Ο Νίκος Κουρούσιης αφηγείται την ιστορία του εμβληματικού γλυπτού, του πρώτου έργου που υλοποίησε μετά το 1974 στον κυκλικό κόμβο του αεροδρομίου Λευκωσίας. Το γλυπτό αφαιρέθηκε αυθαίρετα από την Πολεοδομία και ο καλλιτέχνης προτείνει στους δήμους Έγκωμης και Αγίου Δομετίου την επαναφορά του.
Μάρτιος 1975. Στον κυκλικό κόμβο Κολοκασίδη, κοντά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, απέναντι από το φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς, συρρέουν από το απόγευμα καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, ποιητές, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί. Ο Γκλυν Χιουζ, η Νίκη και η Άννα Μαραγκού, ο Ζήνων Σιερεπεκλής, ο Νίκος Χαραλάμπους, η Ελένη Νικήτα, ο Σπύρος Σταυρινίδης, ο Αντώνης Κατσαρής, ο Κώστας Χαραλαμπίδης, ο Ανδρέας Χριστοφίδης και πολλοί άλλοι, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για το συμπόσιο που οργάνωσε ο Νίκος Κουρούσιης. Το στήσιμο του γλυπτού «Ουράνιο Τόξο», το πρώτο έργο του καλλιτέχνη που δημιούργησε μετά την εισβολή, μετατράπηκε σε μια μεγάλη γιορτή της τέχνης με κρασί, φαγητό, μουσική και χορό.
«Ένα βράδι ο Νίκος Κουρούσιης μας είπε να πάμε να στήσουμε το έργο του στον κυκλικό κόμβο του παλιού αεροδρομίου. Και πήγαμε από το απόγευμα όλοι. Άνοιξη στην Κύπρο, στον αέρα ήχοι, μυρωδιές, λέξεις, ακούσματα πατρίδας… Αυτός και οι άλλοι να κουβαλάνε τσιμέντο, οι ράβδοι χάμω, στα χρώματα της ίριδας. Ο Νίκος έκτιζε το έργο του, αναμέναμε να στηθούν οι ράβδοι, να ακούσουμε τον ήχο όταν τις διαπερνούσε ο αέρας. Όλοι εκεί, χάμω, να μετέχουμε, να μιλάμε, να θυμόμαστε, να συζητούμε, να γελάμε… να είμαστε μέρος του έργου που στηνόταν. Δυο βήματα από τα συρματοπλέγματα, δυο βήματα από τα φυλάκια και τα παιδιά που πρόσεχαν την πατρίδα. Αυτό με έφερε πίσω στην Κύπρο. Η ανάγκη να ζω και να δημιουργώ με άλλους, η ανάγκη να είμαι στον τόπο μου με τους ανθρώπους μου. Ζούσα από το 1968 στο Βέλγιο, σε ένα χωριό στα περίχωρα των Βρυξελλών. Ο καθείς τη ζωή του, ο καθείς για πάρτη του…» γράφει η Άννα Μαραγκού, στο σημείωμά της στην έκδοση που έγινε από τον καλλιτέχνη το 2007, όταν η Πολεοδομία αφαίρεσε το έργο του από τον κυκλικό κόμβο.
Πώς όμως γεννήθηκε η ιδέα για το «Ουράνιο τόξο» και το πρώτο καλλιτεχνικό συμπόσιο που οργανώθηκε μετά την εισβολή; «Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά, ο πόνος και η δυστυχία, τα χαμένα όνειρα, η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μου δημιούργησαν το αίσθημα της αμφισβήτησης όσον αφορά στην αναγκαιότητα της τέχνης. Είναι τελικά μια αναγκαιότητα η τέχνη; Μια ουτοπία;» Με αυτές τις σκέψεις ο Νίκος Κουρούσιης αποφάσισε να απομονωθεί σε μια ερημική παραλία. «Έμεινα για δυο μήνες στην Πάφο με το αντίσκηνο, τα δίχτυα και το ψαροντούφεκό μου και ζούσα από το ψάρεμα», λέει. Κάποια στιγμή ωστόσο θυμήθηκε τον Ηράκλειτο και τη φράση του «τα πάντα ρει», και επέστρεψε στη Λευκωσία.
Επιστρέφοντας το 1975 στον κόσμο της τέχνης και στο εργαστήριό του, που ήταν απέναντι από το σημερινό K-Cineplex στον Στρόβολο, μια μέρα με βροχή είδε ξαφνικά ένα ουράνιο τόξο να προβάλλει μέσα από το απέναντι νεκροταφείο: Αυτό τον ενέπνευσε να δημιουργήσει ένα έργο για την ειρήνη. «Ένα διαυγές ουράνιο τόξο, με τα φωτεινά χρώματα της ίριδας, εμφανίστηκε στον σκοτεινό συννεφιασμένο ουρανόν που η αρχή του ξεκινούσε μέσα από το απέναντι νεκροταφείο. Ένιωσα τον έντονο συμβολισμό και την ενέργεια των φωτεινών χρωμάτων που ήταν διάχυτη στον χώρο. Θυμήθηκα τον Αριστοτέλη και τη θεωρία του για τη δημιουργία του ουράνιου φαινομένου. Θυμήθηκα τον Ηράκλειτο και τη θεωρία του ότι τίποτα δεν μένει στάσιμο, ότι τα πάντα κινούνται. Ένιωσα ανάταση. Ήλθε η ώρα να κινηθώ, να δράσω, να δημιουργήσω».
Ο Νίκος Κουρούσιης άρχισε να σχεδιάζει και να ψάχνει ταυτόχρονα τον κατάλληλο χώρο για να δεχθεί αυτό το πολυδιάστατο έργο με τις πολιτικές προεκτάσεις και συμβολισμούς. «Οι περιπλανήσεις μου εστιάστηκαν στην «Πράσινη Γραμμή». Θα ήταν ένα σύμβολο ειρήνης, ορατό εκατέρωθεν, να αναδύεται μέσα από τα αιματηρά χρώματα της γραμμής αντιπαράθεσης. Αποφάσισα ότι ο πιο κατάλληλος χώρος ήταν ο κυκλοφοριακός κόμβος Κολοκασίδη κοντά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, όπου είχαν γίνει σκληρές μάχες ενάντια στους Τούρκους εισβολείς».
Μετά την έγκριση του έργου ξεκίνησε την προετοιμασία για το στήσιμό του, κάτω από την καθημερινή παρακολούθηση των Τούρκων από τα φυλάκια τους στη Σχολή Γρηγορίου, οι οποίοι ζήτησαν από τους κυανόκρανους να εξακριβώσουν τις προθέσεις του. Ένας κωμικός διάλογος είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον γλύπτη και έναν Αυστριακό αξιωματικό. «Ενώ ασχολούμουν με το σκάψιμο της βάσης του έργου, με προσέγγισε διακριτικά και με ρώτησε τι κάνω. Επειδή δεν είχα διάθεση να του δώσω εξηγήσεις, του απάντησα ότι σκάβω μια τρύπα. Έφυγε εμφανώς προβληματισμένος. Την επομένη επανήλθε και με ρώτησε γιατί σκάβω την τρύπα. Του απάντησα ότι δεν ήμουν υποχρεωμένος να του δώσω εξηγήσεις, καθότι ο χώρος δεν ήταν στη δικαιοδοσία τους. Τελικά, επειδή στην προσέγγιση του ήταν ευγενικός, του εξήγησα την ιδέα και το όραμα του έργου. Έφυγε ικανοποιημένος και δεν επανήλθε».
Ενώ ο γλύπτης δούλευε πάνω στο έργο του, ένιωσε την ανάγκη να το μοιραστεί με άλλους και να εκφραστεί έτσι πιο δυνατά και συλλογικά η κοινή και ειρηνική του φύση. Κάλεσε φίλους και καλλιτέχνες, γνωστούς και άγνωστους, σε ένα συμπόσιο που θα σηματοδοτούσε την ολοκλήρωσή του. Έτσι ανυψώθηκε το «Ουράνιο τόξο».
Η ιστορία του όμως δεν τελειώνει εδώ. Το γλυπτό ήταν εκεί για 20 χρόνια και είχε αρχίσει να φθείρεται, ενώ επιπλέον οι στρατιώτες είχαν αφαιρέσει κάποια κομμάτια του. Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες τότε του είχαν εγκρίνει ένα κονδύλι για να το επιδιορθώσει. «Είχε γίνει μια ζημιά στο έργο και πρότεινα να το ξαναφτιάξω με ανοξείδωτο ατσάλι, ένα πιο ανθεκτικό υλικό. Όταν κατέβηκε το έργο για επιδιόρθωση, παρενέβη η Πολεοδομία και μας είπε ότι δεν μπορούμε να το ξανακατασκευάσουμε γιατί είχαν άλλα σχέδια για τον κυκλικό κόμβο. Η Ελένη Νικήτα, διευθύντρια τότε στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες, προσπάθησε να υποστηρίξει την επανατοποθέτηση του έργου, αλλά υπερίσχυσε η Πολεοδομία». Με τη συμφωνία των δήμων Έγκωμης και Αγίου Δομετίου, τοποθετήθηκε τελικά μια μάλλον κακόγουστη κατασκευή ενός πολεοδόμου με κύκλους, η οποία βρίσκεται έκτοτε εκεί. Ο Νίκος Κουρούσιης προτείνει στους δυο δήμους να ανακατασκευάσει το γλυπτό «Ουράνιο τόξο» και να τοποθετηθεί πάλι στην ίδια θέση.
maria.panayiotou@phileleftheros.com
Φιλελεύθερα, 29.11.2020.