Η πιο σημαντική ενέργεια αλτρουισμού είναι κατακόκκινη και ρέει.
Με ρώτησε αν φοβάμαι τις βελόνες. Είπα «ναι». Χαμογέλασε. «Είναι, όμως, για καλό σκοπό, δεν υπάρχει άλλος τρόπος…». Ξαναείπα «ναι», κοιτώντας τους ευκαλύπτους στο προαύλιο του νοσοκομείου και μια γυναίκα με ένα μεγάλο καλάθι που καθόταν στον ίσκιο τους τρώγοντας ψωμί βρεγμένο – κάπως να σκεφτώ μια ιστορία για να μην πονέσει η παροχή της φλέβας από τη σωλήνα που με τρύπησε, μετά τη συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου στο όνομά μου και την ένδειξη «επιτρεπτό-υγιής». Είδα το σακουλάκι, το αυτοκόλλητο με τα διακριτικά-αρχικά μου, άφησα την κάρτα μου στο τραπεζάκι και ξεκίνησα να ανοιγοκλείνω την παλάμη αργά αργά και σταθερά. «Αυτός είναι ο πιο απλός τρόπος ηρωισμού, ειδικά στις μέρες μας με τις πανδημίες και όλα όσα συμβαίνουν που κάνουν τον κόσμο να φοβάται το παραμικρό», είπε. Μου άρεσε η σκέψη της κι έγνεψα το κεφάλι. Είπα «ναι, είναι».
Από το Α’ Πρόγραμμα του ΡΙΚ η Λίτσα Μαυρίδου έλεγε για αίμα της ομάδας όμικρον θετικό «για επείγον περιστατικό» –λίγο με ρίμα, λίγο σαν τραγούδι μελαγχολικό όσο το τρέμουλο στη φωνή της -μάνα κι αυτή-, επαναλαμβανόμενα και αργά δύο φορές. Το επιβεβαίωσα και στο τηλέφωνο – τα γεγονότα, οι άνθρωποι, τα επώνυμα, όλα συνδέονταν. Στο Γενικό Νοσοκομείο, στην άκρη του οικοπέδου, μπροστά από τα ασθενοφόρα, η μητέρα του Παντελή από το Δάλι που έτρεχε στον παλιό αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού φαινόταν ψύχραιμη – κρατώντας από το χέρι τον άντρα της ήδη σοκαρισμένο από τον θάνατο που είχε βάλει την άκρη του παπουτσιού του στη μισάνοιχτη πόρτα της ζωής του γιου τους αλλά δεν είχε προλάβει ακόμη να μπει μέσα στο σαλόνι μαυροντύνοντάς το. «Είναι για τον Παντελή Χαραλάμπους», είπα στη γιατρό. «Βουρούσιν με τες μηχανές, 40 χρονών μαντράχαλοι, τζιαι δεν σκέφτουνται τες συνέπειες και τες μανάδες τους», είπε. Δεν ήταν η στιγμή ικανή για διάλογο, αλλά έσφιξα τα χείλη δείχνοντας πως συμφωνώ. Μου έδωσε ένα μικρό έγχρωμο φυλλάδιο και το κράτησα για να γράψω όσα έλεγε σε πρώτο πρόσωπο· οικείο: «Κατά τη διάρκεια μιας αιμοδοσίας προσφέρεις 450 ml αίμα, το οποίο είναι λιγότερο από το 10% της συνολικής ποσότητας του αίματος που διαθέτεις. Μετά την αιμοδοσία, ο οργανισμός σου έχει την καταπληκτική ικανότητα να μπορεί να αντικαταστήσει όλα τα κύτταρα και τα υγρά που έχουν απολεσθεί. Το υγρό μέρος αναπληρώνεται σε 24-36 ώρες και ο συνολικός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων θα επιστρέψει στα φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε 21-30 ημέρες…» κ.λπ. Έκλεισα μετά τα μάτια, ένα τσίμπημα αισθάνθηκα κι ένα «πονείς;» από εκείνην. «Όχι», είπα, «απλά δεν μπορώ να βλέπω». Κι ήταν σα να έφευγε από μέσα μου όχι αίμα, μα κάτι χρωστούμενο σε μια ψυχή που αιωρείτο στον παραδίπλα θάλαμο μεταξύ του νοσοκομειακού πατώματος και της οροφής – σαν το νερό που έσταζε από μια σωλήνα σε ένα κουβά να μην ήταν διάφανο μα κόκκινο, κατακόκκινο και ρευστό από το περισσευούμενο του σώματός μου.
Πίνοντας ένα ποτήρι λεμονάδα μετά, έμεινα μόνος μου στον άδειο θάλαμο του νοσοκομείου, κάθισα στο κρεβάτι και κοίταξα ξανά απέναντί μου εκείνη την παλιά αφίσα, την κλασική, με τις σταγόνες που έσταζαν από μια σχηματισμένη καρδιά κάτω από το διαχρονικό μόττο «δώστε αίμα σώστε ζωές» – κολλημένη ίσια με σελοτέιπ καφέ στον τοίχο. «Θα σας βγάλουμε ταυτότητα», είπε η γιατρός. «Ο Παντελής μας θα ζήσει;», είπα. «Θα δούμε», είπε. «Του πήγατε το αίμα μου;», είπα. «Έχει ήδη γίνει ο διαχωρισμός των αιμοπεταλίων από το ολικό αίμα και βρίσκεται στον οργανισμό του», είπε. Άνοιξα το πακέτο από τα μπισκότα «φρου φρου» και κοίταξα ξανά το χωρίς ανθρώπους δωμάτιο, με τα λευκά σεντόνια, τα λευκά μαξιλάρια, τις λευκές κουβέρτες και τα καφέ πλακάκια – μαύρο πουθενά. «Δεν έχει κόσμο, ε;», είπα. Αλλά δεν απάντησε αυτή τη φορά.
Για την κηδεία του Παντελή έμαθα από τον «Φιλελεύθερο» της επόμενης μέρας. Μου το είχε πει ο μπαμπάς μου που πρώτα πάει στις πίσω σελίδες για να κοιτάξει γάμους και θανάτους και μετά στις ειδήσεις. «Ετών», «τεθλιμμένοι» και «αντί στεφάνων». Στην ίδια τάξη ήμασταν, στο ίδιο σχολείο. Κάποτε. Τράβηξα το τσιρότο από τον καρπό μου με δύναμη και πεντέξι τρίχες κόλλησαν επάνω του δημιουργώντας μου σημάδι. «Δεν αρκούσε το αίμα μου…», σκέφτηκα. Αλλά, έστω, εκείνες οι δύο ώρες παράταση ζωής ίσως και να ήταν ικανές για να επαναφορτίσουν σχέσεις, παρηγορήθηκα, για να ειπωθούν λόγια κρυμμένα, να δοθεί η ελπίδα στο σπρώξιμο του τέλους που ανοιγόκλεινε την πόρτα του θανάτου αργά αργά· σαν την παλάμη ενός χεριού που ακουμπούσε σ’ ένα κρεβάτι σταθερά. Που δεν αρκούσε. Που ήταν πιο λίγο κι απ’ το λίγο.
Ελεύθερα, 8.5.2022.