Ο κορυφαίος ερμηνευτής, που πέθανε το προηγούμενο Σάββατο, έζησε τον «μύθο» και τους «μύθους» του ως κάτι το φυσικό.

Αυτό που ακολουθούσε ο Σταμάτης Κόκοτας σε όλη του τη ζωή ήταν το «σωστό», το «πρέπον»· οδηγός του ήταν πάντα συγκεκριμένοι κανόνες -πράγματα που κουβαλούσε ακόμη από την καλή του ανατροφή, απ’ τον γιατρό πατέρα του και την καλόκαρδη, όπως μου είχε πει στις δύο συναντήσεις που κάναμε, μάνα του που της είχε μεγάλη αδυναμία- και δεν ήθελε να παρεκκλίνει από αυτά – ανέκαθεν, άλλωστε, ήταν ένας ευγενής άνθρωπος ο ίδιος, καλότροπος, αξιοπρεπής, γενναιόδωρος με τους γύρω του, ένας «κύριος» που δεν απασχόλησε ποτέ του το κοινό (στα 60 και πλέον χρόνια καριέρας του) με θέματα που δεν αφορούσαν στην δουλειά του: Τις μεγάλες συνεργασίες του με ογκόλιθους της Τέχνης του, τις φωνοληψίες του, τις διάσημες φιλίες του, τα χόμπι του που τα έκανε δημόσιο θέαμα (συλλέκτης αυτοκινήτων και έργων Τέχνης, για πολλά χρόνια) γιατί τον ευχαριστούσαν και δεν ήθελε να κρύβεται από τίποτα· ένας άνθρωπος ανοιχτό βιβλίο που δεν είχε ποτέ του δεύτερες σκέψης και πονηριά.

Κι όπως ο Ωνάσης ήταν για εκείνον πάντα «ο βαρκάρης με το μαντήλι που ποτέ δεν είχε υπολογίσει τα λεφτά με τους φίλους του», έτσι και ο Κόκοτας, ήταν για τους ανθρώπους δίπλα του, όχι «ο καλλιτέχνης των μεγάλων διαχρονικών τραγουδιών και των επιλεγμένων συνεργασιών», αρχής γενομένης από τον Σταύρο Ξαρχάκο που τον «ανακάλυψε» με το «Ένα μεσημέρι» του 1966, αλλά το «παιδί» εκείνο που απλώς του άρεσε να τραγουδά γιατί αυτό ήταν το πάθος του, από τότε που η μάνα του του έκανε δώρο μια κιθάρα, στα 14 του χρόνια, και που, αν οι συγκυρίες -και η τύχη- δεν ευνοούσαν την τεράστια καριέρα του που θα γνώριζε το κοινό στη συνέχεια, θα ακολουθούσε πιθανότατα άλλους δρόμους στη ζωή του. 

«Η διαφορά μεταξύ της δισκογραφίας του τότε, αλλά και της αθηναϊκής νυχτερινής διασκέδασης, σε σχέση με το σήμερα είναι τεράστια γιατί, εκείνα τα χρόνια, δεν μπορούσε να τραγουδήσει ο οιοσδήποτε», μου είχε αναφέρει. «Έχω ζήσει πολλά στο τραγούδι – τι να πρωτοθυμηθώ; Υπήρχαν σεζόν που ο κόσμος στεκόταν ουρές -300 και 500 μέτρα, μέσα στο κρύο- για να μπει στο μαγαζί όπου τραγουδούσα, στο κέντρο της Αθήνας, και να ακούσει το “Όνειρο απατηλό”, πολλές φορές τραγουδούσα στην καλοκαιρινή “Νεράιδα” μέχρι τη 1 το μεσημέρι και έλεγε στους σερβιτόρους ο φίλος μου, ο Αρίστος ο Ωνάσης, “να ετοιμάσετε αυγά για πρωινό κι ό,τι άλλο θέλουν τα παιδιά”, ή κατά τη μία το βράδυ συγκεντρώνονταν, θυμάμαι, οι βαρκούλες που βρίσκονταν στη θάλασσα, κάτω από τη “Νεράιδα”, με τα ουίσκι και τις μπίρες, για να κάνουν κι αυτοί το κέφι τους. Θυμάμαι ακόμα, σε τουρνέ μου στην Αμερική, που έλεγα το “Γιε μου” και πήγε κάποιος να ανάψει το τσιγάρο του -από πόνο, επειδή είχε χάσει το παιδί του- με αποτέλεσμα να πάρουν τα μαλλιά μου φωτιά και ο μπουζουξής να τραβάει το τραπεζομάντιλο για να τη σβήσει. Όλα ετούτα ήταν καθημερινότητες στην πορεία μου».

Ο Σταμάτης Κόκοτας μιλούσε πάντα με φυσικότητα για πράγματα που τα έζησε και που στα αφτιά των άλλων ίσως ακούγονταν εξωπραγματικά: Για την Κάλλας π.χ. που τον θαύμαζε και του έλεγε πάντα «πόσο ωραία τραγουδάς» (μάλιστα στον πλειστηριασμό των αντικειμένων της που είχε γίνει στο Παρίσι, είχαν πουληθεί και 8 long play δίσκοι του που της τους είχε τότε αφιερώσει), για ανθρώπους με τους οποίους μιλούσε συχνά σα να ‘ταν το σύνηθες -τον Alain Delon, τον Αλέξη Μινωτή, τον James Cobern, τη Μελίνα, τον Willy Brandt, τον Ferenc Puskas, την Αλίκη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Γκάτσο, τον Anthony Quinn-, για τα γλέντια στον Σκορπιό με τον μεγιστάνα φίλο του, Αρίστο -στα οποία ποτέ δεν μπήκε σε λεπτομέρειες, έμπιστος ως το τέλος του-, για τις ουρές που έκανε ο κόσμος για να τον ακούσει, για τους πλατινένιους του δίσκους και την μεγάλη αποδοχή που είχε από την αρχή της πορείας του, ακόμη και για τα υπέρογκα ποσά που του έδιναν μεγάλες εταιρείες ώστε να ξυρίσει τις φαβορίτες του και να διαφημίσει ξυραφάκια. Δεν κόμπασε ποτέ για τίποτα. Κι όλα αυτά τα περιέγραφε στις συνεντεύξεις του ως κομμάτι της καθημερινότητάς του. Σαν ένας άνθρωπος που γεννήθηκε χορτασμένος. 

«Στη ζωή μου γνώρισα πολύ διάσημους ανθρώπους -θυμάμαι τώρα, για παράδειγμα, τη Brigitte Bardot, τη Romy Schneider, σπουδαίους συνθέτες και στιχουργούς με τους οποίους συνεργάστηκα-, αλλά ο απλός κόσμος ήταν πάντοτε “ο δικός μου κόσμος” – με λάτρευε και τον λάτρευα», μου είπε. «Γιατί, ξέρετε, ο σωστός καλλιτέχνης δεν είναι μόνο στα τραγούδια του· είναι στη συμπεριφορά του, στον τρόπο που μεταχειρίζεται τον συνάνθρωπό του. Ακολουθώ αυτό που μου δίδαξε η οικογένειά μου: Αγαπάτε αλλήλους. Ακόμη και εκείνους που δεν μ’ αγαπάνε, εγώ τους αγαπώ διπλά!». 

Ο Κόκοτας, αυτός ο κορυφαίος ερμηνευτής που έφυγε από τη ζωή το προηγούμενο Σάββατο -χωρίς θόρυβο και με αξιοπρέπεια, όπως άλλωστε έζησε στα 85 του χρόνια-, τελικά, αν και δεν σπούδασε γιατρός, όπως θα ‘θελε μάλλον ο πατέρας του, και όπως «προοριζόταν» από την οικογένειά του, έκανε κάτι, ίσως, ακόμη πιο δύσκολο: Γιάτρευε ψυχές – με το κλασικό «Γιε μου, γιε μου» π.χ., που έκανε πολλούς πατεράδες να επαναπροσδιορίσουν την σχέση τους με τα παιδιά τους, με το «Όνειρο απατηλό», το «Πες πως μ’ αντάμωσες», τον «Τρελό», το «Μη μου χτυπάς μεσάνυχτα την πόρτα», το «Σ’ αγάπησα για μια φορά», το «Να ‘χα τα χρόνια σου», το «Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ», το «Στου Προφήτη Ηλία», το «Δεν το μπορείς», δεκάδες ακόμη. «Αυτή είναι η ζωή!», μου έλεγε. «C’est la vie! Κι όπως μου έλεγαν κι οι φίλοι μου οι Γάλλοι: “Τη ζωή πρέπει να την παίρνεις όπως πάει!”. Ούτε τον θάνατο φοβάμαι. Καθόλου! Η πορεία μου, άλλωστε, αυτό δείχνει. Πολλές φορές τον ξεπέρασα και πλέον δεν με φοβίζει – έχω “πληρωθεί” στη ζωή μου απ’ όλας και καθ’ όλας τας απόψεις…». 

xatzigeorgiou@yahoo.com

 

Ελεύθερα, 9.10.2022.