«…Αν ήταν λίγο δίκαια / θ’ ανοίγαν μύτες με φιλιά / και θ’ άνθιζαν τα κράσπεδα / απ’ το αίμα της αγάπης…» (στίχοι στη φωνή της Νατάσσας Μποφίλιου: Γεράσιμος Ευαγγελάτος).
Με τον Παντελή γνωριστήκαμε πριν από ένα χρόνο σε τηλεοπτική εκπομπή. Τα γνωστά, τυπικά, στην αρχή μετά το «έχει καλό καιρό σήμερα, να δούμε εάν θα πάει έτσι ο μήνας» που κάπως συνήθως έτσι ξεκινάει πάντα μία πρώτη συζήτηση μεταξύ αγνώστων: Ηλικία, διαμονή, γενικό πλαίσιο του βίου και αρχικές αβρότητες. «Που δουλεύεις;». «Έχω χοίρους και πρόβατα». «Και τι κάνεις;». «Τα μεγαλώνω και μετά τα στέλνω στο σφαγείο». Στο Δάλι όπου έχει το κοπάδι του, στην βιομηχανική περιοχή κοντά, ξέρουν πώς είναι το μέλλον σε μία δουλειά άγονη από συνεχιστές της ηλικίας του· 23 χρόνων παιδί – σταθερά, καλά λεφτά αν μη τι άλλο. «Μπορείς να μεγαλώνεις ένα ζώο και μετά να το βλέπεις να πηγαίνει μέσα στο φορτηγό για σφάξιμο;». Έχει δέσιμο με τα ζώα του· με όλα. Μου είπε. Όπως και με τα σκυλιά του και με δυο τρεις αγελάδες που του είχε αφήσει ο παππούς του που πέθανε πριν από δυο μήνες· κληρονομιά, όπως άλλοι αφήνουν σ’ αυτούς που αγαπούν διαμερίσματα. Εκείνη είναι η μαυρούλα, ο άλλος είναι ο τσαλαβούτης, το μικρό το λέει παμπούδι· όνομα τιμής ένεκεν για ένα φίλο του που ξεκίνησαν μαζί στις δουλειές με τα ζώα αλλά τα παράτησε για ένα μέλλον πιο «αξιοπρεπές», έξω από τα ακαλλιέργητα χωράφια της πόλης -λίγο πριν «κοπούν» κι αυτά για οικόπεδα- σε κάτι μηχανάκια που παραδίδουν δέματα αυθημερόν. «Και δεν σε πειράζει που το παμπούδι θα μπει μια μέρα μέσα σε ένα μεγάλο ψυγείο-φορτηγό, θα φορτωθεί όπως όπως μαζί με άλλα και θα οδηγηθεί στο πετσόκομμα;». «Τα μεγαλώνουμε για να πεθάνουν. Έτσι είναι η δουλειά».
Η περιγραφή μοιάζει με μακελειό· δεν αντέχεται: Η μέρα που ο Παντελής τηλεφωνεί στην μεγάλη εταιρεία εμπορίας, το ραντεβού την επομένη, η επιλογή των ζώων, το φόρτωμα, η αντίσταση ορισμένων με το μάτι γλαρό και υγρό που κοιτάνε απελπισμένα το χέρι εκείνου που λίγο πριν τα τάιζε και τώρα τα σκουντάει με βία να μπουν μέσα στην μεγάλα κάσα με τα λίγα άχυρα δεξιά κι αριστερά για ψευδαίσθηση κοινής αναφοράς τόπου, η ψυχρότητα κι η αποστασιοποίηση μετά το πρωινό χάδι – να ημερέψει, να νοιώσει οικεία, να ‘χει διάθεση να στρουμπουλέψει κι’ άλλο, να πιάνει μεγαλύτερη ποσότητα μετά στην πώλησή του ως νεκρό. Αλλά, ναι, «έτσι είναι η δουλειά». Μια ακόμα δουλειά. Προσπαθώ να καταλάβω.
Τα μέσα, βέβαια, έχουν εκσυγχρονιστεί – χωρίς να αλλάζει, φυσικά, το αποτέλεσμα και εκείνα τα (πολλά) ζώα που από ένστικτο κλοτσάνε στο να μπουν στις μεγάλες κλούβες· ουρλιάζουν με τον τρόπο τους σε μια μοίρα που ήταν από τη γέννησή τους προδιαγεγραμμένη: Να γίνουν το αχνιστό ωραίο γεύμα της Κυριακής στο τραπέζι μας. Ένα μοσχοβολιστό κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο, καροτάκι και θυμάρι. Είναι και μερικά που δείχνουν εμπιστοσύνη· σαν τους ανθρώπους που άμα εκείνος που αγαπάς σου δείξει ένα δρόμο θα πας από ‘κει αβλεπί κι ας είναι από κάτω ο γκρεμός. «Παλιά, τον καιρό του παππού μου, οι σφαγές γίνονταν με μαχαίρι, δεν υπήρχε οργάνωση και τεχνική, η σκληρότητα ήταν δεδομένη, ήταν σαν έγκλημα από αυτά που ακούς στις ειδήσεις με ανθρώπους· έγκλημα με αίματα στα πλακάκια που έτρεχαν σαν ρυάκι έξω από τα σφαγεία όπως το νερό από τη βρύση γάργαρο». «Λυπήθηκες ποτέ που τα ζώα εκείνα που τα ονομάζεις και τα νταντεύεις για να πιούν το γάλα τους μωρά, να ρουφήξουν το νερό από τις κούζες, θα γδαρθούν, θα ετοιμαστούν και θα πλυθούν καλά, και θα τα δεις στο σούπερμαρκετ συσκευασμένα με ημερομηνία λήξης κατανάλωσης;». «Είναι δουλειά». «Άφησες κανένα απέξω απ’ το δεδομένο; Άφησες κανένα να πεθάνει φυσιολογικά, στα άχυρα επάνω, ξαπλωμένο με τις μύγες να περιφέρονται γύρω του· να συγκινηθείς έστω για λίγο;». «Άλλο αυτό. Άλλο η συγκίνηση. Πάντα συγκινούμαι όταν τα βάζω στο φορτηγό· αφού εγώ τα μεγάλωσα. Τα αποχαιρετώ με τον δικό μου τρόπο. Αλλά, σου είπα, είναι δουλειά». Προσπαθώ να καταλάβω. Ξανά.
Όταν είσαι μικρός, όταν μεγαλώνεις στο αργότερα αποκρουστικό που για χρόνια είναι στα μάτια σου ως «φυσιολογικό», αντιμετωπίζεις -περίπου- τη ζωή σαν ένα τεκταινόμενο· όλα είναι μέσα στη ροή και δεν βγάζεις μόκο. Αλλά, μεγαλώνοντας, αν δεν έχουν πάθει ψύξη πια τα συναισθήματα, αν μερικές φορές η ανατολή του ήλιου δεν μόνο ένα πρακτικό θέμα πλαντικό αλλά η γέννηση του κόσμου και η νέα ελπίδα που φέρεται σε μερικές αχτίδες φωτός, τότε η ζωή δεν είναι -δεν πρέπει να είναι- απλώς ένα «συμβάν». Φτιάχνεται. Από σένα. Δεν γδέρνεται με γονατισμένο ένα ζώο στα πόδια σου και τα γύρω άλλα ολοκόκκινα στο αίμα περιμένοντας να πλυθούν και να περάσουν μετά για «έλεγχο» ποιότητας και υγιεινής με το αναποδογυρισμένο μάτι· τα σύγχρονα μέσα εξιλεώνουν έναν φόνο που είναι φόνος;
Την ιστορία του Παντελή που μένει στο Δάλι και είναι ένα αγόρι σαν όλα τ’ άλλα που μένουν σε χωριά στην Κύπρο τη σκέφτηκα σήμερα το πρωί, λίγο πριν από τις ανακοινώσεις για τα νέα μέτρα και το «αυστηρό lock down», που πήγα στο σούπερμαρκετ και στάθηκα στην ουρά μαζί με άλλους πολλούς, στο κρεοπωλείο μπροστά, στους άνδρες με τις άσπρες μπλούζες, τους ευγενείς, με χαρτάκι προτεραιότητας, για τρία φιλέτα του ενός κιλού και δυο μπριζόλες. Για το κυριακάτικο τραπέζι. Για την αδηφάγα κρεοφαγία μας. Πλήρωνα, και σκεφτόμουνα εκείνα τα κομμάτια από σφαγμένα ζώα που τα ‘χα βάλει σε νάιλον σακούλα.
Φιλελεύθερα, 10.1.2021.