Πραγματοποιήθηκε την Τέταρτη 15 Μαΐου η τελετή απονομής του Βραβείου «Γ.Φ. Πιερίδης», της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, στον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, σε μια κατάμεστη αίθουσα από κόσμο και ομότεχνους του και σε συγκινησιακά φορτισμένο κλίμα.
Η ΕΛΚ ευχαριστεί πρωτίστως τον ποιητή, Κυριάκο Χαραλαμπίδη που στάθηκε η αιτία για την πετυχημένη εκδήλωση απονομής του βραβείου Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης, στον ίδιο. Εκφράζει επίσης ευχαριστίες στους ομιλητές Αντώνη Πετρίδη και Γιώργο Μύαρη για τις εμπεριστατωμένες αναλύσεις τους. Τη Μαρίνα Πιερίδη, κεραμίστρια, κόρη του Γ.Φ. Πιερίδη, που συνέδεσε το όνομά της με τον θεσμό, αφού φιλοτεχνεί κάθε χρόνο το «σήμα κατατεθέν» αγαλματίδιο, αντίγραφο του Κυπριακού Μουσείου, που απονέμεται στους βραβευμένους. Τον Π. Παρασκευά, Διευθυντή των Π.Υ, που επέδωσε το βραβείο. Τον ΟΠΑΠ, που επιχορηγεί το βραβείο με χίλια ευρώ.
Το εκτόπισμα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Κύπρου, αλλά και του ελλαδικού χώρου. Η υψηλή αισθητική αξία της ποίησής του, οι δεκατρείς ποιητικές συλλογές του, βραβευμένες πολλάκις με Κρατικό Βραβείο στην ιδιαίτερή του πατρίδα μα και στην Ελλάδα, μεταφρασμένες σε πολλές ξένες γλώσσες, τον καθιστούν ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής και της μεταπολιτευτικής περιόδου. Είναι ίσως από τους ελάχιστους ποιητές του οποίου το έργο συνομιλεί τόσο εναργώς και πολυποίκιλα με την ευρύτερη παράδοση της ελληνικής ποίησης, από την αρχαιότητα έως και τους μεγάλους νεοελληνικούς σταθμούς της.
Η ποίησή του έχει μελοποιηθεί από πολλούς μουσικούς και αγαπηθεί από τους αναγνώστες του στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Ο ποιητής εξέδωσε ακόμη το βιβλίο «Ρωμανού του Μελωδού: Τρεις Ύμνοι» σε δική του μετάφραση και επιμέλεια, το οποίο απέσπασε το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας. Προσφάτως κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του με ποιήματα για παιδιά.
Ο δοκιμιακός λόγος του Κυριάκου Χαραλαμπίδη αγκαλιάζει πρόσωπα με ζέση, φωτίζει και μεγεθύνει θέματα από τον πάτριο χώρο, τον κυπριακό. Συγχρόνως εκτείνεται σε όλο το υπόστρωμα του ελληνικού, του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου πολιτισμού, με μια ξεχωριστή ενάργεια του πνεύματος και της ψυχής. Συνομιλεί εντυπωσιακά με σημαντικότατες και εμβληματικές μορφές των Κυπριακών και Ελληνικών Γραμμάτων.
Στην αντιφώνησή του, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης εξέφρασε την ικανοποίησή του μπροστά στη συγκεκριμένη βράβευση για τους ακολούθους λόγους:
«Είμαι στη δούλεψη της Ποίησης από τα εννιά μου χρόνια, και τώρα στα 79 μου αξιώνομαι να με υποδεχτούν οι ομότεχνοι μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση από τέτοιου είδους αποδοχή. Τα άλλα βραβεία, όσο εντυπωσιακά και να είναι, στερούνται του ανθρώπινου μεγέθους. Αξίζει όντως να υπογραμμίσουμε, με αυτή την ευκαιρία, το χρέος των επικεφαλής της λογοτεχνικής συντεχνίας να επισημαίνουν και να τιμούν τους ‘υπουργούς’ της τέχνης, θέλω να πω τους ‘υπηρέτες του έργου’, στο οποίο θεσπίστηκαν να είναι δοσμένοι με πάθος και πίστη, ως αφοσιωμένοι θεράποντες».
Σύμφωνα με τον ίδιο «δεύτερος λόγος, που με κάνει να σκιρτώ, είναι ότι το βραβείο φέρει το όνομα του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, με τον οποίο με συνέδεε μια μοναδική φιλία, όπως το μαρτυρούν και τα κατατεθειμένα γι’ αυτόν άρθρα μου στη συλλογή δοκιμίων ‘Ολισθηρός ιστός’. Τον πρωτοσυνάντησα ως μαθητής γυμνασίου, όταν δεχόμουν συστηματικά την υπεριώδη γνώση που μου πρόσφερε η υποδειγματική Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμμοχώστου, της οποίας ιδρυτής και πρώτος διευθυντής ήταν αυτός. Η μεγάλη του ψυχή έδινε σε μένα, τον μαθητάκο, το δικαίωμα να συνομιλώ μαζί του και να αντλώ από τον ιλαρό ευπατρίδη τα άδολα και τα κρύφια της σοφίας του. Κάποτε είχα γράψει ότι οι δύο αγαθοποιοί δαίμονες της Αμμοχώστου ήταν ο γυμνασιάρχης Κυριάκος Χατζηιωάννου και ο συγγραφέας, βιβλιοθηκάριος και κηπουρός Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης. Αυτοί στήριζαν το αέτωμα της πόλης και, θα τολμούσα να πω, ακόμα το στηρίζουν, γιατί αποτελούν το πνευματικό της αρχέτυπο και την ουσία του χαρακτήρα της, που υπερβαίνει τον χρόνο και διαιωνίζει τον κραδασμό. Τον κραδασμό μιας πόλης που μοσκοβολούσε ανθό πορτοκαλιού. Ο Γιώργος Περίδης είχε ένα περιβόλι εκεί, και τούτο πέρασε συμβολικά στο κλασικό διήγημά του ‘Ο πορτοκαλόκηπος’».
Ο ποιητής κατάθεσε επίσης μια μαρτυρία για την αφετηρία του συγκεκριμένου διηγήματος. «Μου έλεγε λοιπόν ο Πιερίδης ότι ο θάνατος του παλικαριού, που δεν ονοματίζεται στον ‘Πορτοκαλόκηπο’, είναι μια έμμεση αναφορά στον Πετράκη Γιάλλουρο, τον αρχαγγελικό σημαιοφόρο του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, που οι Άγγλοι τον σημάδεψαν με μια σφαίρα στην καρδιά. Πάντα υπαινικτικός και μετρημένος ο Πιερίδης, σταθμίζοντας την κάθε λέξη του, παρείχε ένα υπόδειγμα εγκράτειας κι εσωτερικού βάθους. Η ωριμότητά του εφάρμοζε στην πράξη την ανάγκη να κοιτάμε τον ουρανό με την καθαρότητα του παιδικού μας βλέμματος. Και ιδού η απόδειξη: Μια μέρα, αυτός ο χειροποίητος άνθρωπος, έφτιαξε με πολλή μαστοριά έναν μεγάλο χαρταετό. Τον έφτιαξε, είπε, για τον μικρό μου τότε γιο. Ύστερα πήγαμε σε κάτι υψώματα στην Παλλουριώτισσα για να τον πετάξουμε στον ουρανό. Με τι ενθουσιασμό ο Γιώργος Πιερίδης ξαμολούσε τον χαρταετό! Αργότερα μου εξομολογήθηκε ότι ο γιος μου υπήρξε το πρόσχημα, απλώς το άλλοθί του, για να φτιάξει και να πετάξει ένα χαρταετό που τον είχε από χρόνια καημό.
Τρίτος λόγος είναι «η συγκαταβατική κατανόηση της σχετικότητας της ζωής, έτσι που να αίρεται ή έστω να αμβλύνεται η οίηση που θα μπορούσε αυτό δυνητικά να προκαλέσει».