Το Ταµιευτήριο «Η Λευκωσία», το οποίο ήταν το πρώτο εγχώριο πιστωτικό ίδρυµα της Κύπρου, ιδρύθηκε το 1899 µε πρωτοβουλία του Ιωάννη Οικονοµίδη και άλλων επιφανών ανδρών της πρωτεύουσας στα πρότυπα των ιταλικών Λαϊκών Τραπεζών. Έκτοτε, όπως αναφέρει η εφηµερίδα Ελευθερία το 1909, «Μετά πλείστης ευχαριστήσεως παρατηρούµεν ότι αποταµιευτικόν πνεύµα άρχισε να κρατή από τινός καθ’ άπασαν σχεδόν την Κύπρον. Αποταµιευτικαί τράπεζαι ιδρύονται όχι µόνον εις τας πόλεις και κωµοπόλεις αλλά και εις τα µικρότερα χωρία».
Τέτοια ήταν δε η επιτυχία του, που τον Φεβρουάριο του 1912 όταν το Ταμιευτήριο μετατρεπόταν στην Τράπεζα Κύπρου η εφημερίδα Νέος Κυπριακός Φύλαξ έγραφε ότι σαν «σμήνη λογικών μελισσών» συρρέουν οι επίδοξοι μέτοχοι στο υποκατάστημα του ιδρύματος στην οδό Φανερωμένης. 
Το Ταμιευτήριο χρησίμευε εξίσου στους εργάτες των αστικών κέντρων και στους αγρότες της επαρχίας. Όπως ανέφερε ο Ιωάννης Οικονομίδης στη Γενική Συνέλευση του 1926 σχολιάζοντας τη γενική οικονομική κατάσταση του τόπου, «είμεθα τόπος καθαρώς γεωργικός και δι’ αυτό εκ της ευημερίας του γεωργού εξαρτάται και όλων ημών η ευημερία. Ατυχώς όμως διά διαφόρους λόγους ο γεωργός δεν ευρίσκει τα αναγκαιούντα εις αυτόν χρήματα… διότι εκλονίσθη πολύ η προς αυτόν εμπιστοσύνη του κεφαλαίου. Ήρχισαν όμως να εννοούν οι γεωργοί ότι ό,τι δεν δύνανται να το επιτύχουν ως άτομα, δύνανται να το επιτύχουν ομαδικώς ενούμενοι εις Συνεργατικάς Εταιρείας… Η ημετέρα Τράπεζα και εις πεδίον αυτό της παροχής τοιαύτης οικονομικής βοηθείας προς τον γεωργόν μας υπήρξεν ο σκαπανεύς και ο πρωτεργάτης».
Το αξιοσημείωτο στην ιστορία του Ταμιευτηρίου είναι ότι είχε κατορθώσει να κινητοποιήσει όλη την κυπριακή κοινωνία. «Ο πατήρ αποταμιεύει διά τα τέκνα και πλάττει συγχρόνως τα ωραιότερα και γλυκύτερα περί αυτών όνειρα, η μήτηρ χήρα τις οίδε διά πόσων κόπων και στερήσεων εξοικονομήσασα δι’ όλης της εβδομάδας εν ή πλείονα σελλίνια δι’ εργασίας επιπόνου και εντίμου αισθάνεται την γλυκυτέραν ανακούφισιν και την ασφαλεστέραν παρηγορίαν αναλογιζομένη ότι απομακρύνει ούτω την δυστυχίαν από των ορφανών και μετριάζει την συμφοράν από της ανεπανορθώτου στερήσεως του συζύγου και πατρός». 
Ιδιαίτερα δε, καλλιεργήθηκε το αποταμιευτικό πνεύμα των εργατικών και μεσαίων στρωμάτων. Τα εγχώρια Ταμιευτήρια «περισυνέλεξαν οβολόν προς οβολόν και περιφρούρησαν τας μικράς οικονομίας του λαού, τας οποίας αποδίδουσι σήμερον… ικανοποιητικά μερίσματα… διότι διά μικρού εβδομαδιαίου καταθέματος χειρωνάκτες και γυναίκες βιοπαλαίστριαι ευρέθησαν εν διαστήματι 5ετίας ή 10ετίας κάτοχοι χρηματικών ποσών δι’ ων ηδυνήθησαν και θυγατέρας να αποκαταστήσωσι και οικογενείας πολυμελείς να στηρίξωσι». 
Όπως ανέφερε ο Νέος Κυπριακός Φύλακας το 1912 «Ότε το Ταμιευτήριον τούτο ιδρύετο τω 1899 ενεγράφησαν 364 μέτοχοι δια 1000 μετοχάς. Τα κεφάλαια του Ταμιευτηρίου ηυξήθησαν αλματικώς, προέρχονται δε ουχί από κεφαλαιούχων αλλά το πλείστον από αποταμιεύσεων και της φειδούς ημερομισθίων. Το Ταμιευτήριον εξεπλήρωσε και εκπληροί ως άριστα τον τε οικονομικόν και τον ηθικόν μάλιστα προορισμόν του». 

Πηγές: Ελευθερία 1909, Νέος Κυπριακός Φύλαξ 1912 και 1926
Πηγές φωτό: boccf.org