ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ
Ανακάθισα πάνω στην κουβέρτα, φόρεσα τα άρβυλά μου και σηκώθηκα. Ο χώρος όλος είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο, έφεδροι στρατιώτες, ακόμη και κληρωτοί, βρίσκονταν σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία μέσα στην περίφραξη, κάτω από τα δέντρα, ενώ σε άλλα σημεία είχαν στηθεί πρόχειρα μαγειρεία και μερικά αντίσκηνα που χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι, ως γραφεία είτε ως χώροι διαμονής αξιωματικών. Κοίταξα γύρω μου, κάποιοι βρίσκονταν ακόμη ξαπλωμένοι πάνω στις κουβέρτες τους, άλλοι είχαν σηκωθεί και περιφέρονταν εδώ κι εκεί. Απέναντί μου είδα το προεδρικό μέγαρο, όπου κατά το πραξικόπημα, μια βδομάδα προηγουμένως, είχαν διεξαχθεί σκληρές μάχες ανάμεσα στους επιτιθέμενους πραξικοπηματίες και το εφεδρικό σώμα που το φρουρούσε. Οι τοίχοι απέξω ήταν κατάστικτοι από τα σημάδια εκατοντάδων σφαιρών και βλημάτων που τους είχαν χτυπήσει ανελέητα και σε πολλά σημεία μαυρισμένοι από τις φλόγες της φωτιάς που άναψαν για να το κάψουν.
Κρέμασα το όπλο μου στον ώμο, και κατευθύνθηκα προς το κτίριο. Οι πόρτες ήταν σπασμένες, το ίδιο και τα παράθυρα, που έχασκαν ορθάνοιχτα. Μέσα το θέαμα ήταν ακόμη χειρότερο, παντού σπασμένα και αναποδογυρισμένα έπιπλα, χαλάσματα, χαρτιά σχισμένα και πεταμένα στο πάτωμα, μαζί με φωτογραφίες, πίνακες και διάφορα αντικείμενα. Και παντού τα σημάδια της φωτιάς. Πολλά πράγματα ήταν εντελώς καμένα, άλλα μισοκαμένα, οι στάχτες τους σκορπισμένες σε όλο το κτίριο. Μέσα από το χολ της εισόδου προχώρησα σε άλλα δωμάτια, που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά. Όλα ήταν στην ίδια άθλια κατάσταση. Καθώς περιφερόμουν ανάμεσα στα χαλάσματα άρχισαν να έρχονται και κάποιοι άλλοι, κυρίως από το δικό μας τάγμα, που είχαν ξυπνήσει εκείνη την ώρα. Κοίταζαν όλοι σιωπηλοί. Κανένας δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Σε κάποια στιγμή με πλησίασε ένας νέος στρατιώτης. Τόσο από την ηλικία, όσο και από τη στολή του, φαινόταν πως ήταν κληρωτός που υπηρετούσε τη θητεία του, ωστόσο δεν κρατούσε όπλο.
«Είσαστεν έφεδροι;» ρώτησε, δείχνοντας με το βλέμμα και τους άλλους που περιφέρονται στο καταστρεμμένο κτίριο.
«Ναι».
«Πότε ήρτετε δαμέ;»
«Εψές, που την Αμμόχωστον. Εσού;»
«Σήμερα το πρωίν. Επαρπάτουν ούλη νύχτα μέσα στα χωράφκια, με τρεις άλλους. Ο λόχος μας ήτουν στην περιοχή της Τζιερύνειας τζι εδεχτήκαμεν επίθεσην που τους Τούρκους. Με τανκς τζιαι πολυβόλα. Ήμαστουν μόνοι μας. Ο λοχαγός μας έφυεν πριν τζι άηκεν μας. Εδιαλυθήκαμεν. Εν ι ξέρω πόσοι εσκοτώθηκαν ή επιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εμείς εκαταφέραμεν τα τζι εφύαμεν. Ξημερώματα εφτάσαμεν σ’ ένα χωρκόν έξω που τη Λευκωσία, δεν ξέρω πως το λαλούν, είμαι που την Πάφον. Εσταμάτησεν έναν αυτοκίνητο που έρεσσεν τυχαία τζι έφερέν μας δαμέ. Αναφερτήκαμεν σ’ έναν αξιωματικό και τζιαι τωρά καρτερούμεν να δούμεν πού θα μας πάρουν…».
Μιλούσε ταραγμένος, χωρίς να έχει συνέλθει ακόμη από όσα έζησε ως στρατιώτης σ’ ένα λόχο που αποδεκατίστηκε από τα εχθρικά στρατεύματα, αλλά και μ’ ένα είδος ανακούφισης που τα κατάφερε και γλύτωσε τον θάνατο ή την αιχμαλωσία. Τις επόμενες μέρες θα συναντούσα στον χώρο εκείνο κι άλλους κληρωτούς στρατιώτες, που σώθηκαν από διάφορα μέτωπα που κατέρρευσαν και κατέφυγαν εκεί, αφού τα στρατόπεδά τους είχαν γίνει στόχος των τουρκικών αεροπλάνων και είχαν εγκαταλειφθεί. Ο καθένας είχε να διηγηθεί τη δική του τραγική ιστορία για τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους, την εγκατάλειψή τους από τους αξιωματικούς τους, τις περιπέτειές του κατά την υποχώρηση.
Περιφερόμασταν όλη μέρα στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου είτε ξαπλώναμε κάτω από τα δέντρα, ακούγοντας τις ειδήσεις από μικρά τρανζίστορ που κάποιοι είχαν μαζί τους. Το απόγευμα, γύρω στις τέσσερις, μεταδόθηκε ότι έγινε εκεχειρία και πως θα άρχιζαν συνομιλίες για εξεύρεση λύσης. Αυτό μας έφερε κάποια ανακούφιση, όμως οι ειδήσεις μιλούσαν συνεχώς για προώθηση του τουρκικού στρατού σε διάφορα μέτωπα, για πλοία που έφταναν από την Τουρκία στο λιμάνι της Κερύνειας μεταφέροντας στρατιώτες και βαρύ οπλισμό. Ήταν φανερό πως τίποτε δεν είχε τελειώσει ακόμη.
Το απόγευμα, καθώς περιφερόμουν μέσα στους κήπους του Προεδρικού, προχώρησα προς την έξοδο και βγήκα στη Λεωφόρο Σεβέρη. Ο δρόμος ήταν ήσυχος, περνούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα και καθόλου πεζοί. Η πόλη φαινόταν έρημη, εγκαταλειμμένη, καταθλιπτική. Κοιτάζοντας έξω στον δρόμο είδα να έρχεται, από τη μεριά του γενικού νοσοκομείου, ένα φορτηγό. Τα πλαϊνά του πλαίσια ήταν χαμηλά και καθώς πλησίαζε πρόσεξα μέσα στην κάσα του κάποια αντικείμενα, που όμως δεν φαινόντουσαν γιατί ήταν σκεπασμένα με άσπρα σεντόνια. Από το σχήμα των σεντονιών στο πάνω μέρος τους, ωστόσο, μου φάνηκε πως αυτά που κάλυπταν ήταν ανθρώπινα σώματα. Κοίταξα πιο προσεχτικά και είδα σε κάποια σημεία τα σεντόνια να ήταν ματωμένα. Τέλος, όταν πέρασε και το κοίταξα από την πίσω πλευρά, είδα ότι η πίσω πόρτα της κάσας ήταν ανοιχτή και κάτω από τα σεντόνια εξείχαν ανθρώπινα πόδια. Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε ξαφνικά. Ήταν σίγουρο πως το φορτηγό εκείνο είχε φύγει από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσία μεταφέροντας νεκρούς για ταφή σε κάποιο νεκροταφείο της Λευκωσίας (δεν γνωρίζαμε τότε τίποτε για τον Τύμβο της Μακεδονίτισσας). Νεκρούς του πραξικοπήματος, ίσως, ή και της εισβολής.
Η εικόνα εκείνη αποτυπώθηκε βαθιά μέσα μου κι επανέρχεται κάθε φορά που ακούω για αγνοούμενους και για ταυτοποιήσεις λειψάνων. Κι εκείνοι ατακτοποίητοι ήταν, έτσι όπως βρίσκονταν πετάμενοι στην κάσα του φορτηγού. Αλλά τι τους ένοιαζε πια. Όλο το βάρος, όλες τις τύψεις και τις ενοχές τις μετάθεσαν σ’ εμάς. Και προσπαθούμε, για τη δική μας λύτρωση, να τους ταυτοποιήσουμε.
Κάθε Ιούλιο επιστρέφω, σελίδες: 101 – 104
Φιλελεύθερα, 22.8.2021.