Ήμουν στο μετρό στην Αθήνα τις προάλλες και μέσα στο στριμωξίδι μού πετάγεται στην οθόνη διαφημιστικό για την επερχόμενη συναυλία του Nick Cave με κατακλείδα #MakeMemories.
Παρότι είμαι ορκισμένος φαν και έχω προμηθευτεί εισιτήριο για πολλοστή φορά (με την αχρείαστη δικαιολογία ότι είναι δώρο στη μια κόρη να τον δει πριν μας πάρουν -κι άλλο- τα χρόνια, κι αυτόν κι εμένα), χαλάστηκα. Εννοείται ότι τέτοια συνθήματα δεν πέφτουν στους επαγγελματίες της επικοινωνίας από τον ουρανό. Μόλις πέρσι είχα ακούσει λάιβ έναν δεκαοκτάχρονο να λέει «θέλω να ταξιδεύω στο εξωτερικό για να μαζεύω μνήμες» και είχα ανατριχιάσει- όχι από συγκίνηση.
Ποιο είναι το πρόβλημά μου; Προφανώς δεν τα βάζω με την αξία των μνημών, τόσο σαν στοιχεία της προσωπικής ταυτότητας, όσο και σαν καύσιμη ύλη στις δύσκολες στιγμές (έχω ξεχάσει πια την αίσθηση που συνόδευε μερικές από τις πιο ωραίες στιγμές μου- μού έχουν μείνει μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα). Ούτε έχω αλλεργία στην αγορά εμπειριών με χρήματα- αν εμπλέκεται εργασία, θα πρέπει να πληρωθεί. Άλλο όμως αυτό, άλλο τα υπερκέρδη των εταιρειών που διαχειρίζονται, με ελάχιστο ρίσκο, την (μετα)πώληση των εισιτηρίων.
Έχω πολλές ενστάσεις, πάμε όμως κατευθείαν στην κύρια: Μια εμπειρία με νόημα, που μπορεί να γίνει πολύτιμη μνήμη, δεν δημιουργείται στο κενό. Δεν φτάνει απλώς η σωματική παρουσία και η κάμερα του κινητού. Η ανταπόκριση σε μια αισθητική εμπειρία, όπως είναι μια ροκ συναυλία, έχει μεν υλική βάση, αλλά δεν μπορεί να υφίσταται εξωτερικά, αντικειμενικά, όσες φωτογραφίες και να βγάλουμε, όσες ιστορίες και βίντεο να ανεβάσουμε. Αυτά είναι απλώς υποστηρικτικά βοηθήματα που δεν είναι αναγκαία για την προσωπική μας ιστορία- θα μπορούσαν κάλλιστα να μην υπάρχουν. Τα φιλμ του εγκεφάλου μας είναι άλλης τάξεως, και, σόρι, είναι τα αυθεντικά εργαλεία.
Από τη μια μεριά εξαρτάται από το τι κουβαλάμε εμείς προσερχόμενοι, και τι επενδύουμε. Στην ιδανική συνθήκη (το ξέρω ότι γίνομαι ρομαντικός), μια συναυλία είναι εν δυνάμει μια σύγχρονη παραθρησκευτική τελετή με μιμητές σωτήρων που δεν ζητάνε τίποτα περισσότερο από το να τραγουδήσουμε τα κομμάτια τους, κάνοντάς τα έτσι για λίγο αθάνατα. Πηγαίνουμε προσδοκώντας το τίποτα και τα πάντα. Με το κενό μας ολόκληρο που ελπίζουμε να πληρωθεί, με την πνιγερή απελπισία μας να ξεβραστεί.
Και από την άλλη μεριά είναι οι καλλιτέχνες, αυτά τα παράξενα πλάσματα που κάτω από τα φώτα της σκηνής μπορεί να μοιάζουν υπεράνθρωπα, αν όντως έχουν κάτι σπουδαίο να πουν (και, αντιθέτως, εκνευριστικά μικρού μεγέθους, όταν είναι απλώς μέτριοι, καθημερινοί). Όσο καλοί επαγγελματίες κι αν είναι, αγωνιούν για το αν θα καταφέρουν να δώσουν μια ικανοποιητική συναυλία, όπως τη φαντάζονται, και όπως ήταν εκείνες που είχαν δει και τους επηρέασαν για να πάρουν τον δρόμο τους για μια ζωή στη μουσική (εκτός αν είναι τίποτα χίπστερ χάπατα ή μονίμως αφυπηρετούντες δεινόσαυροι).
Θέλω να πω ότι μια αισθητική εμπειρία είναι κάτι τόσο καταστατικά ασύλληπτο που δεν μπορεί να προγραμματιστεί, να συσκευαστεί, να ελεγχθεί. Μπορεί να πληρώσει κάποιος μια περιουσία για ένα μεγάλο όνομα και να μη νιώσει τίποτα (για μένα, π.χ. Beck στο Βερολίνο, Patti Smith και Lou Reed στον Λυκαβηττό). Και, αντίθετα, να δει μια συναυλία με είκοσι άτομα και να τη θυμάται για πάντα (αντιστοίχως, Band of Holy Joy, Died Pretty στο Ρόδον, Morel σε ένα γκαράζ λεωφορείων στον Πειραιά).
Αυτό που πωλείται ουσιαστικά είναι η υπόσχεση της εμπειρίας– κάτι καθόλα θεμιτό. Συγχέεται όμως με την εμπειρία αυτή καθαυτή, σαν να επρόκειτο για ένα εμπορικό αγαθό που αλλάζει ιδιοκτήτη χέρι με χέρι.
Δεν θα αποφύγω την ηθικολογία- είναι μοιραίο με το θέμα που διάλεξα. Για να υπάρξει λοιπόν αισθητική εμπειρία που να εγγραφεί βαθιά, η προϋπόθεση είναι μια συνάντηση υποκειμένων, μια άμεση ανταλλαγή ενεργειών. Σε μια ροκ συναυλία: ο καλλιτέχνης κάνει πειστικά ότι πεθαίνει και ανασταίνεται, ο θεατής ουρλιάζει (όντως) από φρίκη και ευδαιμονία. Δεν μπορεί η συνάντηση να γίνει ανάμεσα σε έναν λογαριασμό στο Instagram και σ’ ένα κενό είδωλο.
Θα φέρει κάποιος την αντίρρηση: γιατί να πρέπει να παίρνουμε την Τέχνη, και ειδικά μια «βρώμικη» όπως την ποπ και ροκ μουσική, τόσο σοβαρά; Μια χαρά δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο- και η λατρεία και το παιχνίδι των social media; Ναι, δεν ξέρω, μπορεί, ως ένα σημείο. Άλλωστε τόσο η κοινωνική όσο και η ψυχική μας ζωή χαρακτηρίζεται από ένα σωρό συμβιβασμούς.
Αλλά μην τα κάνουμε όλα μια κακή κωμωδία ανάμεσα σε καθρέφτες του λούνα παρκ: Θυμήθηκα τώρα έναν τύπο, πριν αρκετά χρόνια, σε μια συναυλία των Yo La Tengo στην Τεχνόπολη, πολύ μπροστά στη σκηνή, που σε όλα τα ακουστικά μέρη της συναυλίας μιλούσε στο κινητό του στη διαπασών σαν να ήταν σόλο σε καμιά τουριστική παραλία, αλλά στα ηλεκτρικά μέρη ξαφνικά έκανε σαν να τον τσιμπούσε μια μύγα και χτυπιόταν λες και δεν υπήρχε αύριο.
Ελεύθερα, 17.5.2026