Το 1933 η Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία, η πρώτη εταιρεία εξόρυξης μεταλλευμάτων στο νησί, πετυχαίνει την ενθαρρυντική για τα κυπριακά δεδομένα ανακάλυψη χρυσοφόρων μεταλλευμάτων στο μεταλλείο της στη Σκουριώτισσα. Ακολουθεί η παραχώρηση πολλών αδειών για έρευνα, εντοπισμό και εκμετάλλευση νέων τοποθεσιών όπου υπήρχαν αποθέματα πολύτιμων μετάλλων, όπως ο χρυσός. Μια από τις περιοχές στις οποίες παραχωρήθηκε άδεια εκμετάλλευσης ήταν οι Τρούλλοι στην επαρχία Λάρνακας, όπου υπήρχαν ενδείξεις για μεταλλευτικά κοιτάσματα σε ζώνη, η οποία εκτεινόταν σε μια απόσταση 2 μιλιών, ξεκινούσε ανατολικά του χωριού και κατευθυνόταν νότια προς το παρεκκλήσι του Αγίου Νεοφύτου. Στην ίδια θέση κατά τα αρχαία χρόνια γινόταν εξόρυξη χαλκού.

Την εκμετάλλευση του μεταλλείου διαχειριζόταν για 35 χρόνια μια από τις πλέον δραστήριες φυσιογνωμίες της εβραϊκής παρουσίας στην Κύπρο, ο Μίσια Μπέρντυ. Ο Μπέρντυ αφίχθηκε ως μετανάστης στο νησί το 1910 και εγκαταστάθηκε στα αγροτικά τσιφλίκια της γαλλικής Εβραϊκής Εποικιστικής Εταιρείας (Jewish Colonization Association) στο Μαρκό. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1928, όταν η JCA εγκατέλειψε τις εποικιστικές εγκαταστάσεις της στην Κύπρο. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα και κατά τον Μεσοπόλεμο αναδείχθηκε στις πλέον δραστήριες προσωπικότητες της οικονομικής ζωής της πόλης. Υπήρξε διευθυντής της Αγγλο-Παλαιστινιακής Τράπεζας και συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τον Δημήτρη Διανέλλο και τον Πέτρο Μαντοβάνη για την προαγωγή και ανάπτυξη της πόλης. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Μπέρντυ αποφάσισε να επενδύσει στη μεταλλευτική βιομηχανία. Με τους δυο γιους του, Γκάμπι και Ζέμπι, σύστησαν την εταιρεία Cyprus Mining Development Company Ltd, η οποία εξασφάλισε την άδεια λειτουργίας του μεταλλείου Κελλιών-Αβδελλερού στην τοποθεσία «Κότσινα» και «Τρουλλοδός» στους Τρούλλους. Η παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης στην εταιρεία δόθηκε το 1936 για περίοδο 10 ετών και αφορούσε έκταση 4,72 τετραγωνικών μιλίων στην οποία γινόταν εξόρυξη χρυσού με κυάνιο. 

Η λειτουργία του μεταλλείου ξεκίνησε με τη διάνοιξη 85 φρεατίων και την εξόρυξη 646 τόνων μετάλλων, εκ των οποίων 627 ουγγιές χρυσού και 3.000 ουγγιές ασημιού. Το 1937 οι εργασίες συνεχίστηκαν με την εγκατάσταση μηχανημάτων αξίας £15.000 για καθαρισμό του μεταλλεύματος και τη διάνοιξη 50 φρεατίων. Συνολικά, μεταξύ των ετών 1936 και 1939 εξορύχθηκαν 1500 ουγγιές από χρυσό και 6000 ουγγιές από ασήμι. Οι Μπέρντυ εξήγαγαν το μετάλλευμά τους στη χιτλερική Γερμανία, η βιομηχανία της οποίας είχε μπει σε πολεμική τροχιά και είχε μεγάλες ανάγκες σε μεταλλεύματα. Τα αποθέματα χρυσού αποδείχτηκαν στα επόμενα χρόνια πολύ περιορισμένα, με αποτέλεσμα το μεταλλείο να επικεντρωθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο στην εξόρυξη συμπυκνωμάτων χαλκού και στην έρευνα των ιδιοτήτων του μπεντονίτη (φυσικός κολλοειδής άργιλος). Το 1951 η εταιρεία επιδόθηκε στην εξόρυξη μπεντονίτη, 900 τόνοι που εξήχθησαν την ίδια χρονιά στο γειτονικό Ισραήλ. Οι προοπτικές εξαγωγής του κοιτάσματος κρίνονταν ιδιαίτερα θετικές, αφού το ορυκτό ήταν εύχρηστο στα χυτήρια. Σύμφωνα με πηγές από το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας Κύπρου, μέχρι το 1960 εξήχθησαν στο εξωτερικό περίπου 3.000 τόνοι μπεντονίτη. Η εξόρυξη χαλκού συνεχίστηκε, επίσης, αμείωτη μέχρι το 1960. Το μεταλλείο των Μπέρντυ, το οποίο στο μεταξύ μετονομάστηκε σε Berdy Mining Company Ltd, εξόρυσσε τα έτη 1958-1959 σχεδόν 3.000 τόνους πληρώνοντας τέλη ύψους μέχρι και 92.000 μιλς.

Το 1967 ο Μπέρντυ συμφώνησε με την Τράπεζα Κύπρου τη μεταβίβαση όλων των μετοχών του μεταλλείου στην Τράπεζα, λόγω  αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών της εταιρείας ύψους 469.542 λιρών. Η Τράπεζα Κύπρου μαζί με τους Μπέρντυ διαπραγματεύτηκε με την ουγγρική εταιρεία «Geominco» την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των αποθεμάτων χαλκού του μεταλλείου. Η συμφωνία έγινε στις 7 Ιανουαρίου 1971 μεταξύ των τριών μερών και τα γραφεία της «Berdy Mining Company» μεταφέρθηκαν στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στη Φανερωμένη.

Η ιστορία του μεταλλείου έκλεισε άδοξα το 1974. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 το μεταλλείου είναι ανενεργό, καθότι βρίσκεται εντός της νεκρής ζώνης. Η Geominco και η Τράπεζα Κύπρου προσπάθησαν πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια να λειτουργήσουν το μεταλλείο με την άδεια των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή τους η προσπάθεια, όμως, προσέκρουε στην αντίδραση του κατοχικού στρατού. Η απώλεια της μεταλλευτικής εταιρείας δεν ήταν μεγάλη μόνο για την Τράπεζα Κύπρου, αλλά και για το χωριό Τρούλλοι, οι κάτοικοι του οποίου για χρόνια εξασφάλιζαν τα προς το ζην με την εργασία τους στο μεταλλείο. 

 
Aναπλ. έφορο Ιστορικού Αρχείου Τράπεζας Κύπρου