Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου
Απέναντι στον Ρατσισμό
Εκδόσεις Εν Τύποις, 2021
Για το δυσεπίλυτο και πολυδιάστατο πρόβλημα του ρατσισμού, που εξακολουθεί ως Λερναία Ύδρα να ταλανίζει τις δυτικές κοινωνίες των παρωχημένων προκαταλήψεων, των συγκεχυμένων αντιφάσεων και των επιστημονικοφανών ατελέσφορων θεωρήσεων, το συγκροτημένο δοκίμιο του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου έρχεται μέσα από ευκρινείς ιστορικοπολιτικές προσεγγίσεις να αναλύσει την κατά καιρούς φερόμενη αιτιογένεση των κινήτρων, που συντελούν στη συντήρηση και την έξαρση του φαινομένου. Στη σύντομη εισαγωγή του επίσης ο συγγραφέας επισημαίνει ότι εξετάζει τους τρόπους αντίδρασης, τις επιστημονικές και κοινωνικές πρακτικές, όπως και την επάρκεια των δυνατοτήτων συλλογικής βούλησης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ρατσιστικών συμπεριφορών.
Στα κεφάλαια της πρώτης ενότητας αναφέρεται στις καταβολές του ρατσισμού ως γλωσσική διαφορετικότητα κατά την ελληνική αρχαιότητα είτε γνωσιολογική διάκριση, παρά την επιβεβλημένη σταδιακή εκλογίκευση κάθε έθνους, κατά τον Κικέρωνα, και από την περίοδο του Διαφωτισμού ως φυλετική ιεράρχηση με βάση τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και το χρώμα του δέρματος. Υπό το πρίσμα γεωγραφικών κριτηρίων παραπέμπει στον Buffon και τη γνωστή θεωρία του περί εκφυλισμού, καθώς και στις ανθρωπολογικές απόψεις του Linné για τον διαχωρισμό Ευρωπαίων και Αφρικανών, λευκών και νέγρων σκλάβων. Oι φιλοσοφικές θεωρίες του 19ου αιώνος, σε αντίθεση με τον βιολογικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί ή πολιτιστικοί παράγοντες δεν επηρεάζουν τη διαμόρφωση του ατόμου, υποστήριζαν τον ηγεμονικό προορισμό της άριας φυλής σε αντιπαραβολή με άλλες «νοθευμένες» λατινικές φυλές και τη «μη αυτόνομη καταγωγή» των Εβραίων. Οι αντιλήψεις της λευκής επικυριαρχίας θα προσλάβουν δογματικές διαστάσεις από την εποχή του Αποικισμού, του δουλεμπορίου και των πληθυσμιακών μετακινήσεων στον δυτικό κόσμο. Η Λευκολογία, κατά τον συγγραφέα, της πολιτισμικά ανώτερης φυλής και της διάσωσης της αυθεντικότητάς της θα διατυπωθεί με τα αίολα επιχειρήματα της ανισότητας, επικαλούμενη τον νόμο της φύσης, όπως κινηματογραφικά αποτυπώθηκε στον ηρωικό Ταρζάν και την υπεροχή του αγγλοσαξονισμού έναντι των υπανάπτυκτων Αφρικανών, της φυλετικής εξέλιξης ή της παρακμής της εξ αιτίας εθνοτικών προσμίξεων με υποδεέστερους λαούς μετά από τις κατακτήσεις τους.
Οι θεωρίες κυρίως του Gobineau περί της ανισότητας των φυλών και της φυλετικής καθαρότητας και του Le Bon για τις έμφυτες κληρονομικές καταβολές της φυλής θα επιδράσουν καταλυτικά στην άνοδο του εθνικιστικού Χιτλερικού αφηγήματος περί δυνατού-αδύνατου καθ’ υπαγόρευση της παντοδυναμίας της φύσης και σε προέκταση της στρατιωτικής υπερίσχυσης της ανώτερης φυλής. Η ενσάρκωση ωστόσο του ρατσιστικού ιδεολογήματος στην άνοδο του ΙΙΙ Reich και τη δράση του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος θα ανοίξει τις πύλες στον ναζιστικό ολοκληρωτισμό και στον ανταγωνισμό των πυρηνικών όπλων. Μετά τον καταστροφικό για την ανθρωπότητα Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η UNESCO εξέδωσε στις 8 Ιουνίου του 1951 τη μνημειώδη διακήρυξη «Φυλές και Φυλετικές Διαφορές», η οποία υπογραμμίζει ότι δεν ισχύει καμιά επιστημονική απόδειξη για τις λεγόμενες «καθαρές» φυλές, τεκμαίροντας ακόμη ότι εντός της ίδιας φυλής ενδέχεται να υπάρχουν μεγαλύτερες διαφορές από ό,τι με άλλες φυλές. Εξάλλου, στο δοκίμιό του «Φυλή και Ιστορία» ο Lévi-Strauss, καταρρίπτοντας τις ιδεοληψίες της φυλετικής ανωτερότητας, συνδέει το πολιτισμικό προβάδισμα με την οικονομική και τεχνολογική πρόοδο. Ο Δυτικός Εθνοκεντρισμός, τονίζει, έχει πάντα την τάση να καταπιέζει άλλους πολιτισμούς. Στο ίδιο πνεύμα ο Leiris ανάγει τον ρατσισμό όχι σε αντανακλαστικά και ορμέμφυτα μυθεύματα αλλά στις ανταγωνιστικές αντιπαλότητες των οικονομικών κατεστημένων.
Στα κεφάλαια της δεύτερης ενότητας ο συγγραφέας διερευνά, κατ’ αρχήν, τις υπαρξιακές και κοινωνικές διαστάσεις του ρατσιστικού φαινομένου, το οποίο σε γενικές γραμμές εστιάζεται με αυταρχικά είτε με φοβικά σύνδρομα ανασφάλειας στην καχύποπτη απόρριψη της ετερότητας και τη ναρκισσιστική ή συμφεροντολογική αποδοχή της ταυτότητας. Έτσι, ο αλλοδαπός συχνά αντιμετωπίζεται ως αλλόφυλος, ο αποξενωμένος Άλλος απέναντι στον Εαυτό. Είναι ο «Ξένος», για να θυμηθούμε τον Camus ή τη διάσημη φράση του Sartre «Η κόλαση είναι οι άλλοι». Ωστόσο, σε αντίθεση με την ιεραρχική διαφοροποίηση στα Έθνη-φυλές και την απόσταση από την οικεία φυλή, που ενστερνίζεται ο Αlbert Memmi, αρκετοί θεωρητικοί του αντιρατσισμού, υπομιμνήσκει ο Κωνσταντίνου, υπερασπίζονται «το δικαίωμα στη διαφορά», καίτοι ο Taguieff θεωρεί ότι αυτό το δικαίωμα προκαλεί στρεβλωτικές αμφισημίες.
Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η έννοια της φυλής, που δεν υφίσταται ως βιολογική νόρμα, νομιμοποιήθηκε από τη δεσπόζουσα τάξη εις βάρος άλλων «αδύναμων, ακάθαρτων, επικατάρατων» ομάδων για την άσκηση της βίαιης εξολόθρευσής τους. Στα μεταγενέστερα χρόνια, εντούτοις, οι απροκάλυπτες ή συγκεκαλυμμένες μεταλλάξεις του ρατσισμού δεν σχετίζονται, κατ’ ανάγκην, με την ιδεολογική κατηγοριοποίηση των εθνών ή των φυλών, αλλά εκδηλώνονται ως ρητορική του μίσους, που ο Todorov ονόμασε «μοντέρνο ρατσισμό» είτε πολιτισμική και ψυχολογική φυλή αντικαθιστώντας το αρχέτυπό της. Στις συνώνυμες όμως ή συνακόλουθες εκδηλώσεις του λαϊκισμού και μανιχαϊσμού, του φανατισμού και σεκταρισμού, που βρίσκουν εύφορο έδαφος στην υπολειτουργία των θεσμών και στην ένδεια εν γένει της πολιτικής ζωής, προτάσσεται ως αντίδοτο πρόληψης και καταπολέμησης η λειτουργία της Δημοκρατίας και της Κοινωνίας των Πολιτών. Τονίζεται επίσης ότι στα παλιά και νέα ρατσιστικά εφευρήματα η απολυτοποίηση της γνώσης και της επιστήμης, ο συνθηματικός φορμαλισμός ξύλινων ή παχυλών λόγων, όπως και η υπερπροβολή φολκλορικών πανηγυρισμών και θεαματικών εικόνων μπορεί να προσκρούσουν σε ώτα μη ακουόντων αντί της εποικοδομητικής πειθούς για απαλλαγή από εμμονικές στερεοτυπίες δαρβινιστικών φυλετισμών.
Η λυσιτελής απάντηση στον ρατσισμό, όπως συνάγεται από τα επόμενα κεφάλαια και τον συμπερασματικό επίλογο του βιβλίου, επαφίεται στην ανθρωπιστική ενσυναίσθηση και στο Αριστοτελικό «Παιδεύεσθαι προς τας Πολιτείας», ήτοι στη γόνιμη συνέργεια Παιδείας και Πολιτείας.