Ο σκηνοθέτης Λογγίνος Παναγή γράφει για την διαδικασία δημιουργίας της ταινίας του «Clementine», που προβάλλεται μέχρι τις 26 Οκτωβρίου στον Κινηματοράφο “ΠΑΝΘΕΟΝ”.
Πρόσφατα, είχα την ευκαιρία να μοιραστώ με μερικούς φίλους μιαν εναλλακτική εκδοχή της ταινίας μου «Clementine» που παίζεται τώρα στον κινηματογράφο Πάνθεον. Στη συζήτηση που ακολούθησε, τέθηκαν διάφορα ερωτήματα για τη διαδικασία της κινηματογραφικής δημιουργίας. Πόσο ανοιχτή ή κλειστή σε ανάγνωση πρέπει είναι μια ταινία; Οφείλει ο σκηνοθέτης να κατευθύνει το κοινό προς συγκεκριμένα συναισθήματα, προκειμένου να το ψυχαγωγήσει; Πόσο αποστασιοποιημένος πρέπει να είναι από το υλικό του;
Στην περίπτωση της «Clementine» τα πιο πάνω ερωτήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, αφού το λεγόμενο «υλικό», είναι το συλλογικό τραύμα της Κύπρου μετά από τον πόλεμο του 1974. Τι να κάνει λοιπόν ένας δημιουργός, όταν έχει να διαχειριστεί ένα τόσο επώδυνο θέμα, μια πληγή που δεν λέει να κλείσει μετά από τόσα χρόνια; Να καταδείξει την κυπριακή τραγωδία, με όλους τους αρνητικούς πρωταγωνιστές της, μέσα από ένα συναισθηματικό φακό; Να δώσει έμφαση στην ιστορικότητα των γεγονότων, σε στιλ ντοκιμαντέρ; Ή να την προσεγγίσει πιο αφαιρετικά, αφήνοντας δημιουργικά κενά, τα οποία το κοινό καλείται να συμπληρώσει;
Η τελευταία επιλογή ήταν αυτή που με είχε κερδίσει, από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκα με το θέμα σεναριακά. Μέχρι τότε, είχα απωθήσει καλλιτεχνικά το κυπριακό ζήτημα. Πρώτα, λόγω της πληθώρας των προσεγγίσεων που είχε γνωρίσει μέσα από την γενιά της εισβολής. Και ύστερα, λόγω των περιορισμένων προσωπικών αναμνήσεων που κουβαλώ από τα συγκεκριμένα, τραυματικά γεγονότα. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν καλό να ασχοληθώ με το λεγόμενο «διαγενεαλογικό τραύμα», όπως το αποκαλούν οι ψυχολόγοι. Δηλαδή, με τον τρόπο που έχει μεταφερθεί η τραυματική εμπειρία από την προηγούμενη γενιά, στους ώμους της επόμενης. Όπως λέγαμε χαρακτηριστικά, παρέα με τον παραγωγό και διευθυντή φωτογραφίας του φιλμ, Κωνσταντίνο Όθωνος, «η δικιά μας γενιά βαδίζει μ’ ένα πτώμα στις πλάτες της», το πτώμα του 1974. Την ίδια στιγμή, δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς έγιναν τα γεγονότα.

Γι’ αυτούς τους λόγους επέλεξα μιαν ανοιχτή φόρμα στην «Clementine». Στην ταινία, η ηρωίδα με το αινιγματικό όνομα, οι μυστηριώδεις άντρες με τα ριγέ κοστούμια, ο αφελής Γιαννάκης-Τζόνι, η Κοντέσα, ο διπλωμάτης Λώρενς και ο Βρετανός ανώτερος στρατιωτικός, ο ντόπιος ηθοποιός Κώστας, ο Φωτογράφος, η Μαμά, όλοι οι χαρακτήρες γίνονται ψηφίδες του μεγάλου παζλ που λέγεται τραγωδία της Κύπρου. Αν ενώσεις τα κομμάτια, θα έχεις μια εικόνα που αποτυπώνει το τραύμα συμβολικά. Ο θεατής, μπορεί να ενώσει τις ψηφίδες με τον δικό του τρόπο.
Ως σκηνοθέτης, όπως ο στρατιωτικός στη σκηνή του πινγκ-πονγκ, έχω απλώς καθορίσει τους γενικούς κανόνες του παιχνιδιού. «Ο θεατής ως συνδημιουργός»: αυτό ήταν το ζητούμενο στην «Clementine». Προσπαθώντας ο θεατής να συνταιριάξει τα κομμάτια, αρχίζει να δουλεύει με το δικό του, προσωπικό τραύμα, αλλά και με το συλλογικό, της Κύπρου. Δεν γίνεται παθητικός δέκτης ο οποίος συγκινείται, εκνευρίζεται, αντιδρά, επαναστατεί κατά το δοκούν, όπως συμβαίνει στο μελόδραμα ή στις ταινίες προπαγάνδας.
Καθώς ο κινηματογράφος είναι τέχνη της εικόνας, έχω επιλέξει τα μακριά πλάνα και τα κινηματογραφικά κάδρα που παραμένουν στη μνήμη. Έτσι, το κοινό έχει τον χρόνο να περιεργαστεί τους χαρακτήρες και τα τεκταινόμενα επί της οθόνης και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Μπορεί ακόμα και να δυσφορήσει, παρατώντας ουσιαστικά το παιχνίδι. Αλλά και αυτό είναι ένα μέρος του παιχνιδιού. Ο σκηνοθέτης οφείλει να σεβαστεί ακόμα και αυτή την επιλογή του κοινού. Έτσι κι αλλιώς, το ίδιο το σινεμά είναι παιχνίδι. Όπως είπε και ο αγαπημένος μου Φεντερίκο Φελλίνι, στο σινεμά ο θεατής είναι καλεσμένος του σκηνοθέτη. Ενώ στην τηλεόραση, ο σκηνοθέτης είναι καλεσμένος στο σπίτι του θεατή, ο οποίος μπορεί ταυτόχρονα να τρώει τη μακαρονάδα του. Με την «Clementine» θέλησα να καλέσω τον θεατή σε ένα παιχνίδι απελευθέρωσης από το τραύμα. Και ας φάει ύστερα και τη μακαρονάδα του.
Ελεύθερα, 23.10.2022.