Πολλά χιλιόμετρα μακριά από το εμπορικό σινεμά, οι «διηγηματογράφοι» της έβδομης τέχνης επιμένουν να γράφουν τη δική τους, σχεδόν αθέατη, ιστορία. 

Τα ταλαντούχα «τσικό» του κινηματογράφου

Η πρόσφατη προβολή επιλεγμένων ταινιών από το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας μου θύμισε ένα άρθρο που είχα γράψει (σχεδόν προ τριακονταετίας!) με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Μια εθνική μικρού μήκους». Εκεί, φιλοξενούσα σειρά συνεντεύξεων με ανερχόμενους δημιουργούς, προσπαθώντας να ιχνηλατήσω το μεταβαλλόμενο τοπίο του νέου κυπριακού κινηματογράφου. Στην πορεία, αρκετοί από αυτούς έκαναν την επιτυχημένη μετάβαση στην ταινία μεγάλου μήκους, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εκείνα των Γιάννη Οικονομίδη, Χρίστου Γεωργίου, Ηλία Δημητρίου, Κυριάκου Τοφαρίδη και Γιάννας Αμερικάνου.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, ωστόσο ο περισσότερος κόσμος εξακολουθεί να αγνοεί την παρουσία των λεγόμενων μικρομηκάδων. Αυτή η σχεδόν αθέατη ομάδα σκηνοθετών, είναι κάτι σαν τα «τσικό» του ποδοσφαίρου.  Συνήθως, αποτελείται από νεότατους κινηματογραφιστές οι οποίοι ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους στο γήπεδο των ανάλογων φεστιβάλ. Εκεί, θα τους παρακολουθήσουν οι «σκάουτερ» του σινεμά, δηλαδή οι μελλοντικοί τους παραγωγοί και χρηματοδότες. Στο πεδίο της ταινίας μικρού μήκους παίζεται ο λεγόμενος «κινηματογράφος της αλάνας». Αυτό σημαίνει: μεγαλύτερη ελευθερία, μικρότερο οικονομικό ρίσκο, λιγότερη σκοπιμότητα. Γι’ αυτούς τους λόγους, υπάρχει η μειοψηφία που αρνείται να διαβεί τον Ρουβικώνα, εμμένοντας στον ανεπιτήδευτο, δημιουργικό ρομαντισμό του μικρομηκά.

Μικρού μήκους: κάτι σαν «διήγημα»

«Γκέκας» του Δημήτρη Μουτσιάκα.

Προσοχή όμως: αυτή η ενσυνείδητη επιλογή δεν υποκρύπτει ούτε παλιμπαιδισμό, ούτε ευθυνοφοβία. Δεν υποδηλοί άρνηση του δημιουργού να περάσει από το δύσβατο μονοπάτι της καλλιτεχνικής ενηλικίωσης, εκεί όπου θα αναμετρηθεί με «γίγαντες» του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η παραμονή στα κινηματογραφικά «τσικό» είναι συνεισφορά στην ανάδειξη της ταινίας μικρού μήκους ως αυτόνομου καλλιτεχνικού είδους. Κατά κάποιο τρόπο, η μικρή διάρκεια ταυτίζεται με το διήγημα, ενώ η μεγάλη με το μυθιστόρημα. Μιλώντας με λογοτεχνικούς όρους, οι ορκισμένοι μικρομηκάδες είναι οι εθελούσιοι Γκυ ντε Μοπασάν, απέναντι στους αναδυόμενους Ουγκώ και Τολστόι της έβδομης τέχνης.

Οι συγκεκριμένοι δημιουργοί θεωρούν πως  είναι πρόκληση -και όχι ατολμία- να χωρέσεις μια κινηματογραφική ιστορία σε μερικά λεπτά. Σε αυτό το πεδίο, απαιτείται καλλιτεχνική ακρίβεια και αφαίρεση. Δεν υπάρχει πολυτέλεια για περιττούς διαλόγους, για επουσιώδεις εισαγωγικές σκηνές. Το ψυχογράφημα του ήρωα, η εσωτερική και η εξωτερική του πάλη, μπορεί να επιτευχθεί μονάχα με λεπτές, μαεστρικές πινελιές. Στον ελληνικό χώρο είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, αυτού του σπουδαίου διανοητή που έχει «παντρέψει» αρμονικά την τέχνη του διηγήματος με εκείνη του κινηματογράφου.

Το υποψιασμένο κοινό των φεστιβάλ

«Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση.

Από την άλλη και η ταινία μικρού μήκους έχει το αφοσιωμένο κοινό της. Συνήθως, είναι υποψιασμένο και σκεπτόμενο, αποτραβηγμένο από τα επιβεβλημένα στεγανά του λεγόμενου εμπορικού κινηματογράφου. Εξάλλου, εδώ δεν υπάρχει χώρος για χολιγουντιανούς σταρ, ούτε προϋπολογισμός για εντυπωσιακά εφέ και πανάκριβες διαφημιστικές καμπάνιες. Εδώ προσέρχεσαι με την καθαρή ματιά του θεατή που θέλει να συναντηθεί με τον άλλο του εαυτό στον μεγάλο καθρέφτη της οθόνης.

Ιδιαίτερα στα πλαίσια ενός φεστιβάλ, η συγκεκριμένη εμπειρία είναι πολυδιάστατη. Σε λιγότερο από δύο ώρες μπορείς να είσαι: δημοτικός υπάλληλος νεκροταφείου, το φάντασμα μιας έφηβης, νεαρός κυνηγός, παιδί στο Μέτσοβο, Ιάπωνας καλλιτέχνης που φτιάχνει μνήμες από αλάτι, ακόμα και άνθρωπος- τραγούδι. Αυτές είναι μονάχα λίγες από τις εντυπώσεις που μοιραστήκαμε στα πλαίσια του τελευταίου Φεστιβάλ της Δράμας. Ανάλογα πλούσια είναι και η ετήσια συγκομιδή από το δικό μας Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Κύπρου. Εκεί μια νέα «εθνική μικρομηκάδων» αναδύεται, απαρτιζόμενη από νέα ντόπια ταλέντα: τη Μαρία Τομάζου, τον Μάριο Μεττή, τον Χρίστο Αρτεμίου και άλλους.

Μια μπάρα κινηματογραφικής ενέργειας

The Fantastic Flying Books of Mr. Morris Lessmore.

Την περασμένη βδομάδα είχα ασχοληθεί με τη σταδιακή καλλιτεχνική «σμίκρυνση» του σινεμά λόγω του streaming και της αναπότρεπτης εξάρτησης από τα κινητά μας. Κι όμως, η κρίση μπορεί να μεταμορφωθεί σε ευκαιρία. Η μικρή διάρκεια συγκέντρωσης, η σταθερή απόσπαση της προσοχής μας, ίσως ενθαρρύνει εναλλακτικές μορφές κινηματογράφου. Αυτές, μπορούν κάλλιστα να συμπεριλαμβάνουν και την ταινία μικρού μήκους.

Θυμάμαι μια εποχή που οι προβολές «κανονικών» ταινιών συνοδεύονταν μονίμως από «μικρές» οι οποίες λειτουργούσαν σαν πρελούδιο. Στο Χόλυγουντ, αυτή η πρακτική είχε τόσο καλλιτεχνική, όσο και εμπορική  λογική. Για παράδειγμα, τα σύντομα φιλμάκια που προηγούνταν των εκάστοτε «Toy Story» ανανέωναν το σύμπαν της Pixar με νέες ιδέες, «αλιεύοντας» άλλου είδους θεατές.

Ειδικά στον χώρο των κινουμένων  σχεδίων, έχουμε δει πραγματικά αριστουργήματα. Ακόμη θυμάμαι τα «Φανταστικά Ιπτάμενα Βιβλία του κύριου Μόρις Λέσμορ» των Γουίλιαμ Τζόις και Μπράντον Όλντεμπουργκ, από το 2011. Μια εκπαιδευτική προβολή αυτού του 15λεπτου οσκαρικού κομψοτεχνήματος θα λειτουργούσε σαν καλλιτεχνικό εργαλείο ανάδειξης της αξίας του βιβλίου, προκειμένου να ξεκολλήσουν τα σημερινά παιδιά από την οθόνη του τάμπλετ και του κινητού.

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως οι μικρές ταινίες είναι συμπυκνωμένα φιλμ μεγάλου μήκους. Μια μπάρα κινηματογραφικής ενέργειας που σου προσφέρει όλες τις «βιταμίνες» μιας «κανονικής» ταινίας. Σαν ανοίξεις το περιτύλιγμα, τα νοήματα και τα μηνύματα που βρίσκεις είναι ακόμη πιο δυνατά…

Ελεύθερα, 22.2.2026