Τον Απρίλιο είχα την τιμή να χαιρετίσω τα εγκαίνια της έκθεσης «1940: Πρόσωπα και Εικόνες» στο Πολιτιστικό της Τράπεζας Κύπρου. Το συναπάντημα με τους Κύπριους βετεράνους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και η περιήγηση στην έκθεση μου θύμισαν τις συμφορές που προκάλεσε σε τόσους ανθρώπους αυτή η τρομερή σύγκρουση. 
Η έκθεση αποτελεί χρήσιμη υπόμνηση των θυσιών της Κύπρου σε μια παγκόσμια μάχη, μια ιστορία στην οποία δεν αποδίδεται σημασία στο νησί. Αντιπροσωπεύει ένα ζωτικό κεφάλαιο στην ατελείωτη σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – Κύπρου και έμπνευση για τον σύγχρονο ρόλο που επιδιώκει το νησί ως πυλώνας σταθερότητας και ευρωπαϊκών αξιών στην περιοχή.
Περίπου 20.000 Κύπριοι από όλες τις κοινότητες του νησιού μπήκαν ως εθελοντές στις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ ακόμα 10.000 απόδημοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ εγγράφηκαν σε αυτές τις χώρες. Η έκθεση αναδεικνύει το μέγεθος της απώλειάς τους. Εκατοντάδες Κύπριοι έχασαν τη ζωή τους στα μέτωπα και βρίσκονται θαμμένοι σε 56 κοιμητήρια σε 16 χώρες. Άλλοι 35 δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ανά την Ευρώπη και 30 σκοτώθηκαν από αεροπορικούς βομβαρδισμούς στο νησί. Αρκετοί επέζησαν τρομερές δοκιμασίες, όπως οι αιχμάλωτοι πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα με την πείνα και τη φτώχεια όμως, η Κύπρος παρείχε καταφύγιο σε πολλούς που απέδρασαν από τις βιαιότητες των Φασιστών και των Ναζί: Πρόσφυγες από το Αιγαίο και Εβραίους από τη Βουλγαρία τη Ρόδο και τη Ρουμανία.
Το πιο συναρπαστικό με τις εκθέσεις «1940: Πρόσωπα και Εικόνες» και τη φωτογραφική του Δημήτρη Βαττή «Οι Ξεχασμένοι ενός πολέμου» είναι η ισχυρή χρήση της προσωπικής μαρτυρίας. Βλέπουμε την απόγνωση και την αποφασιστικότητα που οδήγησαν τους εθελοντές στη μάχη. Συχνά φτωχοί και αναλφάβητοι, κάποτε ορφανοί, νέες και νέοι εντάχθηκαν όχι μόνο για να νικήσουν τις σκοτενές δυνάμεις του φασισμού, αλλά και για να βγάλουν ένα κομπόδεμα για να στείλουν σπίτι. Οι ατομικές τους δεξιότητες δεν χάθηκαν μετά την κατάταξη και την εκπαίδευσή τους. Κάποιοι υπηρέτησαν τον στρατό ως δεξιοτέχνες επιπλοποιοί, ράφτες, μηχανικοί και σιδηρουργοί, όπως ήταν πριν την έναρξη των εχθροπραξιών.
Ξανά και ξανά, οι μαρτυρίες καταγράφουν απλές πράξεις καλοσύνης. Όπως την ιστορία του Ιωσήφ Χατζήκυριακου, ο οποίος είχε εγγραφεί στην Αγγλία έχοντας σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών. Ο στρατός του έδωσε άδεια να επιστρέψει στην Κύπρο για να παντρευτεί με τον παιδικό του έρωτα, την Κλειώ Χαραλάμπους, τον χειμώνα του 1942. Όπως και η φιλοξενία που πρόσφερε μια οικογένεια Ιταλών σε Κύπριους στρατιώτες στην αποθήκη που φύλαγαν το κονιάκ τους, το οποίο κρατούσαν αναμένοντας την επιστροφή του γιου τους από γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. 
Η έκθεση αναδεικνύει τη χρησιμότητα του να μαθαίνουμε για και από το παρελθόν. Το γεγονός ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε μόλις 21 χρόνια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (όπου χιλιάδες δήλωσαν εθελοντές στο Κυπριακό Τάγμα Μουλάρηδων) αποδεικνύει πόσο εύκολα και γρήγορα ξεχνάμε τέτοια οδυνηρά και ζωτικά γεγονότα. Οφείλουμε να ακούσουμε μάρτυρες όπως ο Ανδρέας Σωτηρίου, που υπηρέτησε ως Βασιλικός Μηχανικός στον Βρετανικό Στρατό, όταν μας λέει πως «αυτές οι εμπειρίες μας έμαθαν πώς να παλεύουμε για να αποφεύγουμε τον πόλεμο, τόσο για το καλό της χώρας όσο και της ανθρωπότητας».
Καλά κάνουμε όλοι μας, όχι μόνο εγώ ως διπλωμάτης, να ακολουθήσουμε τη σοφή συμβουλή του βετεράνου Χασάν Σαλίχ, ο οποίος ήταν ακόμα έφηβος όταν τελείωσε ο Α’ Παγκόασμιος Πόλεμος: «Όταν μιλάτε, να λέτε λόγια γλυκά, όχι πικρίες. Φροντίστε τους εαυτούς σας αν θέλετε να ζήσετε. Ο πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα». Οφείλουμε να θυμόμαστε και να μιμηθούμε την κοινή ιστορία των κοινοτήτων μας και να συνεργαστούμε για το κοινό καλό: Την υπεράσπιση της ελευθερίας και την παροχή προστασίας σε αυτούς που τη χρειάζονται.

* Ο Στίβεν Λίλι είναι ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο

 
Φιλgood, τεύχος 225.