Με αυτοαναφορικούς τόνους βιωματικού απολογισμού αλλά και με υπαρξιακούς εναγώνιους κραδασμούς μιας πανανθρώπινης συνείδησης άνω θρώσκει ο λόγος του Γιώργου Μολέσκη, απογειώνοντας τον αναστοχασμό της έμπνευσής του στον «Ανοιχτό Ουρανό», που στεγάζει τη νέα ποιητική του συγκομιδή. Καθώς η ποίηση δεν χωρεί σε στεγανά αδιέξοδα μήτε περιχαρακώνεται σε εγκλεισμούς απεγνωσμένης απομόνωσης και ναρκισσευόμενου ατομικισμού, αναζητεί την άνοδο προς το φως της αλήθειας, πέρα από τους ψευδεπίγραφους συμβιβασμούς της εγκόσμιας συνθήκης. Ο ποιητής δεν μπορεί να συμβιώσει με νεκρές ψυχές ανάμεσα σε ερεβώδη είδωλα σκιών, αποποιούμενος το σκοτάδι του θανάτου και καταφάσκοντας την πεμπτουσία της ζωής. Ενδεικτικοί οι ακροτελεύτιοι αποφθεγματικοί στίχοι στο ομώνυμο της συλλογής εισαγωγικό ποίημα: «Γιατί το φως κι ο ανοιχτός ουρανός/ είναι πάντα μια διέξοδος».
Μια κατανυκτική ανάταση στον αναπεπταμένο ορίζοντα της άνοιξης και σε αντίθεση με τον βραχνά των δεινών της πανδημίας τα επόμενα μελωδικά φθογγόσημα με τα ηχοχρώματα του Απριλομάη και τα ελπιδοφόρα σήμαντρα της Ανάστασης· είτε, ανακαλώντας τον Παπαδιαμάντη, σαν «μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος». Ανασυνθέτουμε την αντιστικτική συγχορδία της φιλοσοφικής του ενατένισης μέσα από τα ποιήματα «Μια Άνοιξη ακόμη» και «Πρωτομαγιά»: «… εμείς/ που στη ζωή μας μια μια τις άνοιξες μετρούμε,/ να μην τη χάσουμε αυτή, μια τέτοια άνοιξη,/ και νά ’ναι ο λογαριασμός λειψός στο τέλος.». «μέσα σε κάθε ανθό μια νέα ανάσταση,/ σε κάθε πέταγμα πουλιού μια νέα επανάσταση// Μπορείς ν’ αρμέξεις απ’ το στήθος της μέρας/ την πρώτη λέξη, που θα γεννήσει/ ένα καινούργιο ποίημα.».
Σε προέκταση, επισημαίνουμε προτάσσοντας και άλλες αλληγορικές αιχμές ποιητικής: «Μέλισσα ψυχή μου/ μάζεψε όσα πιο πολλά μπορείς/ από τις συγκινήσεις τούτες/ κι έλα τη νύχτα αυτή/ στην άκρη του μολυβιού,/ κάτω απ’ το φως της λάμπας/ και στάλαξε το μέλι της χαράς,/ της θλίψης και της πίκρας σου/ μέσα στις λέξεις μου./ Να γίνει το λευκό χαρτί/ ο κόσμος όλος και η ζωή μου!». Ωστόσο, αν ο ποιητής δεν δύναται να αποδώσει, καθώς ομολογεί, με τις «σωστές λέξεις» και τη «σωστή διατύπωση» «το ατελεύτητο,/ το αιώνιο» μπροστά την έκσταση του σύμπαντος και σε «γαλαξίες ονείρων», η εύγλωττη ποιητική του γραφίδα εικονογραφεί αποτυπώνοντας με λεπταίσθητη ακρίβεια και διεισδυτική ενσυναίσθηση σκηνές και δρώμενα, ρόλους και προσωπεία στο θέατρο του κόσμου.
Ευκρινείς οι μεταφορικοί συμβολισμοί στην «Παράσταση» «Με λάθος σενάριο» των ομότιτλων ποιημάτων, όπου απομυθοποιεί την ωραιοποίηση των μεθοδευμένων μύθων και την εξιδανίκευση των ιστοριών, αποδομώντας τη συγκάλυψη των μεταμφιεσμένων μηνυμάτων. Με Μπρεχτικούς όρους αποστασιοποίησης έκδηλη η έγνοια του ποιητή για αφύπνιση από τον λήθαργο της μοιρολατρικής ψευδαίσθησης, της εμμονικής ιδεοληψίας και της ενδοτικής προσαρμογής. Κατά Καβαφική επίσης ειρωνεία και σε συνήχηση με τους «Αλεξανδρινούς Βασιλείς» στηλιτεύει τους θεατρινισμούς στη «Στρατιωτική Παρέλαση» του ομώνυμου ποιήματος, αναδεικνύοντας τα υποκριτικά προσχήματα με σχηματοποίηση στίχων, που δεν εμφαίνει η εδώ παράθεση: «Στην εξέδρα φόρμες, κοστούμια,/ βασιλικές κι αρχιερατικές χλαμύδες,/[…]/ ενώ στον ουρανό πετούν με/ θεαματικούς ελιγμούς/ τα πολεμικά αεροπλάνα.».
Παρομοίως εύστοχη η μετωνυμική ταύτιση της οικολογικής κρίσης με την κοινωνική αποσύνθεση, καθότι ο συνειρμός των ακραίων καιρικών φαινομένων παραπέμπει στα σαρωτικά γεγονότα της διαφθοράς και της σήψης μέσα από την καταγγελτική διαμαρτυρία των ποιημάτων «Η Σκόνη», «Τι μας έφερε η Βροχή» και «50 Βαθμοί Κελσίου».
Σε πολυσημία συνοδοιπορίας οι κλιματικοί μετανάστες με τους ανέστιους και εξόριστους μακριά από τη ρημαγμένη γη τους της περιβαλλοντικής καταστροφής και της ένδοθεν υπονόμευσης, της άλωσης, της κατοχής και της διαίρεσης της πατρίδας από τον κατακτητή. Συγκινητικό μεταξύ άλλων το ποίημα «Γράμμα στον Φικρέτ Ντεμίραγ», τον ομότεχνό του σημαντικό Τουρκοκύπριο ποιητή, όπου με πνεύμα ομοψυχίας και αισθήματα φιλότητας παραινεί: «Να διαβάσουμε, λοιπόν, τα ποιήματά σου/[…]/να σκεπάσουμε τους κάμπους του αίματος.».
Ο Γιώργος Μολέσκης δεν σμιλεύει μόνο τους στίχους του, αλλά και τους μεταπλάθει σε σύνεργα ενδοσκόπησης και αυτοσυνειδησίας, δημιουργικής συνύπαρξης και ειρηνικής συστράτευσης για την αναγέννηση ενός κόσμου χωρίς πολέμους και εκατόμβες θυμάτων, καθώς διαμηνύουν τα ποιήματά του «Σκάβω» και «Όταν γεννήθηκα!…». Και καθώς «σ’ ένα πολυφωνικό κρεσέντο», ζωντανεύοντας «Το καράβι στον βυθό» μάς ταξιδεύει από τον παλιό «Κόσμο της Κύπρου» μέχρι την «Ινδία με τους Θεούς» και έως τον «ανοιχτό ουρανό» τού επέκεινα.