«Ψάχνω ακόμα και με την αφή/ τη μυρουδιά, το άκουσμα μιας λέξης/ να βρω αυτό που με είχε ορίσει/ στα περασμένα χρόνια…» (Τίτος Πατρίκιος, «Συγκατοίκηση με το παρόν», 2011).

Το 1986 εγκαταλείπει τη Μεγάλη Βρετανία και μετακομίζει στην Κένυα για μεγάλη χρονική περίοδο. «Απλή ζωή» λέει. Μυείται στην κεραμική της χώρας από ντόπιους. Με ελάχιστα μέσα δημιουργεί τέχνη σε απλουστευμένη μορφή. «Γίνεσαι πιο δημιουργικός αν οι δυνατότητες που παρέχονται είναι περιορισμένες» επισημαίνει. «Αναγκάζεσαι να επινοείς τρόπους για να αντεπεξέρχεσαι».

Κτίζει το πρώτο της εργαστήριο στον κήπο του σπιτιού της ακολουθώντας το πρότυπο αγροτικής κατοικίας της χώρας: με ξύλινο σκελετό, πηλό, λίγες πέτρες, οροφή από ξερά χόρτα και πάτωμα από τσιμέντο επικαλυμμένο με κόκκινο οξείδιο σιδήρου. Αυτή η ταπεινή καλύβα -με όλες τις φιλοσοφικές συνηχήσεις που η δημιουργία της επιδέχεται- σηματοδοτεί την έναρξη μιας δημιουργικής πόρευσης που κρατά μέχρι σήμερα σε άλλη γη, άλλα μέρη.

Νέες δημιουργίες της Σύλιας Ποτούδη Μακφέρσον και κάτω από τον τίτλο Νοσταλγία φιλοξένησε πρόσφατα η Γκαλερί Αποκάλυψη. Τα έργα, στο σύνολό τους αποπνέουν σιωπή και μαρτυρούν ένα αίσθημα εγκαρτέρησης. Στη βάση αυτών των δύο παραμέτρων εγγράφεται η νοσταλγία της δημιουργού.

Είμαι βέβαιος ότι αυτά τα ήσυχα και ανεπιτήδευτα σκεύη που προσφέρονται -αβίαστα- σε θέαση αποτελούν την έκφραση μιας δυνατότητας της δημιουργού να πλάθει και συνάμα να αναπολεί. Αυτό το παράλληλο εγχείρημα είναι που εγγυάται μια παραγωγή κεραμικών που μοιάζουν γνώριμα, οικεία, δεκτικά. Δεν υπάρχει τίποτα που να ξενίζει.

Φόρμα, χρώμα και υφή τοποθετούνται από κοινού σε ένα πλαίσιο που τους επιτρέπει να αξιοποιούνται και να προβάλλονται στο μέτρο που το συνταίριασμά τους να προδίδει και να προβάλει την καθαρή πρόθεση της: να ορίζει την ταυτότητά της ανάγοντας κάθε κεραμικό της σε έκφανση του ίδιου του εαυτού της. Η ίδια είναι εκεί, ορίζοντας μια παρουσία ένσαρκη (από πηλό).

Πλάθει. «Όλα στο χέρι, τίποτα στον τροχό», λέει. Η δεξιότητά της να ορθώνει το σκεύος είναι αδιαμφισβήτητη. Το επιτυγχάνει ταιριάζοντας απανωτές  λωρίδες από πηλό και επινοώντας με αυτό τον τρόπο φόρμες ποικίλης κλίμακας. «Δεν χρησιμοποιώ υαλώματα αφού τα σκεύη δεν προορίζονται για χρήση. Θέλω να είναι ματ», διευκρινίζει.

Η θέση της ως προς την όψη και το βαθμό διαχείρισης του υλικού είναι ενδεικτική μιας αυθεντικής και ειλικρινούς προσωπικής αντίληψης: η ομορφιά ενός αντικειμένου εδράζει στην καθαρότητα της φόρμας και στο αβίαστο της διατύπωσης της. Εδράζει επίσης στην απουσία στιλπνότητας. Η ίδια τοποθετεί το αντικείμενο έξω από τεχνάσματα που θα το καθιστούσαν αναλώσιμο, ευφάνταστο.

«Επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου στην ομορφιά του πηλού πριν και μετά το ψήσιμο» συμπληρώνει. Μελετά τη φόρμα και τις εκφάνσεις της. «Μια μικρή βάση δίνει ανάταση στο σκεύος, το ελαφρύνει, το κάνει πιο κομψό. Όσον αφορά στο στόμιο του αγγείου, αυτό καθορίζεται από το μέγεθος της βάσης και το εύρος του κυρίως σώματος».

Διατηρεί το φυσικό χρώμα του πηλού. Όταν εντούτοις φλερτάρει με τα χρώματα, αυτά ορίζονται θα έλεγα ως τονικότητες: απαλό γαλάζιο ή απαλό πράσινο που προκύπτουν από την ενσωμάτωση των οξειδίων στον πηλό.

Το χρώμα δεν κραυγάζει. Δηλώνεται ως κάτι υπαινικτικό, ως υποψία, ως μεταφορά. Η Ποτούδη Μακφέρσον αναγνωρίζει τις αξίες των χρωμάτων χωρίς εντούτοις να τις καθιστά πρωτεύουσες για μια συντακτική του φαίνεσθαι που θα προσέδιδε στο αντικείμενο μια παραπάνω γοητεία. Εμμένει σε μια επικουρική συμβολή του χρώματος.

Χαράσσει, ψαχουλεύει και «πειράζει» τις επιφάνειες προσδίδοντας στην όψη των αντικειμένων μιαν ανεπαίσθητη αναγλυφικότητα που μόλις αγγίζει τα όρια του αισθητού. Μια ιστορία του πηλού εγγράφεται μέσα από το πλάσιμο της φόρμας και την επινόηση της υφής. Τα κεραμικά της Ποτούδη Μακφέρσον είναι «έλλογα»: εγκωμιάζουν την ηπιότητα. Την ψιθυρίζουν σαν κάτι να ευλογούν. Είναι στο σύνολό τους ήσυχα όπως κάθε αντικείμενο που είναι ταγμένο να επιδέχεται θαυμασμό ή λατρεία.

Η ίδια επισημαίνει τη σημασία ενός αντικειμένου μέσα στον οικείο χώρο του καθενός. Τονίζει χαρακτηριστικά. «Ένα αγγείο στο σπίτι δίνει ζωή» και ειδικά το χειροποίητο. Η κεραμική έχει γίνει τέχνη πλέον. Το πλαστικό αντικείμενο αντικατέστησε το αντίστοιχο κεραμικό ως προς τη χρηστικότητα (…) Ένα αντικείμενο σού δίνει να καταλάβεις ότι έχει μια ιστορία πίσω του. Αλλιώς δεν έχει βάθος.

Ο άνθρωπος ταυτίζεται περισσότερο μ’ ένα αγγείο παρά με ένα αφαιρετικό κεραμικό. Προέχει η αναγνωρισημότητά του. Να είναι οικείο», συμπληρώνει. Μέσα από τις πιο πάνω καταθετικές διατυπώσεις της δημιουργού μπορεί κανείς να διακρίνει τόσο την αντίληψη της ίδιας για το αντικείμενο τέχνης όσο και για τη δυνατότητα του να περιληφθεί σε περιβάλλον οικειότητας με μοναδικό κριτήριο φυσικά την «εύγλωττη» παρουσία του.

Η έκθεση Νοσταλγία της Σύλιας Ποτούδη Μακφέρσον μάς καλεί να κοιτάξουμε προσεκτικά το προϊόν κεραμικής. Να το κοιτάξουμε επισταμένα, να το αγγίξουμε με θέρμη, να το συλλογιστούμε με προσήλωση. Για να το κατορθώσουμε, ας ανατρέξουμε στους εμπνευσμένους του αιώνα που πέρασε.

Όχι αυτούς που «χάδεψαν» τον άργιλο (Gaugin, Miro, Picasso) αλλά αυτούς που, απαλλαγμένοι προσταγών και αξιώσεων του παρελθόντος αναζήτησαν στην τέχνη της κεραμικής μιαν ενδοσκοπική συνθήκη. Ανάμεσα τους ο Lucio Fontana, ο Peter Voulkos, ο Robert Arneson.

Πώς και πότε ένα κεραμικό συνιστά έργο τέχνης; Πρόκειται για ένα ερώτημα που παραμένει ακόμη και στις μέρες μας ανοιχτό. Από τους αρχαίους ακόμη χρόνους το προϊόν κεραμικής παρέμενε αναμφίβολα δέσμιο της χρηστικότητας, μιας πρώτης συνθήκης δηλαδή που σε μεγάλο βαθμό το απομάκρυνε από την αισθητική λειτουργία. Κι όταν ακόμη κατάφερνε να απαγκιστρωθεί από τη χρηστική ανάγκη, ενέδιδε συχνά στην πλάνη μιας ανίσχυρης και μάταιης διακοσμητικότητας.

Σ’ αυτές τις σκέψεις οφείλουμε να προσθέσουμε ερωτήματα που αφορούν την τεχνική ως διαδικασία, όπως και κατά πόσο οι τεχνικές που διήλθε η κεραμική αποδείχτηκαν ικανές να επιφέρουν το πολυπόθητο και αδιαπραγμάτευτο για κάθε δημιούργημα, πυρηνικό στοιχείο του έργου τέχνης.

Ελεύθερα, 24.05.2026