Αυτό με το οποίο γεννηθήκαμε, αυτό που μας έμαθε, αυτό θα είναι πάντα το αλάτι στο δέρμα.
Οι πόλεις είναι πιο ωραίες απ’ τα χωριά· οι πραγματικές πόλεις όχι τα λίγο μεγαλύτερα χωριά που ονομάζονται «πόλεις» και «δήμοι» – έχουν αυτό το λοξό φως των κτηρίων που διαπερνά μέσα από τους ορόφους των ψηλότερων ταρατσών τον ορίζοντα, τη φασαρία των δρόμων και των πουρούδων που την προτιμώ από τα βελάσματα και τα τιτιβίσματα στα οποία συγκινούνται κάποιοι ρομαντικοί κι αθώοι -μαθημένοι αλλιώς, ίσως, από γεννησιμιού τους-, τις βιτρίνες με τα καλά νέα που μπορείς να χαζέψεις και να παραγγείλεις έπειτα από τη ζέστα του υπολογιστή σου μέχρι να τελειώσουν τα μέτρα περιορισμού· οι πόλεις έχουν ταχύτητα, έχουν νεύρο και ηλεκτρίζουν όπως οι νέοι προσομοιάζουν πιο πολύ με τα clubs των τέκνο παρά με τους καφενέδες δίπλα από τις πλατείες με τους ανδριάντες των ευεργετών. Όποτε πήγα σε χωριά -σε ωραία χωριά: Στον Αγρό, στον Καλοπαναγιώτη, στο Φοινί, στη Γαλάτα κ.λπ- στις δυο τρεις μέρες περιπάτων κάτω απ’ τα δέντρα γύρευα πάλι την κίνηση, το μπιτ του αλλοπρόσαλλου που διατηρεί το κεφάλι και τον νου μου σε εγρήγορση, τον εσπρέσο που σπεύδει στη γεύση και στην ανακούφιση κι όχι τον κυπριακό καφέ του Λαϊκού, μια φωνή που σε διαπερνάει σαν χαστούκι κι όχι τα τζιτζίκια – όπως σε ελκύει κάτι δαιμονικά για λίγο που ποτέ όμως δεν μπορείς να αφομοιώσεις. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα της συνήθειας: Όταν είσαι άνθρωπος του πλήθους μέσα στο όποιο γίνεσαι μονάδα κοινωνικοποιούμενος, είναι πολύ δύσκολο να τεθεί σε ισχύ η εξίσωση του μονήρη που είτε έτσι είτε αλλιώς είναι πάντοτε μόνος χωρίς ισχυρές γύρω του αλληλεπιδράσεις που ίσως του διασπάσουν, του γυρίσουν αντίστροφα τη σκέψη, σ’ ό,τι νόμισε πως κατέκτησε. Κι αυτό είναι κάτι πολύ προσωπικό· του καθενός. Ωραίες είναι οι παπουτσοσυκιές, οι πορτοκαλιές και τα αμύγδαλα τα πεσμένα στο χώμα δίπλα από τα κουκουνάρια, τα φύλλα τα κιτρινισμένα στις πέτρες επάνω σ’ ένα ψηλό βουνό, μερικές ανάσες βαθιές με εκπνοές καθάριες από τον αέρα των λόφων γύρω, η θέα στα κεραμίδια κι οι απότομες στροφές των δρόμων που φτιάχτηκαν για τους ντόπιους με τα διπλοκάμπινα και τα τρακτέρ, αλλά η γοητεία, η ακατανίκητη γοητεία της έκρηξης του κόσμου που περνά, είναι ευεργετική για όποιον ηδονίζεται να ψάχνει τους δυο τρεις «συνενόχους» σαν ψίχες μέσα στις μάζες.
Κι έτσι όπως παρακολουθούσα στα κλισέ (όλων) των δελτίων ειδήσεων τις προάλλες τους ρεπόρτερ να αισθάνονται τον φιληδονισμό του μοναδικού που απολαμβάνει «το μαγικό τοπίο» του Τροόδους χωρίς κόσμο, χωρίς αυτοκίνητα, σκεφτόμουν πόσο ασθενή μνήμη έχουμε, πόσο λίγο στριφογυρνάει στη σκέψη μας εκείνο που θα είχαμε αναγκαστικά υποστεί υπό ομαλές συνθήκες: Το παιδί να χοροπηδάει επάνω στους καναπέδες τους διαμερίσματος επειδή θέλει να πάει οπωσδήποτε στα χιόνια και να φτιάξει χιονανθρώπους, τη διαδρομή με τα κορναρίσματα και τους εκνευρισμούς μέχρι την πλατεία και τον Πρόδρομο, τα χτυπήματα στο τιμόνι, τις συμφορήσεις στο βουνό – στρες σε καθαρό αέρα και στρόβιλοι του νου γι’ αυτά τα «πρέπει» τα οικογενειακά ή των φωτογραφιών του Instagram που ποτέ δεν είναι τόσο «ουάου» όσο θα ‘δειχναν αφιλτράριστες κι απείραχτες· πώς να κουλάρεις στα φεγγαρολούλουδα του βουνού όταν το άτσαλο πλήθος σ’ έχει στρέψει στις βαλεριάνα;
Γι’ αυτό και είμαι κοντά στο να διακινδυνεύσω τις επόμενες μέρες σ’ ένα ταξίδι με αεροπλάνο σε μια μεγάλη πόλη που αγαπώ, που αποκλείεται να με κρατήσει μέσα έπειτα απ’ τα απανωτά τεστ· στις λεωφόρους γίνεται η δράση κι όχι στο άκουσμα των γρύλων. Στα αγαπημένα, στα ηλεκτρικά τραγούδια που ενοχλούν τον γείτονα και σου χτυπάει την πόρτα μπορεί να συμβαίνει τελικά «κάτι»:
Το μαύρο το παλτό γλιστρά πίσω απ’ την πόρτα,
μια βόλτα τον χειμώνα, ζεσταίνει την καρδιά.
Τα φώτα πάλι ανάβουν, ολόλαμπη η νύχτα,
βυθίζομαι στους δρόμους, η πόλη ωκεανός.
Μη ζητάς ν’ αλλάξω, δεν μπορώ να περιγράψω αυτή τη χαρά.
Μη γυρνάς στα περασμένα, λάθος πρόσωπα για μένα, σπασμένα φτερά.
Αυτό που με πληγώνει, χαρτί τσαλακωμένο,
το βγάζω από την τσέπη, με γλύκα το φιλώ.
Παλεύω με το κύμα, τ’ αφήνω να με πάει
και ξαναπαίρνω πίσω δικαίωμα ζωής.
Επίτηδες ακούω ξανά τις τελευταίες μέρες αυτό το τραγούδι της Τσανακλίδου που της έγραψε πριν από είκοσι χρόνια ο Μιχάλης Δέλτα γιατί παρακολουθώντας την την προηγούμενη βδομάδα στα «Προσωπικά» της ΕΡΤ με την Έλενα Κατρίτση είδα ξανά εκείνο το ξαναμμένο κορίτσι που αν και μένει στις Μηλιές και επέλεξε την απομόνωση με γειτόνισσα την Καβογιάννη, εκείνη μέσα της βράζει -αδιόρθωτη και πάντα ζυμωμένη στις εξάψεις, κάτι που δεν θ’ αλλάξει καμία ηλικία-, όχι παραιτημένη, όχι ενωμένη με το τοπίο του χωριού όπου κάνει για λίγο αγρανάπαυση έπειτα από θανάτους και «θανάτους» που δεν της ήταν εύκολο να αποκρούσει ψυχικά και να υπερπηδήσει την πίκρα τους στα τσιμέντα. Ένα κορίτσι της πόλης είναι κι αυτό, που κλείστηκε για λίγο ανάμεσα σε δέντρα μέχρι να περάσουν τα πένθιμά του και να βροντήξει και πάλι τα βήματά του στην άσφαλτο της Βασιλίσσης Σοφίας· αποφασισμένη πως η ζωή που είναι η γεννησιμιού της ταυτότητα είναι εκείνη στην οποία τρέχει το αίμα απ’ τα πολλά απέναντι διαπεραστικά βλέμματα των πολυκατοικιών κι όχι από την απόλυτη ησυχία που ‘χει κάτι από θανατικό.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 24.1.2021.