Ο τίτλος του βιβλίου της Ιουλίας Βασιλέα Παχνιώτου, όπως και το ζωγραφικό σχέδιο της Ιφιγένειας Παπαγεωργίου, που σε συμβολική απόδοση του περιεχομένου φιλοτεχνεί το εξώφυλλο με τις αδρές πινελιές του, προδιαθέτουν για τη γριφώδη πολυσημία και την ειδολογική διαστρωμάτωση των αφηγηματικών του συμφραζομένων. Η αποτύπωση στο πρώτο ιδίως μέρος ηθών και εθίμων από τα Κρασοχώρια της Κύπρου συνιστά μυθοπλαστική λαογραφία ή λαογραφική μυθιστορία, άρα, κατά τον Σολωμό, «είδος μικτόν αλλά νόμιμον».
Τη συγγραφέα προφανώς ώθησε το ύψιστο χρέος να καταθέσει τον πολύτιμο οβολό της στην αναβίωση της ατομικής και συλλογικής μνήμης, ώστε να μην περιπέσουν στη λήθη τής συρρίκνωσης και της εξάλειψης τα προγονικά θησαυρίσματα της παραδοσιακής μας κληρονομιάς. Χωρίς επομένως να παραμείνει ρομαντική νοσταλγός αναμνήσεων μέσα από κατανυκτικές άγραφες ενατενίσεις, καλώς απεφάσισε να καταγράψει με τη φιλολογική της σκευή εγχάρακτες μνήμες, ανεξίτηλα βιώματα και ζωντανές μαρτυρίες, εντρυφώντας επίσης σε σχετικές κυπρολογικές μελέτες.
Εν όψει της απουσίας των χειροποίητων έργων και των αυθεντικών ημερών στη συνεκδοχική διάσταση της πολλαπλής τους ποικιλωνυμίας είτε της απαξιωτικής ενίοτε αποστασιοποίησης από τις αρχέγονες ρίζες του πολιτισμικού μας γονιδιώματος, επιχειρεί με το πάθος της βιωμένης γνώσης και την επίγνωση της προσφιλούς της εντοπιότητας, να διαφυλάξει τον λησμονημένο σχεδόν πολυσχιδή πλούτο της νήσου μας. Αξιοποιώντας τα σύνεργα της παραστατικής αφήγησης πραγματικών γεγονότων και υπαρκτών προσώπων με τις τεχνικές της αυτοτελούς σπονδυλωτής συνάρθρωσης και της γραμμικής πλοκής, κατόρθωσε να συνυφάνει πολύχρωμα στέρεα νήματα στον ιστό της λαογραφίας και της μυθοπλασίας. Έργο ευπρόσδεκτο και αγαπητικό.
Αν οι παλαιότεροι χαίρονται να θυμούνται τα όσα έζησαν ή έμαθαν από γραπτές είτε προφορικές εξιστορήσεις, οφείλουμε και στους νεότερους να εμφυσήσουμε την περιέργεια της γνωριμίας με το πνευματικό βιος των προγόνων τους και της μεταφύτευσής του στις επερχόμενες γενιές ως κτήμα εσαεί ιερής παρακαταθήκης. Να μάθουν για τις διάφορες κατασκευές με αποκαλάμες στις γειτονιές των απογευματινών γυναικείων συνάξεων, δοκιμάζοντας τις γνήσιες γεύσεις των σπιτικών ζυμαρικών, αλλά και μαθητεύοντας στην ιστορία των αλευρόμυλων και των νερόμυλων από την Ενετοκρατία και εντεύθεν. Να παρακολουθήσουν την παρασκευή του χαλλουμιού και της αναρής, που έφτιαχναν με την αρνίσια ή κατσικίσια πυτιά σε γνήσιο γάλα, πήζοντάς τα στα ταλάρια από σκλινίτσια. Να ανακαλύψουν τα παλιά επαγγέλματα του καλλικά, του παπλωματά και του μεταξά. Και στο αντίστοιχο κεφάλαιο τα μυστικά του καματερού και το θαυμαστό σύμπαν της μεταμόρφωσής του σε μετάξι, που υφαίνοντάς το στη βούφα το προόριζαν για τα λογιών-λογιών μεταξωτά, τις ενδυμασίες, τα ταϊστά σεντόνια και την προίκα των θυγατέρων. Να εκτιμήσουν την αριστοτεχνική αισθητική των κεντημάτων και των κάδρων από κουκούλια. Να παρακολουθήσουν συνάμα την αμπελοκαλλιέργεια και το ξεφάντωμα του τρύγου, τη διαλογή των σταφυλιών για το καλό κρασί και την απόσταξη της ζιβανίας, τους σουτζιούκκους, τα κιοφτέρκα, τον παλουζέ. Το σφάξιμο ακόμη την περίοδο των Χριστουγέννων του οικόσιτου χοίρου για τα λουκάνικα, τα κουμνιαστά, τις λούντζες, τις τιτσιρίες, τη ζαλατίνα και το πουμπάρι. Και εκτός από το πεντανόστιμο ψωμί του ξυλόφουρνου, να θαυμάσουν ως αληθινά έργα τέχνης τις αυτοσχέδιες στολισμένες πανισίες και τ’ αρκατένα, ζυμωμένα με ειδικό προζύμι, τον αρκάτη. Πώς ντύνονταν μάσκες τις σήκωσες, ποια παιγνίδια έπαιζαν τη Λαμπρή και ολόχρονα τα παιδιά, πώς απολάμβαναν τη γραφική παράσταση του καραγκιόζη και με ποια λαχτάρα περίμεναν το πανηγύρι του Τιμίου Σταυρού στο Όμοδος. Τόσα και τόσα άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.
Η υπόθεση εξελίσσεται στη Βάσα Κοιλανίου, τη γενέτειρα της συγγραφέως, και στο γειτονικό χωριό Όμοδος, όπου τα μέλη των εν δράσει οικογενειών πηγαινοέρχονται, καθώς οι νεαροί εργοδοτούνται σε μεγαλοκτηματίες ή σε άλλες εργασίες της περιοχής. Πολυπρόσωπος ο καμβάς των μυθιστορηματικών χαρακτήρων, καθότι στις προθέσεις της μυθιστοριογράφου είναι η ανάδειξη των συνεργειών και των αγαστών σχέσεων των συγχωριανών δύο χωριών που έσφυζαν από ζωή, προτού τα απομειώσει αισθητά η αστυφιλία. Έτσι πλέκεται ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπινων ιστοριών, που με αμείωτο ενδιαφέρον παρακολουθούμε την ανέλιξη της ζωής των πρωταγωνιστών τους έως την κορύφωση ενός αίσιου τέλους. Από την Ηλέκτρα, την κεντρική ηρωίδα, μέχρι τους γονείς, τ’ αδέλφια, τους συγγενείς και τους φίλους, που τους συνέδεαν είτε ερωτικοί δεσμοί αιώνιας αγάπης είτε αδελφικές σχέσεις παντοτινής φιλίας. Ρεαλιστικά, ωστόσο, τα στιγμιότυπα της παρεκτροπής λόγω νεανικής ερωτικής ζήλειας και η εξεικόνιση των προκαταλήψεων στον κλειστό συντηρητικό βίο τις πρώτες δεκαετίες έως τα μέσα του περασμένου αιώνα.
Επί πλέον, ιχνηλατούμε πρότυπα βιωματικής παιδαγωγίας, όπως τα ενσαρκώνει ο παππούς που καλλιεργεί στα εγγόνια του την οικολογική συνείδηση. Συγκινητικά τα επεισοδιακά δρώμενα που διατρέχουν τη διήκουσα ιδέα και τους μυθιστορηματικούς άξονες μιας αληθοφανούς ευφάνταστης πλοκής, καθώς συνοψίζονται στις χριστιανικές αρετές της αγάπης, του απροκατάληπτου σεβασμού στον άνθρωπο, στη συνεργασία και την αλληλοστήριξη, εν τέλει στην ανιδιοτελή αφειδώλευτη προσφορά προς τον συνάνθρωπο. Ας μην παραλειφθεί η ιστορία της άφιξης Μικρασιατών προσφύγων στην Κύπρο και ως αποκορύφωμα η τελευταία αφήγηση του μετανάστη Μιχάλη, που επαναπατρίζεται στο χωριό του, έχοντας υπό την προστασία του ένα εγκαταλελειμμένο παιδί. Το μεταμορφώνει από την πρωτόγονη κατάσταση των σπηλαίων στην κοινωνική του ένταξη μέχρι την προκοπή της φιλομάθειάς του στο Πανεπιστήμιο.
Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη ζωή, στις ιδιαιτερότητες και τις ομορφιές του τόπου μας και μια αστείρευτη πηγή για τους ανθρώπους, τους καρπούς του μόχθου τους και τα γεννήματα της γης τους.
Ιουλία Βασιλέα Παχνιώτου
Μια φορά… Αλλιώς
Ιδιωτική Έκδοση,
Κύπρος 2020