«Θεωρώ τον εαυτό μου, έναν τυφλό ζωγράφο, ένα βουβό ποιητή, έναν κουφό μουσικό!» είχε πει ο άνθρωπος που είδε την ιερότητα στα καθημερινά αντικείμενα και με το έργο του επιδίωκε να ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού.
 
Το 300 ετών παλάτσο Ca’ Corner della Regina, που έχει θέα στο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας, πήρε το όνομά του από την οικογένεια της τελευταίας Βασίλισσας της Κύπρου, Αικατερίνης Κορνάρο, που γεννήθηκε στην περιοχή το 1454. Το μπαρόκ κτήριο που αποτελεί τον εκθεσιακό χώρο του Fondazione Prada στη Γαληνοτάτη φιλοξενεί από τις 11 Μαΐου την πρώτη μεγάλη ρετροσπεκτίβα για τον Γιάννη Κουνέλλη μετά το θάνατό του το 2017. Αναπόφευκτα, το ιστορικό κτήριο γεννά έναν διάλογο με 70 από τα εμβληματικότερα έργα που δημιούργησε ο ελληνικής καταγωγής Ιταλός πρωτοπόρος δημιουργός από το 1958 ως το 2016.
Τη σημαντική αυτή έκθεση, που θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Νοεμβρίου, επιμελείται ο Τζερμάνο Τσέλαντ, μια σπουδαία προσωπικότητα των τεχνών αφού είναι ο άνθρωπος που επινόησε τον όρο «Arte Povera» –Φτωχή Τέχνη-, προκειμένου να περιγράψει ένα κίνημα Ιταλών δημιουργών που απέρριπταν τις παραδοσιακές μεθόδους και τις συνήθεις ύλες. Οι καλλιτέχνες εκείνοι γύρισαν την πλάτη στην ελιτίστικη και έγκυρη επικρατούσα γλώσσα, εστιάζοντας στο συναίσθημα και τα ευτελή υλικά.
 
Ο Τσέλαντ είχε επιμεληθεί και τη θρυλική εναρκτήρια έκθεση του κινήματος με τίτλο «Αrte povera e ΙΜ spazio» το φθινόπωρο του 1967 στην γκαλερί La Bartesca της Γένοβας όπου μαζί με τον Κουνέλλη – ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος- παρουσίασαν έργα τους οι Αλιγκιέρο Μποέτι, Τζούλιο Παολίνι, Πίνο Πασκάλι, Εμίλιο Πρίνι, Λουτσιάνο Φάμπρο.

«Για τον Κουνέλλη δεν υπάρχει γαλήνη, η τέχνη του είναι μια πράξη αδιάκοπης ύπαρξης, είναι αντιφατική και σαγηνευτική, προσπαθώντας συνεχώς να προτείνει μεταβαλλόμενους χώρους» γράφει ο Τσέλαντ στον κατάλογο που συνοδεύει την αναδρομική έκθεση στη Βενετία, επισημαίνοντας την πολυπλοκότητα και τη ρευστότητα της πρακτικής του γεννημένου στον Πειραιά δημιουργού. Ο 79χρονος πια Γενοβέζος ιστορικός τέχνης και διευθυντής του Fondazione Prada Μιλάνου από το 1995, συνεργάστηκε με το Αρχείο Κουνέλλη για να συγκεντρώσει έργα που προέρχονται από μουσεία, οργανισμούς και σημαντικές ιδιωτικές συλλογές στην Ιταλία και το εξωτερικό.

Η επιλογή των έργων και το στήσιμο της έκθεσης από κάποιον που γνωρίζει όσο κανένας το σύμπαν του Κουνέλλη, προσφέρουν μια λεπτομερή εικόνα της πορείας του. Περιδιαβαίνοντας κανείς το Ca’ Corner della Regina κάνει μια αναδρομή και στη ζωή του. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν τα πρώτα έργα με θέμα τη γλώσσα στο άστυ. Μέχρι το 1966 ζωγράφιζε πίνακες στους οποίους «χωρούσε» σήματα και πραγματικές φράσεις ή λέξεις, θραύσματα από διαφημίσεις και πινακίδες και άλλα σημάδια από τους δρόμους της Ρώμης. Σε μια προσπάθεια να αποδομήσει τη γλώσσα, μετέφερε μαύρα γράμματα, βέλη και αριθμούς σε λευκό καμβά, χαρτί ή άλλες επιφάνειες, ενώ ζωγράφιζε και πάνω σ’ εφημερίδες προβαίνοντας έτσι σε κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό. Από το 1964 και μετά, εμπνέεται κι από τη φύση.
Το κρίσιμο έτος 1967 η έρευνά του γίνεται πιο ριζοσπαστική, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει την παραδοσιακή εικονογραφική ομοιομορφία της πρώιμης παραγωγής του. Εντάσσει το τσιμέντο, στοιχεία από τη φύση όπως χώμα, κάκτους, πέτρες, ξύλα, σίδερα, μαλλί, κάρβουνο, βαμβάκι, φωτιά, αξιοποιεί υφάσματα, σακιά από λινάτσα και για μια περίοδο ζωντανά ζώα, όπως πουλιά και άλογα. Είναι η εποχή που θεμελιώνει την Αrte Povera και καταξιώνεται ως «φιλόσοφος των υλικών».
 
Το εικαστικό αυτό ρεύμα αποτέλεσε το αντίπαλο δέος στην pop art του ‘60 και την αμερικανική ηγεμονία στο πεδίο της τέχνης και επανέφερε την Ιταλία στην πρωτοπορία της διεθνούς σκηνής. Σε εγκαταστάσεις που πρότεινε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Κουνέλλης γίνεται εκφραστής της διαλεκτικής μάχη μεταξύ της ελαφρότητας, της αστάθειας και της εφήμερης φύσης που συνδέεται με την ευθραυστότητα του οργανικού στοιχείου και τη βαρύτητα, τη μονιμότητα, την τεχνητότητα και την ακαμψία των βιομηχανικών δομών. Το κίνημα της Arte Povera αντιμετωπίστηκε ως μια αυθεντική μορφή οπτικής έκφρασης. Είναι σαφές ωστόσο ότι εμπεριέχει ψήγματα από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ερμηνευμένο σύμφωνα με το σύγχρονο πνεύμα και σε αντιδιαστολή με την απώλεια της ιστορικής και κοινωνικής ταυτότητας που προέκυψε κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Οι αναζητήσεις του Κουνέλλη τον έφεραν λίγο αργότερα να εξερευνά και τη σύνδεση των έργων με τις υπόλοιπες αισθήσεις. Κάπως έτσι, πίνακες μετατράπηκαν σε μουσικές παρτιτούρες όπου μπορούσε κάποιος να τις παίξει ή να τις χορέψει, έστησε περφόρμανς, ενέταξε μουσικούς και χορευτές, πειραματίστηκε με την όσφρηση.

Αντιπροσωπεύεται, φυσικά και η συμμετοχή του σε εκθέσεις που παγίωσαν την εξέλιξη της Arte Povera. Ενδεικτικά, περιλαμβάνεται η περίφημη εγκατάστασή του «Untitled (Tragedia Civile) (1975)». Είναι ένα είδος αυτοπροσωγραφίας, όπου σκούρα ρούχα κι ένα καπέλο κρεμασμένα σ’ έναν καλόγερο με φόντο έναν γυμνό τοίχο καλυμμένο με φύλλα χρυσού, υπογραμμίζει τη δραματική φύση μιας σκηνής που υπαινίσσεται μια προσωπική και ιστορική κρίση.

Παράλληλα, εκτίθεται ένα έργο του από το 1974 που αποτελείται από γύψινα εκμαγεία αγαλμάτων των Κλασικών Χρόνων, απλωμένα σε τραπέζι συνοδεία μιας αναμμένης λάμπας παραφίνης. Η ελληνο-ρωμαϊκή κληρονομιά του τονίζεται και σε άλλα έργα, όπως μια εγκατάσταση του 1973 όπου εντάσσει γύψινα εκμαγεία προσώπων σε ξύλινη κορνίζα. Η έκθεση περιλαμβάνει και εγκαταστάσεις που εκφράζουν τη δυσκολία του καλλιτέχνη ενώπιον της δυναμικής του εκάστοτε παρόντος. Είναι χαρακτηριστικό, ότι διάδρομοι μεταξύ δωματίων του κτηρίου έχουν κλειστεί με πέτρες, σιδερένιες μπάρες και φύλλα μόλυβδου, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε χώρους με σκοπό να δώσουν έμφαση στο μυστηριώδες.

Στην εσωτερική αυλή του παλάτσο, μια εγκατάσταση απεικονίζει τον βαθύτερο διάλογο του Κουνέλλη με αρχιτεκτονικούς και αστικούς χώρους: επτά μεταλλικές επιφάνειες που φέρουν σάκους με κόκκους καφέ αφηγούνται τη γοητεία που ασκούσε στον καλλιτέχνη η βαρύτητα και η ισορροπία. Ακόμη, ο επισκέπτης μπορεί να δει μια σειρά από μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 που προκαλούν τους νόμους της βαρύτητας: ράφια ή μεταλλικές κατασκευές με διάφορα αντικείμενα, από γύψινα εκμαγεία ως πέτρες, από παλτά ως ποτήρια και εξαρτήματα μηχανών.  

 

Η τέχνη πέρα από τα όριά της
 
Πριν καταξιωθεί ως ο πιο διεθνώς καταξιωμένος Έλληνας εικαστικός του 20ού αιώνα, βίωσε μια απόρριψη από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και εγκατέλειψε απογοητευμένος μια διχασμένη μεταπολεμική Ελλάδα, που είχε μετατραπεί σε κοινωνία μίσους. Έφτασε στη Ρώμη την Πρωτοχρονιά του 1956, λίγο πριν κλείσει τα 20, κι έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του, λίγο πριν ολοκληρώσει την ιδέα του για το σκηνικό των Τρωάδων που παρουσίασε ο Θόδωρος Τερζόπουλος στο Πάφος 2017. Η Αιώνια Πόλη ήταν το ορμητήριό για το μεγάλο ταξίδι του στην τέχνη. Τα σκοτεινά παιδικά χρόνια στην Ελλάδα άφησαν το στίγμα τους στην τέχνη του, όπου το μαύρο είναι το κεντρικό μοτίβο.

Ο Κουνέλλης θεωρείται πρωτοπόρος τόσο στη χρήση των υλικών, όσο και στην αντίληψη του χώρου. Η πλούσια και απρόβλεπτη εικαστική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από έναν συνεχή πειραματισμό σε φόρμες, συνθέσεις και ύλες, με τρόπο που πάντα προκαλεί τον θεατή σ’ έναν αρχέγονο διάλογο. Τα έργα του τοποθετήθηκαν ή κρεμάστηκαν στις πιο ετερόκλητες τοποθεσίες, ενώ ο καμβάς αντικαταστάθηκε με αντικείμενα όπως πόρτες, παράθυρα, κρεβάτια, ντουλάπια, τσουβάλια, καμπάνες, ρούχα. Εξερεύνησε την τέχνη πέρα από τα όριά της και δεν σταμάτησε ποτέ να συλλαμβάνει νέες ιδέες και να δοκιμάζει νέες τεχνικές.

Σε όλη τη ζωή αλλά και στην τέχνη του το διακύβευμα ήταν ένα: η ελευθερία. «Δεν σκότωσα ποτέ, αλλά είμαι έτοιμος να το κάνω, αν μου ποδοπατήσουν το δικαίωμα στην ελευθερία» περιέγραφε ο ίδιος το σύμπαν του στον κατάλογο της έκθεσης «From the Europe of Old». Η σημαντική εκείνη έκθεση φιλοξενήθηκε στο Μουσείο της πόλης του Άμστερνταμ (Stedelijk) το 1987 με τη συμμετοχή και των Γιαν Φαμπρ, Γκίλμπερτ & Τζορτζ, Ρεμπέκα Χορν, Κριστιάν Μπολτανσκί, Τζέιμς Κόλμαν και Χαβιέ Αγκίρε. «Δεν δανείστηκα γλωσσικά αποσπάσματα, παρά μόνο από ανάγκη» συνέχιζε ο Κουνέλλης. «Δεν αναζήτησα παρά μόνο όμορφα πράγματα. Μέτρησα την απόσταση μέσα από την αντικειμενικότητα. Είδα το ιερό στα αντικείμενα της καθημερινής χρήσης. Πίστεψα στο βάρος ως σωστό μέτρο. Αγάπησα τις φράσεις που δείχνουν την παρθενία ως υπέρτατη κατάσταση. Διέσχισα μονοπάτια δύσκολα, μέσα στο δάσος, ανηφορίζοντας προς το βουνό. Το μολύβι, τα μαλλιά, τα σύννεφα, η Μικρή Άρκτος που δείχνει τον Βορρά, ο Άνεμος. Δεν ξέρω να ζω έξω από τον λαβύρινθο της γλώσσας. Αγαπώ την ελιά, τ’ αμπέλι και το στάρι. Θέλω την επιστροφή της ποίησης με όλα τα μέσα: με την άσκηση, την Παρατήρηση, τη μοναξιά, τον λόγο, την εικόνα, την εξέγερση. Ανικανοποίητος μέχρι το διηνεκές».

ΕΙΠΕ:  

  • «Η τέχνη δεν χρησιμεύει σε τίποτα, αλλά είναι μια δοκιμασία υψηλού επιπέδου… Είναι ένα περιπετειώδες ταξίδι προς τον άλλον».
  • «Δεν θέλω να βυθιστώ στο παρελθόν από αρχαιολογική ευχαρίστηση – αν και θα μπορούσε να ήταν κι αυτό – αλλά επειδή το παρελθόν έχει μια πραγματικότητα που μας ορίζει βαθιά. Αν μετά το φέρεις σιγά- σιγά στην επιφάνεια, είναι γεμάτο δυνατότητες.»
  • «Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής, αλλά αν έπρεπε να αποδεχτώ αυτή την επιχείρηση εννοιολογικής τέχνης, δεν θα είχα λόγο ύπαρξης».
  • «Ο πρώτος στον οποίο άρχισα να χρωστάω είναι ο Βαν Γκογκ και δεν τον έχω ξεπληρώσει ακόμα».

 
 * Κύρια φωτογραφία: Ο Γιάννης Κουνέλλης το 2009 στην έκθεσή του στο Σανταντέρ της Ισπανίας. Φωτογραφία: Esteban Cobo