Αναμνήσεις από το ξεκίνημα του κρατικού θεάτρου στην Κύπρο, 50 χρόνια μετά τις πρώτες παραστάσεις.
Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Νοεμβρίου 1971 όταν η χαρακτηριστική φωνή του Φρουρού- Ανδρέα Μούστρα απέδιδε τους πρώτους στίχους από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, σε μετάφραση του Ιωάννη Γρυπάρη. Ήταν η πρώτη πρεμιέρα του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, σηματοδοτώντας το σημαντικότερο ίσως ορόσημο στην ιστορία του κυπριακού θεάτρου: την ίδρυση της κρατικής σκηνής. Η σκηνοθεσία ήταν του πρώτου διευθυντή του ΘΟΚ, Νίκου Χατζίσκου και η επιλογή του έργου δεν ήταν τυχαία αφού στην ίδια ακριβώς μετάφραση έδινε την πρώτη του παράσταση και το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας το 1932. Μαζί με τον Χατζίσκο στην στην Κύπρο βρέθηκε η σύντροφος και μόνιμη πρωταγωνίστριά του Τιτίκα Νικηφοράκη, η οποία ενσάρκωσε την Κλυταιμνήστρα, ενώ τον Αγαμέμνονα υποδύθηκε ο Γρηγόρης Βαφιάς. Δύο μέρες αργότερα, στο Ριάλτο της Λεμεσού δόθηκε και η πρεμιέρα του «Ποπολάρου» του Γρηγόριου Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία του Βλαδίμηρου Καυκαρίδη. Οι δύο αυτές ιστορικές παραγωγές αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης μιας ιστορικής πορείας που φέτος κλείνει 50 χρόνια και τιμάται με την καλοκαιρινή παραγωγή του Αγαμέμνονα, που σκηνοθετεί η Λέα Μαλένη. Τόσο ο Χατζίσκος όσο και ο Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, αλλά και κάποιοι από εκείνους που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα του θιάσου του νεογέννητου ΘΟΚ δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή. Από τον Αγαμέμνονα είναι οι Τιτίκα Νικηφοράκη, Γρηγόρης Βαφιάς, Ανδρέας Μούστρας, Χάρης Παναγιώτου, Μόνικα Βασιλείου, Ανδρέας Νικολής, Ανδρέας Μαραγκός, Χρίστος Ελευθεριάδης, Ανδρέας Ποταμίτης. Από τον Ποπολάρο είναι οι Ανδρέας Μιχαηλίδης, Θάνος Πεττεμερίδης, Έλλη Κυριακίδου, Χρήστος Παπαδόπουλος.
Εμείς δίνουμε τον λόγο σε όσους από τους πρωτεργάτες του ΘΟΚ βρίσκονται σήμερα εν ζωή, με αρκετούς εξ αυτών να παραμένουν ακόμη στην ενεργό δράση.
Αγαμέμνων
Στέλιος Καυκαρίδης (Αίγισθος)
Όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να δημιουργήσει το κρατικό θέατρο, εγώ άνηκα στην ομάδα καλλιτεχνών που μεταφερθήκαμε από το Θεατράκι του ΡΙΚ στον νεοσύστατο οργανισμό. Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή ήμουν φαντάρος, όπως κι άλλοι συνάδελφοι και παίρναμε άδειες από τον στρατό για να πάμε στις πρόβες. Δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη η μεταφορά, γιατί αγαπήσαμε αυτό που γινόταν στο ΡΙΚ, ήταν μια θεατρική φωλιά για ανθρώπους με προέλευση κυρίως από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Ωστόσο, στηρίξαμε τη νέα προσπάθεια. Η αρχή ήταν δύσκολη κι όχι μόνο σε σχέση με το καλλιτεχνικό όραμα και τις εργασιακές συνθήκες, αλλά κι όταν αρχίσαμε τις περιοδείες, αφού οι χώροι δεν ήταν οι ενδεδειγμένοι. Προσπερνούσαμε τα προβλήματα και κάναμε ότι ήταν δυνατόν για να πετύχουμε καλό αποτέλεσμα. Στον ΘΟΚ μαζεύτηκε εκείνη την περίοδο το κυρίως σώμα των επαγγελματιών ηθοποιών με μεγάλη διάθεση για προσφορά και βάλαμε πλάτη για να καθιερωθεί αυτή η νέα προσπάθεια. Στον Αγαμέμνονα έπαιξα τον Αίγισθο. Ήταν ευχάριστο το γεγονός ότι στην πρεμιέρα το Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας ήταν γεμάτο. Ήταν μια μεγάλη γιορτή. Εκείνος ο πυρήνας των πρωτοπόρων βοήθησε το κρατικό θέατρο να φτάσει σε ψηλά επίπεδα και να γίνει σεβαστό διεθνώς. Ήταν μια αποστολή για μας. Εύχομαι ο ΘΟΚ να τα εκατοστίσει και να τα διακοσιοστίσει.
Κώστας Τύμβιος (Χορός)
Θυμάμαι με πολύ αγάπη όλους τους συναδέλφους που συμμετείχαν σ’ εκείνη την πρώτη παράσταση. Θυμάμαι τον Χατζίσκο, τον οποίο ήξερα από την Αθήνα. Ξεκίνησε με ενθουσιασμό ο ΘΟΚ κι ό,τι και να παρουσιαζόταν ήταν καλώς καμωμένο. Η παράσταση του Αγαμέμνονα είχε τη φλόγα του ξεκινήματος. Βεβαίως, κάποιοι τότε έτρεχαν για το προσωπικό τους συμφέρον, όμως αυτό είναι θεμιτό και καλώς ή κακώς μέρος του επαγγέλματός μας. Προσωπικά, τιμώ και την προ του ΘΟΚ περίοδο στην οποία το κυπριακό θέατρο και ο οργανισμός έθεσαν τις βάσεις τους. Όταν πια ήταν να ιδρυθεί η κρατική σκηνή, όλοι το θέλαμε και υποδεχτήκαμε τη νέα εποχή ζεστά και με μεγάλες προσδοκίες, κυρίως για να δοθεί ώθηση στο επάγγελμα του ηθοποιού και να ζουν καλύτερα οι καλλιτέχνες του θεάτρου, που μέχρι τότε λειτουργούσαν με κίνητρο μόνο το μεράκι σε καθεστώς ημιερασιτεχνικό. Η πρώτη περίοδος δεν πήγαινε και τόσο καλά, υπήρχαν έριδες μεταξύ των ηθοποιών. Δεν κατηγορώ κάποιον, άλλωστε την εποχή εκείνη ήταν δύσκολα τα πράγματα για τους ηθοποιούς. Εγώ δεν έμεινα πολλά χρόνια στον ΘΟΚ, επέλεξα να κάνω μια άλλη πορεία στην Ελλάδα γιατί ένιωθα ότι η Κύπρος με στένευε. Πέταξα ως εκεί που ήθελα, ωστόσο δεν έχω ξεκόψει από την πατρίδα μου την Κύπρο την οποία αγαπώ πολύ.
Φώτος Φωτιάδης (Χορός)
Το κλίμα ήταν ενθουσιώδες. Η παράσταση άρεσε στο κοινό. Θυμάμαι ένα κωμικοτραγικό επεισόδιο στην πρεμιέρα. Επειδή θα παρίστατο και ο Μακάριος, είχε έρθει η Αστυνομία κι έλεγξε τα πάντα στον χώρο. Όμως, κάποιος άφησε ανοιχτά τα παράθυρα πάνω από τη σκηνή, η οποία έτσι δεν θερμαινόταν κι εμείς φορούσαμε καλοκαιρινά κοστούμια που μας είχαν φέρει από την Ελλάδα. Είχαμε ξεπαγιάσει όλοι. Ο Χορός στον Αγαμέμνονα μπαίνει στην αρχή και δεν ξαναβγαίνει κι έτσι όποιος από τους υπόλοιπους ηθοποιούς έμπαινε στη σκηνή τού ψιθυρίζαμε με τρόπο να μεταφέρει το αίτημα να κλείσουν τα παράθυρα. Δεν έκλεισαν τελικά και πολλοί αρρωστήσαμε και χάσαμε τη φωνή μας. Εγώ έβαλα ένεση την επόμενη μέρα για να συνεχίσω. Στον εξώστη βρισκόταν σύσσωμη η κυβέρνηση, ο Μακάριος, το Υπουργικό Συμβούλιο, βουλευτές κι επίσημοι. Στο τέλος της παράστασης συνέβη ένα μοναδικό φαινόμενο παγκοσμίως: αντί να πάει ο επίσημος στη σκηνή για τα συγχαρητήρια, διασχίσαμε εμείς όλη την αίθουσα και ανεβήκαμε στον εξώστη για να μάς συγχαρεί ο Μακάριος. Αυτό ήταν παράδοξο, αφού ακόμη κι η Βασίλισσα της Αγγλίας ανεβαίνει στη σκηνή μετά από μια παράσταση για να συγχαρεί τους ηθοποιούς.
Νεόφυτος Νεοφύτου (Χορός)
Παίξαμε με πολύ ενθουσιασμό στον Αγαμέμνονα. Είχαν συγκεντρωθεί σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί της Κύπρου σ’ εκείνα τα πρώτα βήματα. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολύ θετική. Ως σωματείο ηθοποιών είχαμε σταθεί δίπλα στον Τάκη Μουζενίδη όταν έκανε τη μελέτη κι εργαστήκαμε καθοριστικά για να δημιουργηθεί και να καθιερωθεί το κρατικό θέατρο. Βέβαια, ορισμένοι άνθρωποι του θεάτρου δεν το είχαν δει με θετικό μάτι, είχαν διαφορετική άποψη και δικαίωμά τους. Ο ΘΟΚ απορρόφησε ουσιαστικά τα άλλα θέατρα. Αναγκαστικά, στα πρώτα βήματα ο οργανισμός λειτουργούσε συγκεντρωτικά, προσελκύοντας όλες τις θεατρικές δυνάμεις. Ήταν παραγωγικός στην αρχή, ανέβαζε παραστάσεις κατά ριπάς και τραβούσε πολλούς θεατές. Ο οργανισμός ξεκίνησε προσεκτικά και μάλλον συντηρητικά, αλλά είχαμε τον ενθουσιασμό μας και αναζητούσαμε το καινούριο το οποίο ήρθε σιγά – σιγά μετά την έλευση και του Χάιντς- Ούβε Χάουζ το 1975. Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά, σε καλλιτεχνικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο νοοτροπίας, όπως λ.χ. στην αντιμετώπιση των γυναικών ηθοποιών.
Αντώνης Κατσαρής (Χορός)
Τα κύρια συναισθήματα που επικρατούσαν στον κόσμο των ηθοποιών ήταν πρώτα από όλα η σιγουριά που μας έδωσε το γεγονός ότι ο τόπος μας είχε επιτέλους αποκτήσει ένα θέατρο σταθερό, δυνατό και πλήρες και που είχε τη στήριξη του κράτους. Ήταν η πληρότητα, η εγρήγορση, η όρεξη για δουλειά. Μ’ αυτά τα συναισθήματα πήγαμε στην πρώτη πρόβα του Αγαμέμνονα. Για να είμαι ειλικρινής, ένιωσα άβολα και μπερδεμένος. Με ξένισε η προσέγγιση του σκηνοθέτη πάνω στο αρχαίο δράμα. Αλλιώς είχα μάθει τα πράγματα στο Θέατρο Τέχνης κι αλλιώς τα έβρισκα. Έπρεπε να προσαρμοστώ και προσαρμόστηκα σύντομα. Το κλίμα μεταξύ των συναδέλφων, νέων και παλιών, ήταν κλίμα αδελφικότητας και αλληλεγγύης, χωρίς βεντετιλίκια και σπουδαιοφάνειες. Με χιούμορ, πειράγματα, αστεία. Ένα ευχάριστο περιβάλλον. Κι αυτό το κλίμα χαίρομαι να πω ότι κράτησε για δεκαετίες. Οι προσδοκίες μας ήταν φυσικά να γίνει ο ΘΟΚ ένα θέατρο που θα κερδίσει τις καρδιές και την εκτίμηση του κόσμου κι εδώ και στην Ελλάδα. Και πράγματι, ευοδώθηκαν. Ο ΘΟΚ αξιώθηκε να γνωρίσει εποχές όχι μόνο αναγνώρισης αλλά και δόξας. Το ίδιο εύχομαι και τώρα για το μέλλον.
Κώστας Δημητρίου (Χορός)
Ήταν το πρώτο έργο και νιώθαμε εκτός από δέος κι ένα είδος φόβου. Σκηνοθετούσε ο Νίκος Χατζίσκος και θυμάμαι ότι σε κάποιες πρόβες παρίστατο ο Δημήτρης Ροντήρης. Στεκόταν πίσω από τις κολώνες και παρακολουθούσε τον Χατζίσκο, χτυπώντας τα χέρια για να κρατήσει τον ρυθμό στα χορικά με τον παλιό εκείνον τρόπο. Αυτή η σχολή αντιμετώπισης της αρχαίας τραγωδίας βρισκόταν ήδη στα τελευταία της. Ο Χατζίσκος έφερε μαζί του για την εκκίνηση του ΘΟΚ ό,τι παλιομοδίτικο υπήρχε στο ελληνικό θέατρο. Αρκετοί από μας είχαμε την αίσθηση ότι μας αντιμετώπιζε σαν χωρικούς, σαν ιθαγενείς στους οποίους ήρθε να διδάξει την αλφαβήτα του θεάτρου. Ευτυχώς, γρήγορα ανέλαβαν δράση ο Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, ο Νίκος Σιαφκάλης, ο Νίκος Χαραλάμπους, νέοι άνθρωποι του δικού μας θεάτρου που ξέφυγαν από τις αντιλήψεις εκείνες. Μπήκαν οι βάσεις για να προχωρήσουμε σε παραστάσεις που κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον τουλάχιστον στα πρώτα 15 χρόνια του οργανισμού. Με την ίδρυση του ΘΟΚ, νιώσαμε να ξεπερνιέται το πρόβλημα της επαγγελματικής ανασφάλειας που αντιμετώπιζαν οι ηθοποιοί. Δεν χρειαζόταν πια να κουβαλάμε και να στήνουμε σκηνικά. Υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ μας, αλλά ήταν ευγενής άμιλλα, δεν θέλαμε να θάψουμε ο ένας τον άλλο. Υπήρχαν πηγαδάκια, φιλίες, κλίκες αλλά νιώθαμε άνεση και σιγουριά.
Κώστας Χαραλαμπίδης (Χορός)
Όταν το 1971 μού έγινε η τιμητική πρόσκληση από τον νεοσύστατο ΘΟΚ να πάρω μέρος στον χορό του Αγαμέμνονα του Αισχύλου, είχα ήδη στη φαρέτρα μου σπουδές θεάτρου και αγωγής του λόγου και μια μικρή αλλά όχι ευκαταφρόνητη σκηνική εμπειρία, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Κι όμως, η συμμετοχή στον Χορό της τραγωδίας με γέμισε με δέος και ριγούσα στη σκέψη πως είχα ν’ αναμετρηθώ με κάτι ιερό, αιώνιο, που ξεπερνούσε τις ταπεινές μου δυνάμεις. Εισέδυσα εις εαυτόν ψάχνοντας το φως και κάποια στιγμή επήλθε η πολυπόθητη επίγνωση. Με τη βοήθεια του σκηνοθέτη, απέσεισα τις υποκριτικές υπερβολές, ισορρόπησα το συναίσθημα με την τεχνική και ανέβηκα πλησίστιος στη σκηνή. Η αγωνία μετατράπηκε σε αυτοπεποίθηση κι ο Χορός με τον λόγο, τη μουσική και την κίνηση, διαμόρφωσε εν πολλοίς το κλίμα, φώτισε τους χαρακτήρες και συνέβαλε στην «κάθαρση».
Ευτύχιος Πουλλαΐδης (Χορός)
Η νέα περίοδος στο κυπριακό θέατρο ξεκινούσε μ’ ένα συνονθύλευμα ανθρώπων στο Χορό, ηθοποιούς από διάφορες σχολές. Αρκεστήκαμε σε μια ρυθμική διδαχή, σαν ποιηματάκι. Εμείς είχαμε μια διαφορετική προσέγγιση από τη ροντηρική σχολή. Κάποιοι από εμάς είχαμε μάθει από τη Σχολή του Κουν να λειτουργούμε βγάζοντας έξω τ’ άντερά μας, χτυπιόμασταν για να εξωτερικεύσουμε τον ανθρώπινο πόνο. Η ερμηνεία της τραγωδίας προχώρησε πολύ από τότε κι ο ΘΟΚ συνέβαλε σ’ αυτό. Ο Αγαμέμνονας ήταν ένα ορόσημο, αλλά μόνο χρονικά. Δεν συνέβαλε στην αλματώδη πρόοδο του θεάτρου. Ήταν απλώς ένα νέο λουλούδι που φύτρωσε κι έτσι το είδε ο κόσμος, περισσότερο από περιέργεια και προσδοκία. Το είδος αυτό είχε ήδη ξεπεραστεί, ακόμη και οι απομιμήσεις έχουν ξεπεραστεί. Άλλωστε το θέατρο βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη μέχρι και σήμερα.
Σπύρος Σταυρινίδης (Χορός)
Η δημιουργία του κρατικού θεάτρου από μόνη της ήταν μια θετική και ευχάριστη εξέλιξη, ένα σημαντικό και ενθαρρυντικό σταυροδρόμι για μας. Αυτό που θυμάμαι από τον Αγαμέμνονα είναι ότι στον Χορό υπήρχε ένα σύνολο πολύ ανόμοιο ηλικιακά, σωματικά και σε προέλευση σχολών και τρόπου έκφρασης. Στη δική μου περίπτωση, είχαν προηγηθεί τα δύο παραγωγικά χρόνια στο Θεατράκι του ΡΙΚ όπου τέθηκαν πολύ σοβαρές βάσεις. Από την πρώτη παράσταση του ΘΟΚ το μόνο που μου έχει αποτυπωθεί έντονα στη μνήμη είναι η Τιτίκα Νικηφοράκη. Αν μια παράσταση δεν σου αρέσει, την ξεχνάς εύκολα. Εγώ είχα άλλες αντιλήψεις γύρω από το θέατρο. Ο Χατζίσκος αντιμετώπισε το έργο κλασικότροπα και τον καιρό εκείνο ήταν πολύ έντονες και προβεβλημένες οι διαφορές στην αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος ανάμεσα στο Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης. Για τον Αγαμέμνονα επέλεξε μια πομπώδη και μεγαλόσχημη προσέγγιση, με στρογγυλό λόγο και επιτηδευμένο ανέβασμα της φωνής. Τους περισσότερους δεν μας ενδιέφερε αυτό που παίζαμε. Αυτό που μας ενθουσίαζε ήταν περισσότερο το ίδιο το γεγονός της έναρξης του ΘΟΚ.
Γιώργος Ζένιος (Χορός)
Ήμουν από τους πρώτους που προσλήφθηκαν στον ΘΟΚ, όμως αυτή η σχέση ξεκίνησε στραβά γι’ αυτό και δεν είχε μέλλον. Ο Νίκος Χατζίσκος ήθελε να του κάνω τον σοφέρ και τον χαμάλη. Μια μέρα τσακωθήκαμε άσχημα. Ολοκλήρωσα τις παραστάσεις με υπουργική παρέμβαση. Μας κουβάλησαν τους καλαμαράδες εδώ να μας νουθετούν και να μας βρίζουν; Εγώ δεν το ανέχτηκα. Για πολλά χρόνια δεν επιθυμούσα να συμμετέχω σε παραγωγές του ΘΟΚ, ιδίως όταν διαπίστωσα ότι έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο τα κομματικά. Δεν είναι στον χαρακτήρα μου να λειτουργώ έτσι. Έπαιξα συνολικά σε 2-3 παραγωγές αυτά τα 50 χρόνια, η τελευταία ήταν η «Κόρη μου η Σοσιαλίστρια» το 2016. Δεν μου άρεσε το περιβάλλον. Είχα έρθει από την Αγγλία όπου ζούσα από πολύ μικρός και δεν μπορούσα να ακολουθήσω αυτή τη νοοτροπία. Εγώ έμαθα να φέρνω εις πέρας έναν ρόλο δίνοντας ό,τι έχω. Δεν είναι ότι δεν αγαπώ το θέατρο, το οποίο θεωρώ ότι είναι η πραγματική σχολή για τον ηθοποιό, όπως μου είχε πει κάποτε κι ο δάσκαλός μου στη RADA, σερ Λόρενς Ολίβιε.
Ποπολάρος
Δέσποινα Μπεμπεδέλη (Ζαμπέλλα Μαρινέρη)
Το πρώτο που μου έρχεται στη μνήμη είναι ότι ιδρύθηκε ένα κέντρο θεατρικού πολιτισμού κι έκλεισε ένα άλλο, το Θεατράκι του ΡΙΚ. Βεβαίως, αυτό κρίθηκε αναγκαίο τότε, καθώς έπρεπε να συγκεντρωθούν οι διαθέσιμες καλλιτεχνικές δυνάμεις στη νέα αυτή προσπάθεια. Αντιλαμβάνεσαι ότι 50 χρόνια πριν δεν υπήρχε η σημερινή πληθώρα ηθοποιών. Θυμάμαι επίσης ότι ο ΘΟΚ ιδρύθηκε ενόσω στην Ελλάδα υπήρχε ακόμη χούντα, σε χαλεπούς καιρούς. Παρόλ’ αυτά, ο στόχος της πολιτείας και του καλλιτεχνικού κόσμου επιτεύχθηκε. Δουλέψαμε με ζήλο εκείνη την εποχή, ομαδικά. Βεβαίως, εισπράξαμε τον ενθουσιασμό του κοινού και στις δύο πρώτες παραγωγές. Στη συνέχεια οι δυσκολίες ήταν τεράστιες. Εκτός Λευκωσίας οι υποδομές ήταν ανύπαρκτες. Παίζαμε σε γήπεδα, άθλια κινηματοθέατρα και καφενεία, ωστόσο αλωνίσαμε όλη την Κύπρο μέχρι το 1974 όταν και οι δυσκολίες έγιναν ακόμη μεγαλύτερες. Αντέξαμε, όμως. Παλέψαμε, αγωνιστήκαμε και πετύχαμε γιατί πιστεύαμε στη δύναμη και την αξία της τέχνης για την κοινωνία. Στην πορεία αυτή ο ΘΟΚ κατέγραψε μεγάλα επιτεύγματα, σπουδαίες παραστάσεις. Είναι σήμερα ένα κρατικό θέατρο εφάμιλλο των ευρωπαϊκών. Είμαστε περήφανοι γι’ αυτό.
Νίκος Χαραλάμπους (Ζέπος Πεμπονάρης)
Έχει πολλές ευκαιρίες αυτό το νησί να προβάλει την ιδιαιτερότητα του; Το θέατρο είναι μια από αυτές. Πολλά μπορείς να προσάψεις στον ΘΟΚ, αλλά δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις ότι υπήρξε ένας πολιτιστικά δραστήριος οργανισμός που πέτυχε πολλά. Για το ξεκίνημα είχε τη φόρα από το Θεατράκι του ΡΙΚ, το οποίο είχε άμεση σχέση με τη Σχολή του Κουν. Ήταν μια καλλιτεχνική εποχή, όπου κυριαρχούσε η διανόηση, η σκέψη, η ιδεολογία κι όχι οι περιττές φιοριτούρες και μιμήσεις. Δεν μπορεί παρά να είναι θετικές οι αναμνήσεις μου. Ήταν μια αξιοπρεπής έναρξη, από ανθρώπους που αγαπούσαν την τέχνη και είχαν το υπόβαθρο, το ένστικτο, την εσωτερική εφόρμηση και την πρακτική προς αυτή την κατεύθυνση. Υπήρχε μόνο το θέατρο, αυτό υπηρετούσαμε. Ο ΘΟΚ βασίστηκε σε ένα γκρουπ ανθρώπων που ήταν προσηλωμένοι.
Βούλα Πελεκάνου (Κιάρα)
Ό,τι και να πω θα είναι λίγο για να περιγράψει τα συναισθήματα που ένιωσα, όταν προσλήφθηκα στο κρατικό θέατρο της Κύπρου που μόλις είχε δημιουργηθεί. Αγωνιούσα, γιατί είχαν υποβάλλει πολλοί ηθοποιοί αίτηση για την πρόσληψή τους. Όταν μου ανακοινώθηκε ότι θα ήμουν στη διανομή ένιωσα χαρά, γιατί θα συνεργαζόμουν με τους καλύτερους ηθοποιούς της Κύπρου στο έργο αυτό του Γρηγόρη Ξενόπουλου όπου υποδύθηκα την Κιάρα, έναν ρόλο για τον οποίο δέχτηκα πολύ καλές κριτικές. Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία και στη συνέχεια ανέβηκαν επί σκηνής κι άλλα αξιόλογα έργα. Ούτε ο πόλεμος δεν μας σταμάτησε, αφού πήγαμε τουρνέ σε όλη την Ελλάδα με κύριο στόχο να να μαζευτούν χρήματα για τους πρόσφυγες.
Πατρίτσια Πεττεμερίδου (Αννέτα)
Ήμουν στη διανομή του «Ποπολάρου», αλλά στην πορεία ο Χατζίσκος με κάλεσε ν’ αντικαταστήσω τη Μόνικα Βασιλείου ως Κασσάνδρα στον Αγαμέμνονα. Όλοι οι ηθοποιοί ήμασταν χαρούμενοι για το νέο ξεκίνημα και ευγνώμονες στους παλιότερους που είχαν θέσει τις βάσεις. Μέχρι τότε βάζαμε λεφτά από την τσέπη μας για να κρατήσουμε τη θεατρική τέχνη ζωντανή. Ελπίδες και προσδοκίες στην αρχή είχαμε, αλλά αποδείχτηκαν φρούδες. Το θέατρο δεν είναι επάγγελμα, είναι προσφορά, λειτούργημα. Όπως συμβαίνει παντού, η κατάσταση δεν ήταν ιδανική. Υπήρχαν οι άνθρωποι της προσκολλήσεως που προσέγγιζαν τους επικεφαλής για να τύχουν ευμενούς μεταχείρισης. Αυτά θα υπάρχουν πάντα, όσο υπάρχει θέατρο κι όσο υπάρχουν άνθρωποι. Άλλωστε, ως κοινωνία δεν είμαστε πρότυπο δημοκρατικότητας και αξιοκρατίας. Επιτρέψαμε από την αρχή στα κόμματα να μπουν στον χώρο και να μετατραπεί σταδιακά ο ΘΟΚ σε εστία ψηφοθηρίας. Συνάδελφοι περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους στα γραφεία για να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να καρφώνουν τους άλλους ηθοποιούς στον διευθυντή. Προτίμησα να γίνω ταβερνιάρισσα παρά να συνεχίσω υπό αυτές τις συνθήκες. Με τον Θάνο, αντέξαμε 10 χρόνια κι ύστερα παραιτηθήκαμε χωρίς να ιδρώσει ούτε ένα αυτί. Δεν μας ρώτησε ποτέ κανείς «γιατί». Δεν αντέξαμε την αναξιοπρέπεια.
Πίτσα Αντωνιάδου (Τερέζα)
Η πρώτη θετική ανάμνηση είναι η επιβεβαίωση ότι ήμουν μια καλή νεαρή ηθοποιός που κατόρθωσε στα πρώτα της βήματα να προσληφθεί στο νεοϊδρυθέν κρατικό θέατρο. Αυτό το νιώθαμε λίγο- πολύ όλοι οι μόνιμοι ηθοποιοί. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι μια παράσταση του «Ποπολάρου» που την παρακολουθούσε ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός, ο οποίος θα σκηνοθετούσε την επόμενη παραγωγή, τον «Κατά φαντασία ασθενή» του Μολιέρου. Ήρθε να μας συγχαρεί και τότε έγινε το θαύμα: «Καλά παιδί μου, γιατί τόση κακία να μην ενωθούν ο ποπολάρος με την Έλντα; Εσύ κορίτσι μου, αν ήθελες, χίλιοι ποπολάροι θα πέφτανε στα πόδια σου!». Το κράτησα αυτό και το λέω μέχρι σήμερα. Τρελή είμαι να μην το κρατήσω; Το συναίσθημα που κυριαρχούσε ήταν η περηφάνια ότι είμαστε οι πρώτοι ηθοποιοί του κρατικού θεάτρου της νεαρής Κυπριακής Δημοκρατίας. Βέβαια, μετά άρχισε ο Γολγοθάς του επαγγελματία ηθοποιού με τις διανομές. Με τα παράπονά μας, την προσπάθεια να δημιουργήσουμε, αλλά και να εξασφαλίσουμε έναν λίγο καλύτερο ρόλο από τον συνάδελφο, να είμαστε και πρωταγωνιστές. Προσδοκούσαμε στη δημιουργία ενός αξιόλογου θεατρικού σχήματος που να μπορεί να εκπροσωπεί την Κύπρο στο εξωτερικό, αλλά και να γαλουχήσει το θεατρικό κοινό στη Κύπρο.
* Στη ζωή βρίσκονται επίσης οι ηθοποιοί Πάνος Κακογιάννης και Δήμητρα Δημητριάδου οι οποίοι για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους δεν συμμετέχουν σ’ αυτό το αφιέρωμα.
** Στο γκρουπ των πρωτοπόρων ανήκε και ο σκαπανέας του κυπριακού θεάτρου Νίκος Παντελίδης, που ήταν ο πρώτος ηθοποιός που προσελήφθη στον ΘΟΚ αλλά έκανε το ντεμπούτο του τον Δεκέμβριο του 1971 ερμηνεύοντας τον Αργκάν στον «Κατά φαντασίαν ασθενή».
Φωτογραφίες: Αρχείο FotoCine Studios/ Κώστας Φαρμακάς/ Γιώργος Κατσούρης.