Οι στιγμές πραγματικότητας που έχουν αποτυπωθεί στις φωτογραφίες της έκθεσης «1940. Πρόσωπα και Εικόνες. Κύπρος – Ελλάδα» προσφέρουν σημαντικά τεκμήρια γνώσης για την ταραγμένη περίοδο, όπως την έζησε ο Ελληνισμός. Συγχρόνως, οι φωτογραφίες αυτές ανακαλούν την ιστορία ως μνήμη και ως βίωμα, καθώς τα γεγονότα που κατοπτρίζονται διατρέχονται από σπαράγματα ανθρώπινων -προσωπικών και κοινωνικών- εμπειριών.  
 
Τα πρόσωπα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες μπορεί να μην είναι πάντα γνωστά, δεν στερούνται όμως ταυτότητας και ιστορικής διαδρομής. Συνήθως αποκαλούνται ανώνυμοι ήρωες ή θύματα, ωστόσο πρόσωπα σαν και αυτά είναι που συνδέουν τη «μικρή» και βιωμένη με τη «μεγάλη» και επίσημη ιστορία. Υποδεικνύοντας τη συμμετοχή των υποκειμένων στην εξελισσόμενη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι, τα εικονιζόμενα πρόσωπα συνέβαλαν, ενεργητικά και παθητικά, στη διαμόρφωση του παρόντος τους και του μέλλοντός τους. Υπό μία έννοια, επίσης του παρελθόντος μας και του παρόντος μας. 
Οι φωτογραφίες της έκθεσης παρέχουν μια παραστατική πρόσβαση σε ηρωικά και σε τραγικά γεγονότα, από τα οποία αφθονεί η περίοδος του πολέμου και της Κατοχής. Ένας θλιβερός και συνάμα στοχαστικός τόνος είναι εμφανής σε ορισμένα από τα πιο άδοξα, όπως ο θάνατος από την πείνα. Μόνο μέσα στο εξάμηνο από τον Νοέμβριο του 1941 μέχρι τον Απρίλιο του 1942 πέθαναν 45.000 άνθρωποι σε Αθήνα και Πειραιά, όπως και δεκάδες άλλες χιλιάδες στην υπόλοιπη χώρα, «στον χειρότερο λιμό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου» όπως σημειώνει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. 
Ο λιμός αποτελεί μια από τις πιο κτηνώδεις συνέπειες της Κατοχής, έχοντας προκαλέσει ένα βαθύ μνημονικό τραύμα στην ελληνική κοινωνία. Άνθρωποι πέθαιναν καθημερινά κατά εκατοντάδες, οικογένειες ξεπουλούσαν περιουσίες, άρρωστοι αφήνονταν στην τύχη τους, επαίτες στους δρόμους αποδεκατίζονταν από την πείνα και το κρύο. Τραβηγμένα πρόσωπα, μαυραγορίτες, αψιμαχίες στα ανεπαρκή συσσίτια, αναζήτηση στα σκουπίδια για οτιδήποτε φαγώσιμο, πτώματα στους δρόμους.  
Φέρνοντας στον νου τις φωτογραφίες από τον κατοχικό λιμό, αναρωτιέμαι αν τα σκελετωμένα παιδάκια που απαθανάτισε η Βούλα Παπαϊωάννου και άλλοι φωτογράφοι κατάφεραν τελικά να επιβιώσουν. Αν οι ρακένδυτες κυρίες στην οδό Σταδίου βρήκαν τελικά φαγητό. Αν οι χαμογελαστοί στρατιώτες επέστρεψαν από το μέτωπο, έλαβαν μέρος στην Αντίσταση, πανηγύρισαν την Απελευθέρωση ή είναι κάποιοι από τους ξυλιασμένους άντρες στα καρότσια και στα πεζοδρόμια κεντρικών δρόμων της πρωτεύουσας. 
Η επισκόπηση του παρελθόντος μέσα από οπτικοακουστικά τεκμήρια αναπόφευκτα λαμβάνει και μια προσωπική διάσταση. Η κοπέλα της φωτογραφίας βρέθηκε νεκρή σε δρόμο του Παλαιού Φαλήρου, κρατώντας μια αποστραγγισμένη λεμονόκουπα. Θύμα του λιμού, της Κατοχής, της απανθρωπιάς που συνοδεύει κάθε τέτοιας έντασης εθνική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση. Η τελευταία αυτή εικόνα της, για όλα όσα σήμαινε η κοπέλα στο παρόν της, είναι σημαντικό να βρει μια θέση στη συλλογική μας μνήμη. Να αναγνωρίζεται ως ουσιώδης και στο δικό μας παρόν, αλλιώς κινδυνεύει να χαθεί ένα μέρος από το κοινό μας παρελθόν.
Οι φωτογραφίες μάς παρέχουν πρώτες ύλες για να συγκροτήσουμε μνημονικά το κοινό αυτό παρελθόν. Διαδικασία δυναμική αφού η ιστορία δεν είναι οριστική αλλά ξαναγράφεται συνεχώς, ανάλογα με τα ερωτήματα που θέτουμε και το πώς αξιοποιούμε τα διαθέσιμα τεκμήρια. Είναι υποχρέωση κάθε αρχειακού φορέα που επιθυμεί να συνιστά συμβολή στη συλλογική μνήμη να επιτρέπει στο υλικό του να αξιοποιείται δημόσια, όπως οι φωτογραφίες στην προαναφερόμενη έκθεση. Με μια τέτοια αντίληψη, υποστηρίζεται η θέση του Walter Benjamin όταν γράφει ότι «ο χρονικoγράφoς που αφηγείται τα περιστατικά χωρίς να κάνει διάκριση μεγάλων και μικρών, ενεργεί σύμφωνα με την αλήθεια πως οτιδήποτε συνέβη κάποτε, δεν μπορεί να θεωρηθεί χαμένο για την ιστορία».
 
* Ο Στέλιος Κυμιωνής είναι Προϊστάμενος Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ψηφιακού Περιεχομένου, ΕΚΟΜΕ / Πρώην επιμελητής Φωτογραφικού Αρχείου Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, ΥΨΗΠΤΕ. 

Φωτογραφία: Θύμα του λιμού της Κατοχής στην Αθήνα / Φωτογραφικό Αρχείο Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, ΥΨΗΠΤΕ.

 
Φιλgood, τεύχος 224.