«…Ξανθή του Αυγούστου βροχή / απάτη θα γίνει η ευχή / και τ’ άδειο πουκάμισο μένει / πιο άδειο χωρίς την Ελένη…»*
Βλέπω τα βράδια από την ιστοσελίδα του TV8 το τουρκικό Survivor και θυμάμαι τον Ismail Balaban (που είναι σταρ στην Τουρκία-λαϊκός ήρωας και ο πρωταγωνιστής του παιχνιδιού που ξεκίνησε να προβάλλεται ταυτόχρονα με το ελληνικό που εκτόξευσε τις θεαματικότητες) όταν με απομόνωνε στις μεγάλες αλάνες της Αδριανούπολης απ’ τους άλλους δημοσιογράφους που τον περικύκλωναν έπειτα από κάθε αγώνα του και προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε -λίγο στα αγγλικά λίγο στη νοηματική- με βέργες στα χέρια που έγραφαν σχήματα στο χώμα της πόλης δίπλα από τα μεγάλα ηλιοτρόπια -ο μόνος διαπιστευμένος «ξένος» από ελληνόφωνη χώρα, μαζί με δυο τρεις άλλους, τολμηρούς στην ταλαιπωρία, Άγγλους-, για το Γιουνανιστάν που «συγγενεύει» στα δικά του χρώματα· έχοντας καθόλου ένταση για έχθρες και διαμοιρασμούς που θα έπρεπε να υποστηρίξει αν και το τσαντίρι του ήταν που τον αφορούσε, η λαϊκότητα εκείνη που προσέγγιζε την λαϊκότητα του κοινού του, μια οικουμενικότητα που δεν είχε καμία σχέση με τους φασκελωμένους από φανατισμό συμπατριώτες του «Γκρίζους λύκους» με βρυχηθμούς μίσους – καταλάβαινε πολλά και υγραίνονταν τα γαλάζια του μάτια όποτε ανέμιζε τη σημαία με το μισοφέγγαρο, παρατηρώντας με που κατέβαζα αμέσως την φωτογραφική μου μηχανή όταν όλες οι άλλες σηκώνονταν στον αέρα για τη στιγμή της έξαψης και της υπερηφάνειας που, ωστόσο, εμένα με πλήγωνε: Sen benim arkadaşımsın, Giannis! Με ενσυναίσθηση λέγοντας.
Σ’ αυτές τις μικρές πόλεις-χωριά στη Δυτική Τουρκία με τις λιγότερες μαντήλες και τους ανοιχτόχρωμους ανθρώπους που έμοιαζαν πολύ με τους κατοίκους της Σμύρνης (την σημαντικότερη από μνήμες πόλη του κόσμου που προσομοιάζει στην Θεσσαλονίκη, αν και ωραιότερη στο φυσικό κάλλος και στην διαμόρφωση του κόλπου που την προστατεύει) οι άνθρωποι -κι ας μην «δικαιούνται» να μιλούν δημόσια από το απολυταρχικό καθεστώς στο οποίο έχουν μπλέξει- είναι στεγνοί από διάθεση οξύνσεων και αντιπαραθέσεων και θέλουν να ‘ναι ήσυχοι σ’ αυτό το κομμάτι γης που τους δόθηκε στις συμφωνίες πριν από σχεδόν εκατό χρόνια· ξέρουν την ιστορία, δεν είναι αφελείς, γνωρίζουν πού πατούν. Κι ο Ismail την γνώριζε ήδη όταν με τα κισπέτια του στεγνά πια από λάδι απλωνόταν στο χορτάρι και μου εξηγούσε· ο Τούρκος παλαιστής με τα χρώματα των Αχαιών που πρώτοι πήγαν και στην Καρπασία και την κατοίκησαν (εξωστρεφείς από το DNA τους, οι πιο έξω καρδιά από όλους τους Κύπριους οι Γιαλουσίτες, σε αντίθεση με τους Λευκωσιάτες και τους Παφίτες γιατί προέρχονται «από άλλη πάστα καταγωγής», όπως μου εξηγούσε κάποτε στον συνοικισμό που μένει, στο Πλατύ, ο κοινοτάρχης γέρος της Επτακώμης). Εκεί, στις παρυφές της Αδριανούπολης, της Σμύρνης, του Μπαλικεσίρ, και των μικρών χωριών-προαστίων, κάτι κιμπάρικα παιδιά που δεν ξέρουν πολλά γράμματα αντιστέκονται ακόμη στα Σουλτανάτα με το μοναδικό μέσο που τους απέμεινε να παραμένει να ‘ναι λιγότερο (ακόμη) χαλκευμένο: Την ψήφο τους· που τόσο διαφέρει από τις ανατολικές περιοχές της χώρας, όπως στις αντίστοιχες «ψευδοεκλογές» της Κύπρου μοιράστηκαν οι κάτοικοι στους προοδευτικούς στα δυτικά από τη μία, στους αναχρονιστικούς-εποίκους απ’ τα ανατολικά. Στο παγκόσμιο «χωριό» του internet όπου όλα είναι δυνατά, μερικές φορές κατεβαίνουν οι ασφάλειες και συμβαίνουν αμετροέπειες αρχόντων που τα απλά αυτά παιδιά, τα προοδευτικά και καλοαναθρεμμένα απ’ τον αέρα που φέρνει την αλμύρα των νερών του Αιγαίου ενώνοντας, κατανοούν καταστάσεις παρατηρώντας τον βασιλιά εξόφθαλμα γυμνό – δεν ζουν σε μια δημοκρατική χώρα όπου συγχωρούνται εύκολα τα απερίσκεπτα ως «ελευθερίες λόγου». Πέφτει «βούρδουλας». Προκαταβολικά· σιωπηλά ή εκκωφαντικά.
Δεν έμειναν πολλοί πάντως απ’ αυτούς που συνεχίζουν να πιστεύουν πως η σοβαρότητα δεν είναι αδυναμία και ο μελοδραματισμός δεν είναι πάντα εξομολόγηση· αλλά αυτοί οι λίγοι είναι πάντα οι καλύτεροι, ένθεν κι εκείθεν. Προς εξόντωση βέβαια το είδος, αλλά συνεχίζει να υπάρχει. Τώρα ειδικά που η διαφθορά και η αλητεία έχουν γίνει το επίκεντρο και όχι το παράπλευρο της δημόσιας ζωής, όπως κάποτε μου το περιέγραφαν κάτι παιδιά δίπλα από τα νερά του Βοσπόρου μαθαίνοντας -στα χρόνια του απολιτισμού που τους περιβάλλει- να συμβιώνουν μ’ αυτό ως «φυσικό», μετράω τα βήματα που κάνουμε κι από την από ‘δω πλευρά προς τα πίσω. Αυτοί οι γονυπετείς υπόδουλοι που θέλουν να προλάβουν το ξέσπασμα του Σουλτάνου και γονατίζουν τις συγνώμες μ’ ένα εκκωφαντικό «yes, sir!», που θεωρητικά μόνο γνώριζα κάποτε από αφηγήσεις, δεν είναι μακρινοί. Ίσως γιατί δεν υπάρχει πια άλλο κουρτινάκι, δεν κρύβεται άλλο τίποτα από εκείνους που αποκτηνώθηκαν με ασυλία τόσο ξεδιάντροπα στα μούτρα μας.
Γι’ αυτό και η ξεφλουδισμένη μας πια πραγματικότητα, όταν όλα μουσκεμένα από τη σήψη στάζουν κι όταν τίποτα δεν αλλάζει αφού ο πάτος έχει κι άλλο πάτο, κι άλλο, κι άλλο, είναι ακόμη πιο άθλια απ’ όσο αφήνεται να δείχνει φασκελωμένη· δεν παλεύεται. Ας μην μας ξαφνιάζει άλλο τίποτα πια. Τίποτα δεν θ’ αλλάξει. Ας αναμενόμενα να ‘ναι όλα από ‘δω κι έπειτα. Στους αγώνες του Survivor που ο Ismail τραβάει με δύναμη ένα σκοινί επάνω στην άμμο για να ρίξει μπαλάκια στο νερό πρώτος είμαι μαζί του πάντα -όχι γιατί του έχω αδυναμία- αλλά επειδή μου εκμυστηρεύτηκε τα κόλπα και μου τα ‘δειξε στην πράξη όποτε νικούσε τους αντιπάλους του στα χώματα: Αν τραβάς πολύ το σκοινί, θα κοπεί· και τότε θα πέσετε κι οι δυο μαζί χάνοντας. Hayat bu! Που θα πει, έτσι ειν’ η ζωή!
*Οι στίχοι είναι από το ποίημα του Ανδρέα (με δέλτα) Παράσχου «Όταν τον Αύγουστο βρέχει» που μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε από τον Κούλη Θεοδώρου. Που -από τότε, από το 1994- έλεγε κάπου κι αυτό: «…Κουρσάροι τα τείχη πατήσαν / τα πέπλα της πόλης μαδήσαν / κι εμείς με τις μαύρες σημαίες / πουλάμε στο βρόντο ιδέες…».
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 17.1.2021.