Πριν λίγες μέρες, πίνακας του Ντέιβιντ Χόκνεϊ πουλήθηκε για $90,3 εκατ. καθιστώντας τον δημιουργό του τον πιο ακριβοπληρωμένο εν ζωή καλλιτέχνη. Το ρεκόρ κατείχε ο Τζεφ Κουνς με $58,4 εκατ. Ωστόσο, οι τιμές στο χρηματιστήριο της τέχνης φτάνουν μέχρι και 450 εκατομμμύρια!
 
Η αρχική εκτίμηση του οίκου Cristie’s, που δημοπράτησε τον πίνακα «Το Πορτρέτο Ενός Καλλιτέχνη» (Pool with two figures), ήταν πώς θα έφτανε τα 80 εκ. δολάρια. Οι δύο ενδιαφερόμενοι αγοραστές ωστόσο, «κονταροχτυπήθηκαν» για 9 λεπτά ανεβάζοντας την τιμή στα 90,3 εκ. Το έργο απεικονίζει μία πισίνα με φόντο πράσινες βουνοκορφές. Στην πισίνα, κάτω από το νερό, φαίνεται ένα κολυμβητής, ενώ ένας άλλος άνδρας τον παρακολουθεί όρθιος απέξω. Ο άνδρας στο νερό είναι ο πρώην σύντροφος του Χόκνεϊ, Πίτερ Σλέσινγκερ. Ο Χόκνεϊ ζωγράφισε τον πίνακα το 1972 όταν είχε τελειώσει η σχέση τους. Προηγουμένως ο πίνακας ανήκε στον δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη της Τότεναμ, Τζο Λιούις. Το όνομα του νέου ιδιοκτήτη δεν έγινε γνωστό.
 
Πριν ο πίνακας του Χόκνεϊ γράψει το δικό του ρεκόρ, τα σκήπτρα κατείχε το έργο του Τζεφ Κουνς «Ballon Dog» (Orange). Με ποια κριτήρια φτάνει ένα έργο να αγγίζει τέτοιες αστρονομικές τιμές; Είναι η μοναδικότητα του έργου, το όνομα του καλλιτέχνη, η τεχνοτροπία, οι συμβολισμοί; Άβυσσος η ψυχή του συλλέκτη. Παρά τις μελέτες που έχουν γίνει για την ανάλυση της αγοράς τέχνης, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
Μεγάλο ρόλο σίγουρα παίζει το «παρελθόν» του πίνακα όπως και η φήμη του ζωγράφου καθώς και οι οικονομικές συγκυρίες. Αυτή τη στιγμή πρωταγωνιστικό ρόλο στο παιχνίδι παίζει η Κίνα, όπου οι εκατομμυριούχοι της ανακαλύπτουν την Τέχνη της Δύσης, όπως έγινε πιο πριν με τους Ρώσους και τους Άραβες. Έντονο ενδιαφέρον υπάρχει για σπάνια κλασικά έργα γνωστών καλλιτεχνών όπως ο Ντα Βίντσι και ο Βαν Γκογκ, τα περισσότερα έργα των οποίων όμως ανήκουν σε εθνικά μουσεία και είναι απίθανο να πουληθούν ξανά. Αυτό ανεβάζει και την αξία των υπόλοιπων έργων των καλλιτεχνών αυτών. 
 
Μέχρι στιγμής ο πιο ακριβός πίνακας είναι ο «Salvator Mundi» (Σωτήρας του Κόσμου) του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που πουλήθηκε πέρσι για το ποσό των 450,3 εκ. δολαρίων, ενώ η τιμή εκκίνησης της δημοπρασίας ήταν 70 εκ. Ο πίνακας φτιάχτηκε πιθανότατα μεταξύ 1500 – 1600 και βρέθηκε στην αυλή του Καρόλου Α’ της Βρετανίας. Στη συνέχεια το όνομά του εμφανίζεται σε διάφορες αναφορές μέχρι που εξαφανίζεται τον 18ο αιώνα. Επανεμφανίστηκε το 1900 για να χαθεί ξανά το 1958. Εμφανίστηκε ξανά το 2005 όταν τρεις έμποροι τέχνης τον αγόρασαν για 10.000 δολάρια. Η ειρωνεία στην περίπτωση του πιο ακριβού πίνακα στην ιστορία του κόσμου είναι πως από κάποιους η γνησιότητά του αμφισβητείται. Οι New York Times δημοσίευσαν ένα κείμενο από τον κριτικό τέχνης Τζέισον Φαράγκο, ο οποίος υποστήριξε πως πρόκειται για «μια καλοσχεδιασμένη θρησκευτική εικόνα από τη Λομβαρδία των αρχών του 16ου αιώνα, η οποία έχει περάσει μια σειρά αποκαταστάσεων».
Στην αντίπερα όχθη ο Βρετανός έμπορος τέχνης, Τσαρλς Μπέντιγκτον, έγραψε: «Όλοι οι γνώστες πιστεύουν ότι έχει ζωγραφιστεί από τον Λεονάρντο, οπότε οι κριτικές απ’ ανθρώπους που λένε ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για τους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες, αλλά κρίνουν ότι δεν είναι έργο του Ντα Βίντσι, δεν θα έπρεπε καν να έχουν δημοσιοποιηθεί. Ναι, είναι ένας πίνακας που χρειάστηκε εκτεταμένη αποκατάσταση. Όμως το γεγονός ότι οι ειδικοί συμφωνούν ομόφωνα ότι έχει σχεδιαστεί από τον Λεονάρντο δείχνει ότι ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση για να μην αμφισβητείται η αυθεντικότητά του». Το ίδιο υποστήριξε στο Bloomberg και ο έμπορος τέχνης Ράφελ Βαλς, ο οποίος διατηρεί γκαλερί στο Λονδίνο ακριβώς απέναντι από τον οίκο Christie’s που δημοπράτησε τον πίνακα: «Όλοι οι πίνακες εκείνης της εποχής έχουν χρειαστεί κάποια δουλειά. Έχουν τριφτεί και πλυθεί, αλλά ακόμη και το ένα τέταρτο να έχει αναδημιουργηθεί από ειδικούς δεν παύουν να είναι σημαντικοί».
Κατά κάμποσα εκατομμύρια πιο λίγα (300) πουλήθηκε ο πίνακας του Πολ Γκογκέν, «Nafea Faa Ipoipo» (Πότε θα παντρευτείς;) έργο του 1892. Αγοραστής είναι η αδελφή του Εμίρη του Κατάρ και πρόεδρος της Αρχής Μουσείων του Κατάρ. Ο Γκογκέν ζωγράφισε την εικόνα αυτή ένα χρόνο μετά την άφιξή του στη Ταϊτή και είναι χαρακτηριστική της εξιδανίκευσης με την οποία απαθανάτισε το νησί και τους κατοίκους της. Όταν ο πίνακας εκτέθηκε στο Παρίσι έτυχε αποδοκιμασίας και δεν πωλήθηκε. 
 
Ο πίνακας του Πολ Σεζάν «The Card Players»  (Οι Χαρτοπαίκτες) (1892–1895) πωλήθηκε το 2011 για $250 εκ. Ως αγοραστής αναφέρεται η Βασιλική Οικογένεια του Κατάρ. Ο πίνακας ανήκε στον Έλληνα εφοπλιστή Γεώργιο Εμπειρίκο και είναι μία από τις πέντε εκδοχές του συγκεκριμένου θέματος που ζωγράφισε ο Σεζάν. Μία άλλη φιλοξενείται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης. 
 
Η αγορά του πίνακα Μαρκ Ρόθκο, «Violet, Green and Red» (Μοβ, Κόκκινο και Πράσινο) (1951) από τον Ντιμίτρι Ριμπολόβλεφ, μεγαλομέτοχο της Τράπεζας Κύπρου και ιδιοκτήτη του Σκορπιού, τον είχε οδηγήσει σε νομικές περιπέτειες με τις αρχές του Μονακό, ξεσκεπάζοντας τις πρακτικές του μυστικοπαθούς κόσμου των ιδιωτικών αγοραπωλησιών. Ο πίνακας, από την ύστερη περίοδο της καριέρας του Ρόθκο, είχε αγοραστεί για 186 εκ. από έναν Ελβετό έμπορο έργων τέχνης.   
Στον κατάλογο με τα πιο ακριβά έργα τέχνης ο Πάμπλο Πικάσο, κρατά τρεις θέσεις. Μία για τις «Γυναίκες από το Αλγέρι» (Les Femmes d’Alger – 1955) που πωλήθηκε το 2015 προς $179 εκ. με πιθανό αγοραστή και πάλι κάποιον δισεκατομμυριούχο από το Κατάρ. Ο πίνακας αποτελεί μέρος της σειράς 15 ελαιογραφιών με θέμα το χαρέμι, τις οποίες φιλοτέχνησε ως φόρο τιμής στη σύνθεση του Ντελακρουά «Γυναίκες από το Αλγέρι στα Διαμερίσματά τους». Παρά τα χρήματα που δαπάνησε ο αγοραστής, δεν θα μπορέσει να πάρει τον πίνακα στην πατρίδα του, αφού ο ισλαμικός νόμος απαγορεύει την απεικόνιση γυμνών, ακόμα και τα αφαιρετικά όπως αυτό.
 
Ο δεύτερος πίνακας του Πικάσο είναι ο «Le Reve» (Το Όνειρο) που πουλήθηκε για $155 εκ. Ο ζωγράφος έφτιαξε αυτό το πορτρέτο της ερωμένης του Marie-Therese Walter το 1932. Αφού άλλαξε πολλές φορές χέρια, αγοράστηκε για $60 εκ. το 2001 από τον μεγιστάνα των καζίνο Στιβ Γουίν. Το 2006 ο Γουίν είχε αποφασίσει να τον πουλήσει και ενώ τον επιδείκνυε στους φίλους του, με μια αδέξια κίνηση του αγκώνα του άνοιξε στον πίνακα μια τρύπα 15 εκατοστών. Ο αγοραστής έκανε πίσω, ο πίνακας επιδιορθώθηκε για 90.000 δολάρια, ο Γουίν τον κράτησε άλλα επτά χρόνια και τελικά τον πούλησε το 2013 στον Στίβεν Α. Κοέν. Ο τρίτος είναι ο «Garçon à la pipe» που πουλήθηκε το 2004 από την οικογένεια Whitney για $104 εκ., στον Ιταλό βιομήχανο Guido Barilla του ομώνυμου γκρουπ.
 
Το 2006 τα σκήπτρα τού πιο ακριβοπληρωμένου έργου κρατούσε ο «No. 5, 1948» του Τζάκσον Πόλοκ. Σήμερα, τα 140 εκ. που πουλήθηκε μοιάζουν… ψίχουλα. Την εποχή εκείνη, τον Πόλοκ ακολουθούσε ο πίνακας «Woman III» του Βίλεμ ντε Κούνινγκ. Ο πίνακας ανήκε στη συλλογή του Σάχη της Περσίας. Μετά την ισλαμική επανάσταση του ’79 ο πίνακας κρύφτηκε λόγων των νέων συντηρητικών κανόνων. Το 1994 ανταλλάχθηκε σε μια κρυφή συναλλαγή με τον Ντέιβιντ Γκέφεν, ο οποίος παραχώρησε ένα πολύτιμο ισλαμικό χειρόγραφο του 16ου αιώνα. Το 2006 ο Γκέφεν τον πούλησε στον Αμερικανό hedge fund manager Στίβεν Α. Κοέν για $137,5 εκ. 

Με τρία μόνο εκατομμύρια διαφορά ακολουθεί το «Portrait of Adele Bloch-Bauer» του Γκουστάβ Κλιμτ. Ο Κλιμτ ολοκλήρωσε τον πίνακα το 1905 και θεωρείται το τελειότερο δημιούργημα της «χρυσής» περιόδου του. Ήταν παραγγελία του Αυστριακού βιομήχανου Ferdinand Bloch-Bauer και απεικονίζει τη σύζυγό του. Όταν εγκατέλειψε τη Βιέννη με τον ερχομό των Ναζί, οι πίνακες κατασχέθηκαν. Το 2006 ο μεγιστάνας των καλλυντικών Lauder αγόρασε τον πίνακα για $135 εκ. από την ανιψιά του Bloch-Bauer. Ο πίνακας εκτίθεται στην γκαλερί Lauder της Νέας Υόρκης.

 
Το έργο του Edvard Munch «The Scream» (Η κραυγή), που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο πιο αγαπημένος πίνακας των κλεφτών, πουλήθηκε από τον οίκο Sotheby’s για $119,9 εκ. Ο πίνακας υπάρχει σε τέσσερα αντίτυπα, τα οποία ο καλλιτέχνης δημιούργησε μεταξύ 1893 και 1910. Τα τρία βρίσκονται στη Νορβηγία, στην Εθνική Πινακοθήκη του Όσλο και στο Munch Museum. Την ημέρα της έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Λιλεχάμερ, δύο άντρες διέρρηξαν την αίθουσα της Πινακοθήκης και έκλεψαν τον πίνακα, αφήνοντας ένα σημείωμα «ευχαριστούμε για την ανεπαρκή ασφάλεια». Δέκα χρόνια αργότερα, άλλοι κλέφτες μπήκαν στο Μουσείο και τον έκλεψαν ξανά. Και στις δύο περιπτώσεις οι υπαίτιοι συνελήφθησαν και οι πίνακες ανακτήθηκαν, αν και με ελαφρές ζημιές. Η έκδοση από παστέλ δεν είχε καμία τέτοια περιπέτεια και πουλήθηκε το 2012 από τον Νορβηγό επιχειρηματία Petter Olsen στον Αμερικανό μεγαλοεπενδυτή Leon Black.
 
Το τρίπτυχο «Τρεις μελέτες του Λούσιαν Φρόιντ» (1969) του Φράνσις Μπέικον, που απεικονίζει τον φίλο και συνάδελφο του ζωγράφου, πωλήθηκε το 2013 έναντι $142,4 εκ. εκθρονίζοντας την «Κραυγή» που είχε πουληθεί την προηγούμενη χρονιά κατακτώντας το ρεκόρ. Τον αγόρασε η πρώην σύζυγος του Στίβεν Γουίν, Ελέιν, μαζί με την οποία ίδρυσαν το Wynn Casino Empire.
Από τη λίστα δεν θα μπορούσε να λείπει ο Βαν Γκογκ. Τον βρίσκουμε με το «Portrait of Dr. Gachet». Το 1890 ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ είχε μόλις βγει από το ψυχιατρικό άσυλο και συνάντησε τον γιατρό Gachet. «Δεν μπορούμε να βασιστούμε πάνω του», έγραψε στον αδελφό του, Theo. «Αυτός είναι το ίδιο άρρωστος με μένα». Δύο μέρες μετά έγραφε: «Στο πρόσωπο του Gachet βρήκα έναν αληθινό φίλο». Ο πίνακας άλλαζε χέρια συνεχώς μέχρι που κατέληξε στη Γερμανία, όπου το 1937 κατασχέθηκε από τους ναζί και πουλήθηκε σε έναν Ολλανδό ντίλερ που με τη σειρά του τον πούλησε στον συλλέκτη Siegfried Kramarsky, ο οποίος μετέφερε τον πίνακα στις ΗΠΑ.
 
Το 1990 οι κληρονόμοι του τον πούλησαν για $82,5 εκατ. στον Ιάπωνα βιομήχανο Ryoei Saito, ο οποίος δήλωσε πως θα τον αποτεφρώσει μαζί με τη σορό του όταν πεθάνει. Από το 1996 κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται. Σύμφωνα με διάφορες αναφορές, έχει πουληθεί άλλες δύο φορές από τότε σε άγνωστους αγοραστές. Η σημερινή του αξία υπολογίζεται στα $148. Ο ίδιος αγοραστής είχε επίσης αγοράσει, το 1990, το ιμπρεσιονιστικό αριστούργημα του Ρενουάρ «Bal du Moulin de la Galette», τον οποίο επίσης δήλωσε πως θα έκαιγε. Πουλήθηκε όμως ξανά για άγνωστο ποσό, πιθανότατα σε Ελβετό συλλέκτη. Η σημερινή του αξία ανέρχεται στα 143,9 εκ. δολάρια.