Μικρή, όταν έμπαινε στο λεωφορείο για να επιστρέψει στο σπίτι από το σχολείο, καθόταν στο τελευταίο κάθισμα, στο παράθυρο. Μόνη της. Δεν ήθελε με κανέναν να μοιραστεί κουβέντα.

Κι αν τύχαινε να καθίσει κάποιος δίπλα της, γυρνούσε την πλάτη. Όλοι γνώριζαν πως ήταν ένα παράξενο κορίτσι. Ισχνό και χλωμό, με μακριά μαύρα σγουρά μαλλιά. Πάντα λυτά, ποτέ πιασμένα αλογοουρά. Όταν το λεωφορείο την κατέβαζε στο χωριό της με τους εκατό κατοίκους, περνούσε  χειμώνα-καλοκαίρι, έξω από όλα τα σπίτια πριν φτάσει στο δικό της. Έκανε κύκλο, αλλά δεν την ένοιαζε. Έψαχνε για πόρτες ανοιχτές, ανθρώπους να μιλούν, αυλές ανθισμένες.  Αλλά τίποτα. Όλα κλειστά. «Πως ζουν άραγε οι άνθρωποι αλλού;» αναρωτιόταν σιωπηλά.

Η Μαριάμ ήταν το έκτο και τελευταίο κορίτσι της οικογένειας Αντωνίου, που ζούσε σ΄ένα ορεινό χωριό του Τροόδους. Η ζωή τους ήταν δύσκολη. Ζούσαν οκτώ άνθρωποι σ΄ένα πέτρινο σπίτι κληρονομιά από τον παππού, τον πατέρα της μάνας της, με δύο κάμαρες όλες κι όλες. Η Μαριάμ κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με την αμέσως μεγαλύτερη αδελφή της, την Κατερίνα. Κρυβόταν πίσω από τα μακριά μαλλιά της, τύλιγε την κουβέρτα γύρω από το σώμα  μέχρι τα μάτια και τ΄αυτιά  και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Με τους  εφιάλτες της. 

Όταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου άκουγε το τρίξιμο του σιδερένιου κρεβατιού,  τ’ αγκομαχητά του πατέρα και τις πνιγμένες αναπνοές της μάνας της, γυρνούσε στην Κατερίνα και έψαχνε το χέρι της. «Άσε με . Κοιμήσου τώρα. Μην ακούς», της έλεγε εκείνη και γυρνούσε από την άλλη πλευρά αφήνοντας την Μαριάμ μόνη να κάνει κουμάντο στις αυπνίες και τις φοβίες της. «Μην μου γυρνάς την πλάτη. Φοβάμαι», της έλεγε η μικρή. Αλλά εκείνη έπεφτε σε ύπνο βαθύ.  Τότε ήταν που η Μαριάμ ήθελε ν΄αποδράσει: να φορέσει το παλτό πάνω από το νυχτικό, να βγει στις μύτες των ποδιών της με τα παπούτσια στο χέρι και να τρέξει όσο γίνεται πιο μακριά. Πως όμως και που να πάει; «Πως ζουν άραγε οι άνθρωποι αλλού;» αναρωτιόταν σιωπηλά.

Η Μαριάμ παρά τις σιωπές  που κουβαλούσε, ήταν τολμηρή. Όταν τελείωσε το σχολείο ζήτησε να πάει να μείνει με μια γεροντοκόρη θεία της που ζούσε στη Λευκωσία. Ένα ανοιξιάτικο δειλινό μπήκε στο εργαστήρι του πατέρα της,  που ήταν ο φούρναρης του χωριού, αποφασισμένη να του μιλήσει. «Πατέρα, θα  ήθελα  να πάω στη θεία Αντρούλα στη Λευκωσία. Εκεί έχει σχολές μαγειρικής. Θα μάθω ζαχαροπλαστική και θα ΄ρθω πίσω στο χωριό να μεγαλώσουμε το φούρνο», του είπε σχεδόν σίγουρη για την άρνησή του. Αυτός ούτε γύρισε να την δει. «Δεν έχω λεφτά για σχολές.  Άμα συμφωνεί η μάνα σου, να πας»,  της είπε κοφτά και βούτηξε πάλι τα χέρια του στη ζύμη. 

Στη Λευκωσία περπατούσε πολύ. Δεν ήθελε να μπαίνει σε λεωφορείο.  Ήθελε να μάθει πως είναι η ζωή σε μια πόλη, οι άνθρωποι, οι μυρωδιές, τα μαγαζιά, τα σπίτια. Όλα αλλιώτικα. Πιο μεγάλα. Πιο γρήγορα. Στη σχολή έπιανε τα μαλλιά της κότσο και φορούσε σκουφάκι. Ήταν κανόνας για τους μάγειρες και τους ζαχαροπλάστες. Δεν την πείραζε καθόλου. Δεν ήθελε πια να κρυφτεί πίσω από τα μαλλιά της. Όλοι με τα μαχαίρια και τις κουτάλες τους, αφοσιωμένοι στη ζάχαρη και στην τέχνη τους. Κι εκείνη χαμογελαστή που έβλεπε πως ήταν να ζουν οι άνθρωποι αλλού. 

Εκεί στην κουζίνα της σχολής γνώρισε και τον Γιλμάζ. Ήταν Τουρκοκύπριος, δευτεροετής φοιτητής, που ζούσε στο βόρειο μέρος της Λευκωσίας, μετά την πράσινη γραμμή, αλλά σπούδαζε μαζί της. Παιδί κι αυτός προσφύγων από την Πάφο που βρέθηκαν στο άλλο μισό της Κύπρου μετά την εισβολή.  Όταν της πρότεινε να πάνε για καφέ, η Μαριάμ έβγαλε τη ποδιά, άφησε τα μαλλιά της να πέσουν ελεύθερα στου ώμους  και βιαστικά, χωρίς καν να τον κοιτάξει, τού ψέλλισε πως την περίμεναν στο σπίτι. Καταβάθος της άρεσε ο Γιλμάζ, αλλά πως θα τολμούσε να γνωρίσει καλύτερα έναν Τουρκοκύπριο; Τι θα έλεγε στους γονείς της, δεύτερη γενιά προσφύγων; Κάθε φορά που την πλησίαζε, εκείνη  του γυρνούσε την πλάτη προσποιούμενη ότι δουλεύει πυρετωδώς. 

Πέρασε ένας χρόνος κι εκείνος υπομονετικός, με τα ζεστά μαύρα μάτια του, της είπε ξεκάθαρα ένα απόγευμα, πως θα ήθελε να του δώσει μια ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα. Όταν την άγγιξε στο πηγούνι, το μόνο που ήθελε αυτή ήταν να χώσει το κεφάλι της στον κόρφο του και να μπλέξει τα χέρια της με τα δικά του.

Είναι Φεβρουάριος του 2014, σαράντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, και η Μαριάμ ζει πίσω από την πράσινη γραμμή. Φτιάχνει γαλακτομπούρεκα και μπακλαβάδες. Στο μαγαζί τους τρέχουν κάθε απόγευμα τα δύο μικρά μελαχρινά κοριτσάκια της. Η Μαριάμ έχει πολλά χρόνια να δει τους δικούς της. Από τότε που παντρεύτηκε τον Γιλμάζ.  Έξω βρέχει πολύ και μέσα στο ζαχαροπλαστείο μυρίζει ψημένη ζάχαρη. 

Φιλελεύθερα, 24.1.2021.