Σύμφωνα με την τρίτη από τις έξι αρχές που προτείνει ο Φουκώ για να περιγράψει τον όρο «ετεροτοπία» (Des espaces autres, 1967), ο κήπος είναι ίσως το αρχαιότερο παράδειγμα ετεροτοπίας που αντιπαραβάλλει αντιφατικές τοποθεσίες, για παράδειγμα συστάδες αταίριαστων φυτών.
Τα αλλοτινά χαλιά εικονίζουν «κινητούς» κήπους που συνενώνουν τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, ενώ και οι κήποι ομοιάζουν με χαλιά, όπου μπορεί να συντελεστεί συμβολικά η πλήρωση του κόσμου. Ο φουκωικός κήπος, ως «το μικρότερο κομμάτι του κόσμου και ταυτόχρονα η ολότητά του» είναι μια εξαιρετικά γοητευτική εικόνα, ίσως διότι η δημιουργία του προϋποθέτει την ανθρώπινη συμβολή, ενώ εξαρτάται από την πρώτη ύλη της δημιουργίας, το χώμα.
Η έκδοση «Κήποι του Καϊμακλιού» υποκρούει την ετεροτοπική διάσταση των κήπων, περιγράφοντας αυτούς τους μικρόκοσμους μέσα από τις γειτνιαστικές τους σχέσεις. Η ίδια η χωροταξική διάσταση της πρώτης έκδοσης (Urban Gorillas, 2020) προβάλλεται εξ αρχής, τόσο μέσα από τον ίδιο τον τίτλο («του Καϊμακλιού»), όσο και μέσα από το αδιαπραγμάτευτο κίτρινο του εξωφύλλου:
«Το Καϊμακλί ξαπλώνει πάνω στη ράχη του σαν αργοκίνητη ημερόβια σαύρα που ο ήλιος κεντρίζει την ακανθώδη επιδερμίδα της καθώς ο λίβας χλομιάζει τον αέρα. Το θρόισμα των ευκαλύπτων φτάνει σαν νανούρισμα από τα σπλάχνα της συνοικίας μέχρι τη νεκρή ζώνη. Μεταβάλλεται σε ορυκτό σιδηρούχο χρώμα με αποχρώσεις ανοιχτού κίτρινου, και κολλά πάνω στην πράσινη γραμμή της, που μοιάζει με τον πλακούντα της που δεν έχει κοπεί ακόμα».
Η κιτρινωπή όψη των σπιτιών από την πουρόπετρα, το χρυσαφί του ηλίχρυσου, το χρώμα της πυράς του κυπριακού μεσημεριού – κι άλλες τόσες παραλλαγές ενός χρώματος ταυτισμένου με την Κύπρο μοιάζουν να συνωθούνται στο χρώμα του χαλκού που χρωματίζει το νησί στην κυπριακή σημαία.
Το κείμενο της Χριστιάνας Στυλιανού φοράει τα κίτρινα την ώρα που περιγράφει τα πράσινα. Αυτή η συναρπαστική παραδοξότητα επεκτείνεται στα ονόματα των φυτών: ροδιά, έρωτας, πόθος, αραχνόφυτο, λασμαρί, βασιλιτζιά, φτερίτζιν, όλα ανακαλούν συνειρμικά μύθους και παραβολές που αναφύονται προσφυώς κάθε φορά που ερεθίζεται η κυπριώτικη μνήμη. Ενσαρκώνουν τον κύκλο της ζωής, όχι μόνο με την ύπαρξή τους αλλά και με την απουσία τους: ο Σύρος Αχμέτ δεν έχει φυτέψει τίποτα στην αυλή του διότι θέλει να γυρίσει στη Δαμασκό, δεν επιθυμεί να ριζώσει στο Καϊμακλί.
Η αφήγηση διακλαδώνεται πέρα από τους κήπους που περιγράφει: μετασχηματίζεται μέσα από παραπούλια που ανταλλάζουν γείτονες, και τιμά τα φυτά που διασώθηκαν μέσα από κάδους, για να ανταμείψουν τους διασώστες τους με την αιώνια ευγνωμοσύνη που επιφυλάσσει κάθε έμβιο ον. Ολόκληρη η έκδοση είναι απότοκο δημιουργών που μοιάζουν να είναι φτιαγμένοι από σίδηρο και χαλκό, ταγμένοι στην ορμή της επιθυμητικής πολυμορφίας του σύμπαντος κόσμου.
Οι Κήποι του Καϊμακλιού κυκλοφορούν σε δεύτερη έκδοση 125 αντιτύπων, σε σχεδιασμό Όμηρου Παναγίδη και βιβλιοδεσία Μαρίνας Γεραλή/ Pinna Nobilis Bookworks. Το νέο, κόκκινο εξώφυλλο εγκαινιάζει τη χρήση της γραμματοσειράς Ghost Town, εμπνευσμένης από τη γραμματοσειρά στο εξώφυλλο του βιβλίου του Θεοδόση Πιερίδη «Ονειροπόληση πάνω στα τείχη της Αμμοχώστου», 1966.
Οι φωτογραφίες
Στον απόηχο του λόγου, οι φωτογραφίες του Νίκου Φιλίππου αναστέλλουν τον χρόνο, αντικατοπτρίζουν έναν θαυμάσιο συγκερασμό ασύμβατων στοιχείων – αιχμηρές απολήξεις και στρογγυλεμμένα φύλλα πλάι σε «ανθρωπογενείς» γλάστρες και αυτόφυτη βλάστηση. Λήψεις κοντινές και μακρινές, μετωπικές, άνωθεν και κάτωθεν εντείνουν τη χειροποίητη διάθεση. Η δεύτερη, κόκκινη έκδοση είναι ραμμένη στο χέρι.
Καμία επιτήδευση, καμία προσπάθεια ομοιομορφίας: ρωμαλέες όσο και εύθραυστες, οι φωτογραφίες θα μπορούσαν να εικονίζουν ιερά χαλιά αλλά και αντινομική διακήρυξη πολυπολιτισμικότητας και πολυχρηστικότητας. Η εικόνιση κλείνει ευάρμοστα με την οπουντία των αρχαίων Ελλήνων, την κυπριακή παπουτσοσυτζιά, θάλλουσα και δικαίως καμαρωτή: δεν είναι και λίγο πράγμα να ξέρεις ότι πίσω απ’ το χοντρό κέλυφος με τα γλωχίδια και τ’ αγκάθια κρύβεται καρπός γλυκός και εδώδιμος.