«Η Δεματόνα, όπως την γνωρίσαμε εμείς πριν από το ’74, ήταν ένας αρκετά μεγάλος, αρδεύσιμος ελαιώνας –σημαντικό, αν σκεφτείτε ότι στην Κύπρο δεν είχαμε πολλές αρδεύσιμες ελιές. Το μεγαλύτερο μέρος αποτελείτο από ελιές, από 500 μέχρι 800 χρονών –φυτεμένες από τον καιρό της Φραγκοκρατίας. Ο ελαιώνας αυτός αρδεύετο, μέχρι που έγινε η εισβολή, από τον κεφαλόβρυσο που βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα, πιο βόρεια, στη γη του Καπουθκιού, προς το Διόριος, που πηγάζει μέσα από το δάσος –από εκεί, πιθανόν, ξεκίνησε και η φωτιά. Στα πολύ παλιά χρόνια, το νερό έρκετουν από χωματένιο αυλάκι, μετά τούτον έγινε πέτρινο και ύστερα τσιμεντένιο –εκεί χτίστηκε και μία τεράστια δοξαμένη που χωρά 900 τόνους νερό. Το κεφαλόβρυσο του Καπουθκιού είναι το μόνο στα κατεχόμενα που εξακολουθεί να τρέχει. Έτσι, είχε δημιουργηθεί αυτό το περίφημο, σε όλη την Κύπρο, μικροκλίμα της Δεματόνας –για να καταλάβεις, στον κεντρικό πυρήνα της Δεματόνας, δεν έβλεπες ουρανό περνώντας από τα μονοπάτια, τόσο μεγάλες ήταν οι ελιές. Σε όσα χωράφκια δεν είχαν ελιές οι ανθρώποι εφυτέφκαν φασούλια, πατάτες κ.λπ., κι όταν τα έπαιρναν στο παζάρι του Μόρφου τούτα τα προϊόντα, ώσπου να τα στήσουν επουλιούνταν ούλλα –γιατί “ήταν που τη Δεματόνα!”. Στη Δεματόνα, υπάρχουν και ερείπια από δύο ελαιοτριβεία, κάτι που δηλώνει τη μεγάλη παραγωγή λαδιού. Όταν επήα το 2003 που ανοίξαν τα οδοφράγματα με τον αρφό μου και συγχωριανούς στη Δεματόνα, το τι είδα και πώς το άντεξα ένας Θεός ηξέρει: υπήρχαν μόνο τεράστιοι κορμοί και δυο τρία κακομάζαλα κλωνιά. Που το ’74 που εφύαμεν, δεν είχε φροντίσει κανένας τζείνα τα δέντρα, δέντρα που ήταν μαθημένα στο πότισμα, όχι να είναι άνυδρα. Οι ελιές ήταν κατάξερες. Και έβλεπες πάνω στους κορμούς να λείπουν κομμάθκια κομμένα από ξυλοκοπτικές μηχανές, ενώ η δοξαμένη ήταν κατάξερη. Εμείς υποθέσαμε ότι εστέρεψε το κεφαλόβρυσο. Επήαμεν με το αυτοκίνητο. Αλλά το κεφαλόβρυσο έτρεχεν! Απλά εμόλωσε που τα χώματα και τα κλαθκιά, εξισσίλαν, επήεννεν στο δάσος, τζαι δεν έφταννεν στη δοξαμένην. Έπιασεν μας το παράπονο. Ήβραμεν τον λεγόμενο “μουχτάρη” του Καπουθκιού –οι άνθρωποι ήταν που τες Αρόδες. Όταν του είπαμεν “εν κρίμα, είναι σσίλιων χρονών δεντρά! Είναι ένας ελαιώνας αρχαίος. Έσιετε το νερό τζαι το μόνο που χρειάζεται είναι ένα καλό καθάρισμα το αυλάτζιν” μάλλον επιάσασιν τόπον οι κουβέντες διότι όταν εξαναπήαμεν στις είκοσι μέρες αλλάξαν τα πράματα –τζαι, τελικά, η Δεματόνα ανακηρύχθηκε σε προστατευόμενο μνημείο της φύσης από την Unesco. Για εμάς, τότες, οι ελιές ήταν “του Γιαννή”, “του Κωστή”, “του Χαμπή”, μετά τις ενέργειες που έκαμαν εβάλαν ταμπέλες και ονομάσαν τις ελιές “βασιλιάς”, “βασίλισσα”, “Αφροδίτη”, “Καπούτι” κ.λπ., ως μοναδικά μνημεία της φύσης πλέον».
«Επήεννα σχεδόν κάθε χρόνο που τότες στη Δεματόνα με τον αρφό μου. Ούλλες τες εποχές. Εβάλαν λάστιχα πλέον για να ποτίζουν, και αρχίσαν να ζωντανέφκουν τα δεντρά –εχρειάζουνταν δέκα χρόνια να πάρουν τα πάνω τους, ύστερα από τόση εγκατάλειψη. Εσιέρουμουν, γιατί, παρόλο που εκαρπούνταν άλλοι τον ελαιώνα, εμάς ενδιέφερεν μας να υπάρχουν οι ελιές. Γιατί πονούμεν τες! Τζ’ εκτός τούτου, παίρνουμεν ταχτικά νέους που το Καπούτιν να γνωρίσουν την Δεματόναν, με αποτέλεσμαν να νιώθουν τον τόπον δικόν τους».
«Έχουν αντοχές τούτες οι ελιές να ξαναγεννηθούν;», τον ρώτησα. «Αν τες φροντίσουν και ποτίσουν τες πολλά καλά τωρά που εκαήκαν, η ελιά πολιεί. Βκάλλει γυρώ γυρώ παραπούλια. Τούτον, όμως, θέλει χρόνια να γίνει και μεγάλη φροντίδα». «Δεν είναι απίστευτο, ένα δέντρο 800 χρονών, να χάνεται σε μια στιγμή, κύριε Ττερλικκά;». «Παραπάνω απίστευτο, φίλε μου, είναι η αδιαφορία του ανθρώπου. Γιατί, εγώ είμαι σίουρος, ότι υπήρξεν αδιαφορία! Πώς γίνεται να παίρνει μια ελιά τζαι να μεν μπορείς να την σβήσεις; Εν τα θωρούμεν τζαι στες ελεύθερες περιοχές με τα δέντρα τόσων χρονών, τα άγρια, τα δασικά, το τι γίνεται; Αρωτάς με πόσον επόνησα. Θα σου πω κάτι κλείνοντας, για να καταλάβεις. Στο σπίτιν μου έχω τερατσιές, που τες εφύτεψα με τα παιθκιά μου όταν ήταν μιτσιοί. Τη μέρα της φωθκιάς στη Δεματόνα, δύο τερατσιές εμοιραστήκαν στη μέση τζαι εππέσαν χαμέ. Είχα τούτον τον πόνο ούλλον τζαι έπιασα τον αρφό μου να του το πω. “Εν θωρείς τι γίνεται;”, λαλεί μου, “κρούζει η Δεματόνα τζαι εσού λαλείς μου για τες τερατσιές;”. Τες τερατσιές εγώ τες εφύτεψα, τζαι κατέχω τες. Αλλά επόνησα πιο πολλά για τες ελιές της Δεματόνας που δεν τες κατέχω! Ήταν σα να κόφκεις ένα κομμάτιν που πάνω μου…».
xatzigeorgiou@yahoo.com