. Δεν απαντούν, όμως, ταυτόχρονα, με ποιον άλλο τρόπο θα πετύχουμε καλύτερα αποτελέσματα.

 

 
ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
-Η λογοτεχνία και οι λογοτέχνες έχουν την δύναμη να επηρεάσουν τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων;

Ασφαλώς. Μέσα από το βιβλίο ο αναγνώστης μαθαίνει, ευαισθητοποιείται, προβληματίζεται, διαμορφώνει κριτική σκέψη, πλάθεται ως άνθρωπος. Προσοχή, όμως: Η λογοτεχνία είναι κι αυτή μια μορφή τέχνης. Και ως τέτοια πρέπει ν’ αφήνει το άτομο ελεύθερο. Αλίμονο στον λογοτέχνη ο οποίος θα χρησιμοποιήσει τη δύναμη της γραφής του με πρόθεση να επηρεάσει. Τότε δεν θα είναι τέχνη του λόγου. Θα είναι κάτι άλλο: Προπαγάνδα, κατήχηση κ.λπ.

-Μπορούμε να μιλούμε για κυπριακή λογοτεχνία;
Ήδη, ο όρος χρησιμοποιείται, που σημαίνει ότι λειτουργούν κάποια αποδεκτά κριτήρια (τοπικιστικά, θεματολογικά, πολιτισμικά κ.ά). Είναι ακόμα και το τεράστιο θέμα της κυπριακής διαλέκτου, στην οποία έχουν γραφτεί αριστουργήματα. Παραμένουν όμως και ερωτήματα: Είναι βασικό κριτήριο η καταγωγή; Ο Κύπριος δεύτερης ή και τρίτης γενιάς, ο οποίος ζει στο εξωτερικό και ο οποίος από επιλογή δεν μετέχει του κυπριακού γίγνεσθαι, κατά ποίαν έννοια γράφει κυπριακή λογοτεχνία; Μήπως είναι κριτήριο η υπηκοότητα; Μα τότε, τι γίνεται με τους Τουρκοκύπριους, που είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας; Αν αυτό που τους διαφοροποιεί είναι κυρίως η γλώσσα, τότε ίσως να ήταν πιο σωστό να μιλούσαμε για ελληνική και τουρκική λογοτεχνία της Κύπρου. Τέτοιο ζήτημα, όμως, δεν τίθεται από κανέναν. Από την άλλη, ποιος από μας που γράφουμε στα ελληνικά δεν θέλει να θεωρείται συμμέτοχος στη συνολικότερη ελληνική λογοτεχνική δημιουργία, και μάλιστα να επιδιώκει και τη διάκρισή του σ’ αυτήν;

-Το βιβλίο σας εκδόθηκε στην Αθήνα, από το Σπίτι της Κύπρου, σε συνεργασία μ’ έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο, τον «Πάπυρο». Έχουν αυτά κάποια σημασία;
Το Σπίτι της Κύπρου έχει καθιερώσει σειρά εκδόσεων οι οποίες εντάσσονται στον γενικότερο στόχο της Κυπριακής Πρεσβείας στην Αθήνα: Τη γνωριμία με την ιδιαίτερη Ιστορία της Κύπρου, τον πολιτισμικό της χαρακτήρα, το πολιτικό μας πρόβλημα κ.λπ. Οφείλω εδώ να προσθέσω ότι, τόσο αυτή όσο και άλλες πέντε εκδόσεις, έχουν επιχορηγηθεί από την Εταιρεία Φίλων του Σπιτιού της Κύπρου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα.
 
ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ
Ανθολογούνται οι συγγραφείς (με τη χρονολογική σειρά δημοσίευσης των διηγημάτων τους): Ρήνα Κατσελλή, Ανδρέας Ονουφρίου, Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης, Πάνος Ιωαννίδης, Κύπρος Χρυσάνθης, Γιάννης Κατσούρης, Μυρτώ Αζίνα Χρονίδη, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νέαρχος Γεωργιάδης, Δώρος Χρίστης, Μιχάλης Πιερής, Χρήστος Μούδουρος, Χριστόφορος Χριστοφορίδης, Χρίστος Χατζήπαπας, Γιάννης Γαρπόζης, Αντώνης Γεωργίου, Νίκη Μαραγκού, Πανίκος Παιονίδης, Μαρία Περατικού Κοκαράκη, Φρίξος Π. Βράχας, Κώστας Λυμπουρής, Ανδρέας Μαλόρης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Γιώργος Παυλίδης, Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, Αιμίλιος Σολωμού, Νένα Φιλούση, Γιώργος Χαριτωνίδης, Νίκος Νικολάου Χατζημιχαήλ, Κωνσταντία Σωτηρίου, Δημήτρης Λεβέντης, Νίκος Ορφανίδης, Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη και Ανδρέας Χατζηθωμάς.