«Σύθαμπο/ Nightfall» από το Αμφίδρομο Χοροθέατρο σε χορογραφία Έλενας Χριστοδουλίδου.
Στόχος του Προγράμματος Πολιτιστικής Αποκέντρωσης, σύμφωνα με τους εμπνευστές του, είναι η προαγωγή του πολιτισμού στην ύπαιθρο, η ενθάρρυνση της κινητικότητας και η διαμόρφωση αισθητηρίου τόσο για τον θεατή όσο και για τον δημιουργό. Ανάμεσα στις 13 ενδιαφέρουσες παραγωγές (θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εργαστήρια μουσικής, εκθέσεις, διαλέξεις κ.λπ.) που παρουσιάστηκαν φέτος σε 40 κοινότητες της Κύπρου, η πρόταση του Αμφίδρομου Χοροθεάτρου και της Έλενας Χριστοδουλίδου «Σύθαμπο» έχει μια ιδιαιτερότητα: δημιουργήθηκε με έμπνευση από τις συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες παρουσιάστηκε, αλλά και στήθηκε αισθητικά, τεχνικά, θεματολογικά με βάση αυτές. Είναι δηλαδή μια site specific κλιμακωτή κατάθεση που αποτελείται από τρεις κρίκους προσαρμοσμένων χορογραφικών αφηγήσεων.
Η αρχή έγινε στην Κοίλη της Πάφου στις 28 Αυγούστου, όπου «ιχνηλάτες» ήταν οι ίδιοι οι κάτοικοι και θεματικό επίκεντρο η πρόσφατη δημιουργία κέντρου γεωργικής ανάπτυξης. Ακολούθησε μια μέρα αργότερα η ορεινή Μαραθάσα, οι γραφικές Τρεις Ελιές, όπου μεταξύ άλλων σημεία αναφοράς ήταν η πετρόχτιστη Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με την οξυκόρυφη στέγη και το φωτογραφικό βιβλίο του Ίθαν Χάμπαρντ. Το τρίγωνο έκλεισε στις 5 Σεπτεμβρίου στον εκδρομικό χώρο «Τα ευκαλυπτούδκια» στα Πέρα Ορεινής της Ταμασού.
Έχοντας παρακολουθήσει μόνο αυτή την τελευταία παράσταση, διερωτώμαι κατά πόσον νομιμοποιούμαι να αισθάνομαι ότι έχω σχηματίσει επαρκή εικόνα σχετικά με τη συνολική χορογραφική πρόταση. Είναι όμως η φύση της και η φιλοσοφία της τέτοια, ώστε κάθε ένα από τα τρία «κεφάλαια» να είναι ουσιαστικά αυτοτελές, ολοκληρωμένο αλλά και αντιπροσωπευτικό της κεντρικής ιδέας. Ακόμη και η περίπου επτάλεπτη απόσταση που διένυσαν πεζή οι θεατές από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (σύμπτωση;) στο κέντρο της κοινότητας Πέρα μέχρι τον μικρό ευκαλυπτώνα θα μπορούσε να θεωρηθεί μέρος της μυητικής διαδικασίας. Άλλωστε, τα αγαθά κόποις κτώνται.
Έχοντας πάρει μια γεύση από το πολυποίκιλο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, οι θεατές- κοινωνοί της παράστασης κατέληξαν στον λιτό χώρο αναψυχής όπου και διασκορπίστηκαν. Και τότε οι πέντε ερμηνευτές (Νικόλ Γιάννακα, Ιωάννα Σάββα, Αλίκη Ευγενίου, Κυριάκος Ιεροδιακόνου, Μάριος Λύρας) και ο αφηγητής (Αντώνης Σκορδίλης) άρχισαν να ξετυλίγουν το κουβάρι της αφήγησης με φυσικό σκηνικό τα κλαδιά που έκρυβαν τον λαμπερό ακόμη ήλιο και με φυσικό δάπεδο το στρώμα από τα πεσμένα γλαυκά ευκαλυπτόφυλλα.
Το σώμα είναι ο καλύτερος αφηγητής. Εξιστορεί (ακόμη και) ασυναίσθητα και συνήθως οι ιστορίες που αποτυπώνει είναι πολύ πιο βαθιές και ειλικρινείς από αυτές που αφηγείται το στόμα. «Κινούμαι» σημαίνει καταρχήν «πράττω». Δεν μένω ακίνητος, δεν στέκομαι άπραγος. Η χορογράφος αναζητεί τη δράση που είναι πιο λυρική και ταυτόχρονα λειτουργική, ενώ αντιμετωπίζει τους χορευτές της ως καλλιτέχνες και δράστες κι όχι ως καλολαδωμένες μηχανές. Κι εκείνοι, σαν μυθικές θεότητες του δάσους, επιβάλλονται στο δρώμενο τελετουργικά, με ρυθμό, ενέργεια και σκοπό. Σταδιακά τα σώματα αλληλοσυνδέονται σ’ ένα κοινό ιμπρεσιονιστικό, εσωτερικοποιημένο κινησιολογικό λεξιλόγιο, που ενίοτε μοιάζει με ιεροτελεστία κι ενίοτε με μια ανεπαίσθητη πνοή σαν αυτή που κάνει τα φύλλα να θροΐζουν και τις σημαίες να κυματίζουν.
Αυτή η συγκινησιακή συνθήκη σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύει τη σφριγηλότητα του έργου. Η σωματική έκφραση, αυτή η ποιητική αποτύπωση του ξέφρενου της φυγής, μαζί με φευγαλέες στιγμές τρυφερότητας αντανακλούν το απόθεμα δημιουργικής ισχύος, μυστηρίου και υπαρξιακής αγωνίας που εγκυμονεί η αφηγηματική μήτρα. Ο χορός μοιάζει ταυτόχρονα αέρινος και βαθιά ριζωμένος. Η σωματική αυστηρότητα και η ορμή ισορροπεί με την αμετάκλητη ποιητική ελευθερία και τη φινέτσα. Το ένστικτο συναντά την εγγενή μουσικότητα του σώματος. Οι χορευτικές φράσεις και το σκίρτημα ως οπτικοακουστική εμπειρία επιχειρούν να συναντήσουν τη μνήμη και την ψυχή τόπων, ανθρώπων και δέντρων και συγκεκριμένα ενός είδους που δεν είναι ενδημικό αλλά εισήχθη στην Κύπρο στα τέλη του 19ου αιώνα.
Το κείμενο που έγραψε και αφηγείται ο Αντώνης Σκορδίλης είναι αρκετά αφαιρετικό ώστε να μην περιορίζει τη φαντασία του θεατή- μύστη. Φορώντας κι ο ίδιος όπως οι χορευτές μια επιβλητικά απέριττη δημιουργία της ενδυματολόγου Νάταλης Κυρμίζη ερεθίζει όχι μόνο το θυμικό αλλά και τη νόηση. Δίνει τελικές πάσες στους συμπαίκτες του δημιουργώντας επιπλέον χώρο για πιο εσωτερικές διηγήσεις. Εν τέλει, προκύπτει μια απελευθέρωση από τα δεσμά της καθημερινότητας, μια καταφυγή που συμπυκνώνει προσδοκίες και όνειρα, που υπαινίσσεται ιδέες και έννοιες, που αρθρώνει εν τέλει και μια σαφή προειδοποίηση για το μέλλον του κόσμου. Καθώς το σούρουπο πλησιάζει, ο χρόνος διαστέλλεται. Η μέρα αιωρείται. Η ίδια η ανθρωπότητα βρίσκεται σε σύθαμπο, στο σημείο λίγο πριν παραδοθεί στο σκοτάδι. Το οποίο όμως είναι ταυτόχρονα η υστέρα της ελπίδας.
Το φινάλε του έργου περιλαμβάνει το πειθαρχημένο, εύκαμπτο και φορτισμένο σόλο της Ιωάννας Σάββα, που έμοιαζε μ’ έναν αγωνιώδη προσωπικό αγώνα αυτοπροσδιορισμού πάνω σ’ έναν βωμό εσωτερικών υψιπέδων για να ακολουθήσει ένα ομαδικό χαρωπό γλέντι «αποσυμπίεσης». Καθοριστική η συμβολή των μουσικών συνθέσεων του Χάρη Σοφοκλέους που ακολουθούν θυμητικά τον θεατή για αρκετή ώρα ακόμη και μετά την πεζοπορία επιστροφής.
Φιλελεύθερα, 19.9.21