Κύπριοι καλλιτέχνες απαθανατίζουν σκηνές και μορφές της Ελληνικής Επανάστασης στην έκθεση του δήμου Λεμεσού «1821: Συλλογικές Μνήμες».

Με σημείο εκκίνησης την τεράστια απήχηση που είχε στους Ελληνοκύπριους καλλιτέχνες το ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία (Κύπρου)», αφ’ ενός με την έννοια της ακατάλυτης ρωμιοσύνης στους στίχους «το ’νιν, αντάν να τρω’ την γην, τρώει την γην θαρκέται, / μα πάντα τζείνον τρώεται τζαι τζείνον καταλυέται» κι αφ’ ετέρου με την αφήγηση της σφαγής των ιεραρχών να διοχετεύονται στο έργο τους, η έκθεση εκτείνεται στην εξερεύνηση ποικίλων σημειοδοτήσεων που εμφύτευσε η Επανάσταση στην ελληνική συνείδηση, από την οποία αντλεί εκτεταμένα η τέχνη του τόπου. 

  

​Οι σημειοδοτήσεις αυτές αναφύονται σε πολλαπλές εκφάνσεις κυρίως μέσα από τη συσσωρευμένη βιωματική τελετουργία της εορταστικής επετείου της 25ης Μαρτίου, με τους σημαιοστολισμούς, τις παρελάσεις καθώς και τη συναφή πανηγυρική ρητορική, η οποία ως άλλοθι μιας δοξαστικής εικαστικής αιτιολόγησης συχνά ενεργοποιεί τους δημιουργούς να αγγίξουν τα πιο βαθειά στρώματα της ιστορίας, άλλοτε επιλέγοντας να αφαιρέσουν, αποφορτίζοντας το περιττό ή αχρείαστο νοηματικό λίπος που βαραίνει τις ιστορικές στιγμές κι άλλοτε αποτυπώνοντάς τις με μια περιγραφική πληρότητα δραματική και μνημειακή.

​ 

Μέσα από τις συλλογικές μνήμες αναδύονται στο έργο τους Έλληνες και Κύπριοι αγωνιστές και μέλη της Φιλικής Εταιρείας, κλεφταρματολοί και γυναικείες μορφές που συνέδραμαν τον αγώνα για την ελευθερία, με τις χαρακτηριστικές τους ενδυμασίες να συνιστούν ξεχωριστό κεφάλαιο καλλιτεχνικής έκφρασης. Περιλαμβάνονται επίσης εικαστικές αιχμές που αναφέρονται στην παροιμιώδη αθυροστομία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, σε μια σύγχρονη, εναλλακτική προσέγγιση ως προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τις Σουλιώτισσες και στην πρόσληψη του ανταρτοπολέμου της ΕΟΚΑ ως συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης.

​Το κυανόλευκο της σημαίας, το κόκκινο της αιματοχυσίας, ο σταυρός, το γιαταγάνι κι η ημισέληνος, η αρχιεπισκοπική μίτρα και το μουσουλμανικό τουρμπάνι ανάγονται σε εμβληματικούς συμβολισμούς μιας συλλογικής ταυτότητας με υπόσταση που σαφώς ξεπερνά τη διπολική συγκρουσιακή αντιπαραβολή καλού και κακού και διεισδύει σε μια αντίστροφη προοπτική συμφιλιωτικής δυναμικής στη θέαση της Ιστορίας.  Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της προσφιλούς θεματογραφίας και της επικρατούσας τάσης στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωγραφική των αρχών του 20ού αιώνα, κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του οποίου έζησε στη Λεμεσό ο εξ Ελλάδος ζωγράφος και αγιογράφος Όθων Γιαβόπουλος, η έκθεση παρουσιάζει έργο του, στο οποίο αποτυπώνεται σκηνή από μάχη της Ελληνικής Επανάστασης, σε διάθεση νεορομαντικού νατουραλισμού, που παραπέμπει στην παράδοση την οποία εισήγαγε ο Eugène Delacroix. Το έργο του Όθωνα Γιαβόπουλου αποτελεί δάνειο από την Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού και το Αθηναΐδειο Γυμνάσιο Καθολικής. 

​​

​​​Η έκθεση δανείζεται επίσης την προτομή του Κύπριου αγωνιστή της Επανάστασης Ιωάννη Σταυριανού από το Κοινοτικό Συμβούλιο της γενέτειράς του, της Λόφου, ενώ από την οικογένεια του γλύπτη Θεόδουλου Θεοδούλου που φιλοτέχνησε την προτομή, δανείζεται το προσχέδιό του με μολύβι σε χαρτί για το συγκεκριμένο γλυπτό.

Διηγήσεις της εποχής, εμβαπτισμένες στη μυθοπλασία, οι οποίες απολήγουν λαϊκές ζωγραφιές και τοιχογραφίες, σε καφενεία και δημόσιους χώρους, επαναδιατυπώνονται σε έργα της έκθεσης, η οποία εγκύπτει και στην εικαστική ερμηνεία στίχων από τους φιλέλληνες ποιητές Λόρδο Βύρωνα (George Gordon, Lord Byron) και Percy Bysshe Shelley.

​​

​​Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα όλο και περισσότεροι περιηγητές από τη Βρετανία ταξίδευαν στα τουρκοκρατούμενα εδάφη, τα οποία αποκαλούσαν Ελλάδα, καταγράφοντας στις σημειώσεις τους ότι στην Πελοπόννησο ακουγόταν, στον ήχο της Μασσαλιώτιδας, ένα τραγούδι με στίχους που αποδίδονται στον Ρήγα Βελεστινλή, τους οποίους μετέφρασε στη συνέχεια στην Αγγλική ο Λόρδος Βύρων, κάνοντάς τους γνωστούς στους ξένους: «Δεύτε παίδες των Ελλήνων / ο καιρός της δόξης ήλθε / ας φανώμεν άξιοι εκείνων / που μας δώσαν την αρχή …».  Η επαναστατική συνείδηση που άρχισε να αναφύεται ανάμεσα στον, υπό οθωμανοκρατία, ελληνορθόδοξο πληθυσμό αναπτυσσόταν πια και στα πιο μακρινά μέρη της Ευρώπης, ενώ οι άνθρωποι αυτοί και ο τόπος τους ήρθαν αίφνης στο προσκήνιο, όταν το 1812 δημοσιεύτηκαν οι δύο πρώτες ωδές του ποιήματος του Λόρδου Βύρωνα «Το προσκύνημα του Childe Harold» (‘Childe Harold’s Pilgrimage’), που είχαν εξαιρετικά μεγάλη απήχηση και μεταφράστηκαν εκτεταμένα, διασπείροντας τις σκέψεις του για μια επικείμενη αναγέννηση ή παλιγγενεσία. ​​Σε υφασματογραφία που έγινε ειδικά για την έκθεση, ο ουρανός κι η θάλασσα βάφονται στο κόκκινο του αίματος και τα βουνά στο μαύρο της σκλαβιάς, με έμπνευση τους στίχους από το ποίημα του Λόρδου Βύρωνα «Τα νησιά της Ελλάδας» (‘The Isles of Greece’) που κυκλοφόρησε το 1819: «Τα βουνά τον Μαραθώνα θωρούνε / κι ο Μαραθώνας τα πελάγη θωρεί» (The mountains look on Marathon / And Marathon looks on the sea), όπου ο εκστατικός θαυμασμός του ποιητή για την αρχαία Ελλάδα κι η αγάπη του για τη σύγχρονη, σμίγει τους αρχαίους πολεμιστές του Μαραθώνα με τους αγωνιστές της Επανάστασης.

​Μια δεύτερη υφασματογραφία επικεντρώνεται στους ποιητικούς στοχασμούς του Percy Bysshe Shelley, ο οποίος μερικούς μήνες μετά την έκρηξη της Επανάστασης, έγραψε «Είμαστε όλοι Έλληνες», εννοώντας ότι όλοι οι λαοί της Ευρώπης είχαν χρέος να συμπαρασταθούν στην Ελλάδα, αφού σ’ αυτήν οφείλουν τον πολιτισμό τους. Γι αυτό και ψέγει στο ποίημά του «Ελλάς» (‘Hellas’) τον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών Λόρδο Κάσλρι (Lord Castlereagh), για την αρνητική του στάση προς την Επανάσταση: «Συνάντησα τον Χάρο καθοδόν / με μάσκα όπως του Castlereagh / Είχε στ’ αχνάρια του επτά λυκόσκυλα αιμοβόρα / Σ’ αυτά πετούσε ανθρώπινες καρδιές να φαν) (‘I met Murder on the way / He had a mask like Castlereagh / Seven blood-hounds followed him / He tossed them human hearts to chew).

​Αργότερα ωστόσο, με πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας τον φιλέλληνα Τζωρτζ Κάννινγκ (George Canning), υπήρξε αλλαγή στην πολιτική της χώρας, η οποία συμμετείχε στον συνασπισμένο πολεμικό στόλο, από βρετανικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία που κατατρόπωσαν τον οθωμανικό και αιγυπτιακό στόλο στον κόλπο του Ναυαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου 1827. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου υπήρξε καθοριστική για την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης, παρά την πλήρη απουσία των Ελλήνων σ’ αυτήν. Έκτοτε, η πορεία της Επανάστασης θα εξαρτάτο πια από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις και θα ήταν το αποτέλεσμα διπλωματικών ενεργειών. Εξ ου και ένα από τα ζωγραφικά έργα της έκθεσης συνιστά αφιέρωμα στη φρεγάδα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού «Ναυαρίνον», η οποία κατέπλευσε στο λιμάνι της Λεμεσού για τη διακοσιοστή επέτειο των εορτασμών από την Επανάσταση του 1821. Ανήμερα της 25ης Μαρτίου 2021, ο αντιπλοίαρχος της φρεγάδας, Σπυρίδων Μαζαράκης, παρευρέθηκε στην πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Νάπας, στη Λεμεσό, ενώ στη συνέχεια κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο Ηρώων, στην ομώνυμη πλατεία της πόλης.  

​​

«1821: Συλλογικές Μνήμες»

Στις 9 Ιουλίου 2021, σημαδιακή μέρα για την Κύπρο, άνοιξε τις πύλες της η έκθεση «1821: Συλλογικές Μνήμες», την οποία διοργανώνει ο δήμος Λεμεσού στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών-Αποθήκες Παπαδάκη, σε επιμέλεια της δρος Νάτιας Αναξαγόρου, προϊστάμενης Πολιτιστικών Υπηρεσιών του δήμου. Η έκθεση, που θα διαρκέσει ως τις 25 Σεπτεμβρίου 2021, περιλαμβάνει έργα που δημιούργησαν -μέσα από τα χρόνια είτε ειδικά για τη φετινή επέτειο- οι καλλιτέχνες: Σούζαν Βάργκας, Παναγιώτης Βίττης, Όθων Γιαβόπουλος, Γόρης Γρηγοριάδης, Σάκης Θεοδοσίου, Θεόδουλος Θεοδούλου, Γιώτα Ιωαννίδου, Γλαύκος Κουμίδης, Μαρία Κυπριανού, Μαριάννα Κωνσταντή, Αργύρης Κωνσταντίνου, Μαρία Λαδόμματου, Ανδρέας Μακαρίου, Άγγελος Μακρίδης, Αντώνης Νεοφύτου, Ελένη Νικοδήμου, Λευτέρης Ολύμπιος, Ανδρέας Παρασκευά, Χάρης Πασπαλλής, Ρήνος Στεφανή, Nina Sumarac, Πανίκος Τσαγγαράς, Τατιάνα Φεραχιάν, Δέσποινα Φυσέντζου, Νίκος Χαραλαμπίδης, Μαρία Χατζηττοφή.

Φιλελεύθερα, 1.7.2021.