Διανύουμε τις δύο κρισιμότερες εβδομάδες του προεκλογικού αγώνος» δήλωσε με στόμφο ο Λαυρεντιάδης.

Έπινε τον καφέ του και ανέλυε τα βάσανά του στη Λίτσα που τον άκουγε καθηκόντως χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία.

Για την ακρίβεια ακολουθούσε μια τακτική που προσομοιάζει σε αυτό που αγγλιστί ονομάζεται fake orgasm, ήτοι ψευδής οργασμός. Εν προκειμένω, η καντινιέρισσα προέβαινε σε προσποιημένη ακρόαση. Κουνούσε δήθεν το κεφάλι συμφωνώντας, πετούσε κάνα «σοβαρά;» ή «τι να πεις…» και έξω απ’ την πόρτα.

Ο πρόεδρος της εξηγούσε ότι είναι πολλές οι προκλήσεις και ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση να κουμαντάρεις το Ζάλογγο με όλες τις συνιστώσες της Δεξιάς να αποτελούν αντιμαχόμενες αντιλήψεις μέσα σε ένα ευρύ και ασαφές φιλοσοφικό πλαίσιο.

Παραδέχτηκε ότι η κατάσταση, παρότι δύσκολη, παραμένει εν πολλοίς διαχειρίσιμη «η ψυχή μου όμως το ξέρει, δεσποινίς Λίτσα… να σου πω τι κάνω για να εκτονώνομαι;». Εκείνη δεν άκουσε την ερώτηση, αυτός εξέλαβε τη σιωπή της ως προτροπή να προβεί σε αποκαλύψεις.

«Γράφω ποίηση… δεν το ξέρει ούτε η σύζυγος». Αυτό το άκουσε. «Ε, δεν είναι ντροπή, πρόεδρε, εδώ γράφει ο κάθε πικραμένος, εσύ γιατί να μείνεις έξω… στο πηγάδι κατούρησες;».

Δεν είναι ότι νιώθει άσχημα απλώς του προέκυψε απροειδοποίητα τώρα στα γεράματα «σάμπως η Περσεφόνη Βοσκού που έχει βγάλει ένα βουνό ποιητικές συλλογές είναι καλύτερη από μένα;». «Σε καμία περίπτωση» είπε η Λίτσα ευελπιστώντας στη λήξη της συζήτησης.

Όχι, την περίμενε ακόμη μια δοκιμασία. Ο πρόεδρος έβγαλε ένα χαρτάκι απ’ την τσέπη του. Ένα φρέσκο ποίημα, της ημέρας. Το είχε γράψει το πρωί πριν πιει το χάπι της πίεσης· ήθελε να της το απαγγείλει.

Το διάβασε με μια συστολή περισσότερο ψεύτικη παρά αυθεντική. «Διαίρεση» ο τίτλος. Εξήγησε ότι αναφέρεται στη διαίρεση της Δεξιάς – και όχι της πατρίδας όπως υπέθεσε αφελώς η Λίτσα.

«Το Όρος Ζάλογγο είναι διχασμένο, και η ψυχή μου επίσης, είμαστε αδέρφια, της ίδιας μήτρας γέννημα, μας δένει το μπλε του ουρανού, το μπλε της ψυχής, το γαλάζιο της θαλάσσης, δώσε μου το χέρι, αδερφέ μου, είμαστε της ίδιας μήτρας γέννημα, σε ικετεύω, αδερφέ μου».

Η Λίτσα άκουγε αδιάφορα, δεν κατέχει τα φιλολογικά, μα σαν μαλακία της ακούστηκε το πόνημα. Το ενδιαφέρον όμως δεν ήταν το περιεχόμενο. Ήταν που στην κατακλείδα άκουσε καθαρά τη φωνή του γέρο-θεολόγου να σπάζει. Και, ναι, πήγε και στο επόμενο στάδιο. Έβαλε τα κλάματα κανονικά και με το νόμο.

Η Λίτσα δεν ήξερε πώς να τον χειριστεί. Δεν είναι εύκολο να βλέπεις έναν ηλικιωμένο άνθρωπο να κλαίει τοιουτοτρόπως. Δεν υπήρχε και κόσμος στο σωματείο για να νιώσει κάποια πίεση και να σταματήσει.

«Υπομονή, δυστυχώς έτσι είν’ η ζωή» τον παρηγόρησε, ξέροντας ότι έλεγε κάτι εντελώς ανούσιο. Και εννοείται ότι δεν δούλεψε.

Έπρεπε να δράσει διαφορετικά. Να του αποσπάσει την προσοχή προκειμένου να τον βγάλει απ’ τη συναισθηματική δίνη. «Λουκά, θέλω τη βοήθειά σου. Κυρίως εσύ ζητάς τη γνώμη μου, ήρθε η ώρα να ζητήσω κι εγώ τη δική σου».

«Ό,τι θέλεις, αγαπητή μου» είπε εκείνος δείχνοντας τα πρώτα δείγματα ανάκαμψης. «Όπως σου είπα πρόσφατα, νομίζω ότι βρήκα γκόμενο ή κάτι σαν γκόμενο».

Ο Λαυρεντιάδης έγνεψε καταφατικά. Ασφαλώς και θυμόταν την κοσμοϊστορική αποκάλυψη για την προσωπική της ζωή. Από την άλλη, έδειχνε να δυσκολεύεται μ’ αυτά τα γλωσσικά σχήματα, τι σημαίνει βρήκε κάτι σαν γκόμενο;

Ο γκομενισμός είναι όπως η εγκυμοσύνη, κινείται σαφώς μεταξύ του όχι και του ναι, δεν πατά στο ενδιάμεσο. Τέλος πάντων, δεν είπε κάτι, την άφησε να μιλήσει.

Ο «σύντροφός» της όπως τον αποκάλεσε, αποφεύγοντας επιμελώς ηλικιακούς και άλλους προσδιορισμούς, της πρότεινε να πάνε Σαββατοκύριακο στην Πάφο. Του είπε ότι θα το σκεφτόταν. Τι να του απαντήσει;

Ο Λαυρεντιάδης τη συμβούλεψε να πει το ναι «είναι απ’ τον Θεό, ακούγεται αξιόλογος κύριος». Δήλωσε μάλιστα πρόθυμος, ως παλαιός θεολόγος, να μιλήσει με την αδελφότητα του Αγίου Νεοφύτου ώστε να φιλοξενηθούν στους ξενώνες της μονής. «Εγώ πάω για να κάνω σεξ… τι σεξ να κάνω στο μοναστήρι, Χριστιανέ μου!»

«Αυτό είναι ένα θέμα» παραδέχτηκε ο πρόεδρος, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είχε σταματήσει να κλαίει. Μετά έθεσε και την αναμενόμενη απορία «πού γνώρισες αυτόν τον κύριο;», «εδώ…» απάντησε εκείνη με έκδηλη ενοχή.

«Εύγε, δεσποινίς Λίτσα, βρήκες άνθρωπο εθνικόφρονα και φιλόπατρι!» πανηγύρισε το ραμολιμέντο. Η αριστερή καντινιέρισσα από την άλλη ένιωσε μια αιφνίδια αναγούλα. Σαν ναυτία της εντροπής και της καθυστερημένης μεταμέλειας.

Ελεύθερα, 10.05.2026